6

Λουκιανός Χασιώτης: Το «ισπανικό ζήτημα» και η στάση της Ελλάδας (1946-1950)

Λουκιανός Χασιώτης

Το «ισπανικό ζήτημα»  και η στάση της Ελλάδας (1946-1950) 

 

Η διεθνής θέση της Ισπανίας κατά την περίοδο του πρώιμου φρανκισμού και ειδικά το λεγόμενο «ισπανικό ζήτημα» στον ΟΗΕ έχει αποτελέσει αντικείμενο επισταμένης μελέτης κατά τις τελευταίες δεκαετίες τόσο από την ισπανική όσο και από την ξενόγλωσση ιστοριογραφία. Οι περισσότερες εργασίες επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στις σχέσεις της Ισπανίας με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και ΕΣΣΔ), στη διαδικασία εξόδου της από τη διεθνή απομόνωση και στην αντανάκλαση που είχαν οι παραπάνω εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας και του ίδιου του φρανκικού καθεστώτος. Επιπλέον έχει επισημανθεί η σημασία της στάσης που κράτησαν τα λατινοαμερικανικά κράτη. Αν όμως η ιστοριογραφία έχει καλύψει το ρόλο των «πρωταγωνιστών» της ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής σκηνής της εποχής, εξακολουθεί να αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τη θέση των μικρότερων δυνάμεων, όπως για παράδειγμα της Ελλάδας. Η Ελλάδα βέβαια δεν διαδραμάτισε κάποιο κομβικό ρόλο στην εξέλιξη του «ισπανικού ζητήματος» ούτε μπορούσε να επηρεάζει πρόσωπα και πράγματα. Ωστόσο, η στάση της στο ζήτημα στη δεδομένη χρονική συγκυρία απέκτησε μία συμβολική σημασία πολύ μεγαλύτερη της πραγματικής της δύναμης, και αυτό ήταν κάτι που δεν διέφυγε ούτε της ισπανικής, αλλά ούτε και της αμερικανικής ή βρετανικής προσοχής.

Η αιτία αυτού του συμβολισμού βρισκόταν στο γεγονός ότι την ίδια περίοδο η Ελλάδα βρισκόταν εν μέσω ενός εμφυλίου πολέμου που διέθετε πολλά κοινά χαρακτηριστικά (αλλά και πολλές έντονες διαφορές) με την προγενέστερη εμφύλια σύρραξη της Ισπανίας. Χονδρικά, και στις δύο περιπτώσεις η δεξιά παράταξη συγκρούστηκε με την αριστερή (παρόλο που οι συνθέσεις των δύο στρατοπέδων σε αμφότερες τις περιπτώσεις ήταν πολύ διαφορετικές) και τελικά βγήκε νικήτρια, επιβάλλοντας το καθεστώς της αρεσκείας της και εκτοπίζοντας τους αντιπάλους της από την πολιτική σκηνή. Το φρανκικό καθεστώς έσπευσε να ταυτίσει τις δύο περιπτώσεις: Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος πρόσφερε μία ευκαιρία σύγκρισης με την «εθνική σταυροφορία» του Φράνκο μία δεκαετία νωρίτερα· η δράση των κομμουνιστών στην Ελλάδα έτρεφε τις κατασκευασμένες συνομωσίες του καθεστώτος περί σχεδίου κυριαρχίας του Κρεμλίνου στη Μεσόγειο· ενώ η ταύτιση του καθεστώτος της Μαδρίτης με εκείνο της Αθήνας μετρίαζε την αυταρχική εικόνα του πρώτου. Γι’ αυτό το λόγο η Μαδρίτη έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη στάση που κρατούσε η Αθήνα στο ζήτημα της απομόνωσής της. Από την άλλη πλευρά, οι έλληνες ιθύνοντες δίσταζαν να προχωρήσουν σε μία τόσο ξεκάθαρη ταύτιση με τους ισπανούς ομολόγους τους, αλλά δεν έκρυβαν τη συμπάθειά τους προς αυτούς. Τέλος, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Βρετανία, που στήριζαν την ελληνική βασιλική κυβέρνηση στον πόλεμο εναντίον του Κομμουνιστικού Κόμματος, δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση την ταύτισή της με το φρανκικό καθεστώς για ευνόητους λόγους.

Θα επιχειρήσω λοιπόν να προσεγγίσω την ελληνική στάση απέναντι στον Φράνκο και το «ισπανικό ζήτημα» μεταξύ 1946-1950, περίοδος που καλύπτει τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και που παράλληλα ολοκληρώνεται με την άρση της διεθνούς απομόνωσης της Ισπανίας. Για την έρευνά μου χρησιμοποίησα στοιχεία που άντλησα από το Ιστορικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα, το Αρχείο του Ministerio des Asuntos Exteriores στη Μαδρίτη, το Archivo General de Administración στο Alcalá de Henares, από άρθρα του ελληνικού τύπου της εποχής και από τη σχετική σύγχρονη βιβλιογραφία.

Η εξέλιξη του ισπανικού ζητήματος:

  Από την απομόνωση στην ένταξη στο αντικομμουνιστικό στρατόπεδο.

Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το φρανκικό καθεστώς εισήλθε στην πλέον κρίσιμη για την επιβίωσή του περίοδο από το 1939: Η σύνδεσή του με τον Άξονα την προηγούμενη δεκαετία και η διατήρηση του αυταρχικού και ημιφασιστικού του χαρακτήρα τού έδιναν την εικόνα του παρειά της Ευρώπης. Οι νικητές έσπευσαν να αποκλείσουν την Ισπανία από τα Ηνωμένα Έθνη, ζήτησαν την απομάκρυνση του Φράνκο από την εξουσία και την αποκατάσταση της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, σταματούσε η κοινή στάση τους απέναντι στο καθεστώς. Η ΕΣΣΔ και οι δορυφόροι της ζητούσαν σκληρές οικονομικές κυρώσεις, πλήρη αποκλεισμό από τα διεθνή φόρα, ακόμα και στρατιωτική επέμβαση. Η Βρετανία συμφωνούσε με το διπλωματικό αποκλεισμό της Ισπανίας, αλλά απέρριπτε τις μόνιμες κυρώσεις και την προοπτική της παρέμβασης. Η Γαλλία υιοθέτησε αρχικά σκληρή στάση, λόγω του πνεύματος της résistance και της επιρροής της αριστεράς στις πρώτες μεταπολεμικές της κυβερνήσεις, αλλά δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε τη δυνατότητα να κινηθεί ανεξάρτητα από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες φάνηκαν λιγότερο ενθουσιώδεις με το ενδεχόμενο επιστροφής της δημοκρατίας στη χώρα, αλλά για λόγους κύρους και υπό την πίεση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων συνηγόρησαν με τη διεθνή απομόνωση του Φράνκο. Παράλληλα, και στις τρεις δυτικές δυνάμεις, οικονομικά συμφέροντα, συντηρητικοί πολιτικοί, θρησκευτικοί παράγοντες και αντικομμουνιστές διπλωμάτες υπονόμευαν την πολιτική εξοστρακισμού του δικτατορικού καθεστώτος.

Το Ισπανικό Ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ το 1946.
Το Ισπανικό Ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ το 1946.

Το «ισπανικό ζήτημα» απασχόλησε αρκετές φορές τη Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με πρωτοβουλία συνήθως των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών και του Μεξικού. Ωστόσο η αδυναμία του οργανισμού, οι παρεμβάσεις των Αμερικανών αξιωματούχων και η απροθυμία ορισμένων λατινοαμερικανικών κυβερνήσεων (πρωτίστως της Αργεντινής του Περόν) να συμβάλλουν στην πτώση του Φράνκο καθιστούσαν αντιφατική την πολιτική μετριοπαθούς απομόνωσης. Το αποκορύφωμα της πολιτικής αυτής υπήρξε το περίφημο ψήφισμα 39(Ι) της 12ης Δεκεμβρίου του 1946. Σύμφωνα με αυτό το φρανκικό καθεστώς χαρακτηριζόταν ως φασιστικό, κατηγορούνταν για τη συνεργασία του με τον Άξονα, ζητούνταν η αντικατάστασή του από κυβέρνηση που θα είχε τη συναίνεση του ισπανικού λαού, ενώ τα κράτη-μέλη του οργανισμού καλούνταν να αποσύρουν τους πρέσβεις και τους διπλωματικούς τους αντιπροσώπους τους από τη Μαδρίτη. Το ψήφισμα δεν είχε σοβαρές επιπτώσεις στη διεθνή θέση της Ισπανίας. Λίγα κράτη διέκοψαν πλήρως τις σχέσεις τους με τη χώρα, τα περισσότερα εξακολούθησαν να εκπροσωπούνται εκεί με επιτετραμμένους και προξένους. Έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα δεν διέθεταν πρέσβεις στη Μαδρίτη την εποχή του ψηφίσματος.

Αλλά και στο εσωτερικό της χώρας οι συνέπειες του ψηφίσματος ήταν μηδαμινές: Το καθεστώς δεν κλονίστηκε, αντίθετα αξιοποίησε τα αμυντικά αντανακλαστικά εκείνων των παραγόντων της ισπανικής κοινωνίας, που είχαν συμβάλει στην επικράτησή του κατά τον εμφύλιο πόλεμο και φοβόντουσαν το ενδεχόμενο αποκατάστασης της Δημοκρατίας και της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου – φόβοι που έγιναν εντονότεροι με την ανανέωση της δράσης ανταρτικών σωμάτων και τις απεργιακές κινητοποιήσεις στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων. Ορισμένες επιφανειακές αλλαγές, όπως η θεσμοθέτηση του Ley de la Sucesión en la jefatura del Estado, πραγματοποιήθηκαν για να δώσουν ένα πρόσχημα νομιμότητας στο καθεστώς και να ικανοποιήσουν τους μοναρχικούς. Επιπλέον, η διαίρεση στο εσωτερικό της εξόριστης ισπανικής κυβέρνησης των Δημοκρατικών αλλά και συνολικά της αντίστασης κατά του Φράνκο σήμαινε ότι δεν υπήρχε ορατή εναλλακτική λύση για τη διακυβέρνηση της Ισπανίας, τουλάχιστον όχι κάποια που να ικανοποιούσε τους δυτικούς. Εξίσου αποτυχημένα αποδείχτηκαν και τα σενάρια συνεργασίας μεταξύ μοναρχικών και μετριοπαθών δημοκρατικών και σοσιαλιστών που προώθησε κάποια στιγμή το Λονδίνο.

Οι παραπάνω παράγοντες οδήγησαν στην επιβίωση του καθεστώτος, αλλά για άλλη μία φορά οι διεθνείς συγκυρίες ήταν εκείνες που εξασφάλισαν τη σταθεροποίησή του. Η αντικατάσταση του αντιφασισμού με τον αντικομμουνισμό στη δύση και το σταδιακό πέρασμα στον Ψυχρό Πόλεμο συνέβαλαν στην λήξη της διεθνούς απομόνωσης της Ισπανίας. Με το ψήφισμα 386 (V) της 4ης Νοεμβρίου 1950 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ακύρωσε τις προηγούμενες συστάσεις της προς τα κράτη-μέλη του, δίνοντάς τους την ελευθερία να αποκαταστήσουν πλήρως τις διπλωματικές σχέσεις τους με τη Μαδρίτη. Από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που το έκαναν ήταν η Ελλάδα.

Η πορεία του «ισπανικού ζητήματος» από την απομόνωση στην αναγνώριση του φρανκικού καθεστώτος προβάλλεται και στα έγγραφα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Η Αθήνα ήταν πλήρως ενημερωμένη για τις θέσεις της ισπανικής κυβέρνησης χάρη στις κινήσεις της ισπανικής διπλωματίας και στις εκθέσεις του Έλληνα επιτετραμμένου στη Μαδρίτη Σπυρίδωνα Καπετανίδη, στις οποίες διαπιστώνεται η σταδιακή αναβάθμιση των σχέσεων της δύσης με το καθεστώς. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκπροσώπηση των δυτικών διπλωματικών αποστολών στις δημόσιες εκδηλώσεις του Εθνικού Κινήματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ενώ το 1946 απείχαν όλες οι συμμαχικές πρεσβείες από τον εορτασμό της επετείου ανάληψης της αρχηγίας του κράτους από τον Φράνκο, το 1947 εκπροσωπήθηκαν από εμπορικούς αντιπροσώπους και το 1948 συμμετείχαν όλοι οι ξένοι αντιπρόσωποι συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας, δείγμα, «της βελτιώσεως της διεθνούς θέσεως της Ισπανίας».[1] Αναφορές υπάρχουν και για την αλλαγή της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στην καταστολή των αντιπάλων του καθεστώτος. Τον Οκτώβριο του 1948, με αφορμή κάποια απόφαση στρατοδικείου εις βάρος «ακροαριστερών», σχολίασε ότι για πρώτη φορά ο επιτετραμμένος των ΗΠΑ χαρακτήρισε κοινούς εγκληματίες τους κατηγορούμενους, «άξιους μάλιστα παραδειγματικής τιμωρίας».[2] Την αλλαγή στις θέσεις της Ουάσιγκτον επισήμανε και ο Έλληνας αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ Αχιλλέας Κύρου. Η Αθήνα πάντως κράτησε ευνοϊκή στάση απέναντι στην Ισπανία στις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης του οργανισμού, καταψηφίζοντας τη συνέχιση της απομόνωσής της. Το γεγονός ικανοποίησε ιδιαίτερα τη Μαδρίτη που εξέφρασε επανειλημμένα τις ευχαριστίες της. Την εποχή πλέον του ψηφίσματος 386 (V) η ελληνική κυβέρνηση γνώριζε για την επικείμενη αμερικανική οικονομική βοήθεια προς τον Φράνκο και η ίδια προχώρησε στην πλήρη αποκατάσταση των διμερών σχέσεων.

Προς την πλήρη αποκατάσταση των διμερών σχέσεων, 1946-50.

Η ιστορική συγκυρία εναντίον της αμοιβαίας προθυμίας

Όταν μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου γεννήθηκε το λεγόμενο «ισπανικό ζήτημα», η Ελλάδα και η Ισπανία διατηρούσαν τυπικά διπλωματικές σχέσεις, αλλά οι διπλωματικές τους αντιπροσωπείες ήταν υποβαθμισμένες. Στην Αθήνα υπηρετούσε ο Sebastian de Romero Radigales ως πληρεξούσιος πρεσβευτής β΄ τάξεως, χωρίς όμως να έχει λάβει επισήμως τα διαπιστευτήριά του από την ελληνική πολιτεία. Το προξενείο της Θεσσαλονίκης είχε πάψει να λειτουργεί μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, καθώς φαίνεται ότι ο δημοκρατικός αντιπρόσωπος Maximo José Kahn δεν αντικαταστάθηκε μετά την πτώση της Δημοκρατίας. Στη Μαδρίτη βρισκόταν ο πληρεξούσιος υπουργός Σπυρίδονας Καπετανίδης, ενώ στη Βαρκελώνη υπηρετούσε εκ των προτέρων ο υποπρόξενος Μιλτιάδης Λοβέρδος Κικελής. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία στη Βαρκελώνη αναβαθμίστηκε μεσούσης της ισπανικής απομόνωσης, καθώς ο Κικελής πήρε τον Ιούνιο του 1946 τον τίτλο του γενικού προξένου.

Sebastián de Romero Radigales (1884-1970).   
Sebastián de Romero Radigales (1884-1970).

Η ισπανική διπλωματία διεκδικούσε την υποστήριξη της Ελλάδας στον ΟΗΕ για την υπόθεση της διεθνούς της απομόνωσης. Επομένως στα καθήκοντα του Radigales συμπεριλαμβανόταν η άσκηση προπαγάνδας προς όφελος των θέσεων της Μαδρίτης και ο προσεταιρισμός παραγόντων του ελληνικού καθεστώτος αλλά και αντιπροσώπων άλλων χωρών στην Αθήνα. Επιπλέον, έπρεπε να εργαστεί για την ευρύτερη σύσφιξη των διμερών σχέσεων σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών και, προφανώς, να πληροφορεί τη Μαδρίτη για θέματα της ελληνικής επικαιρότητας με ισπανικό ενδιαφέρον. Μία εμπιστευτική επιστολή του Ισπανού αξιωματούχου Domingo de las Barcenas προς τον Radigales τον Νοεμβρίου του  1946 είναι χαρακτηριστική των αυξημένων υποχρεώσεων του τελευταίου αλλά και γενικότερα του προβληματισμού της ισπανικής διπλωματίας εκείνη την εποχή. Στις οδηγίες που έλαβε λοιπόν ο Radigales ζητούνταν καταρχήν από την ελληνική κυβέρνηση να επιδώσει επισήμως τα διαπιστευτήρια στον Iσπανό πληρεξούσιο, «να διορίσει το συντομότερο δυνατό απεσταλμένο στη Μαδρίτη και να δραστηριοποιηθούν οι σχετικές διπλωματικές αποστολές με τρόπο όχι μονομερή από τη δική μας πλευρά».[3] Επιπλέον,

Να τονιστεί το ενδιαφέρον μας για πιο στενές σχέσεις όχι μονάχα εξαιτίας πολιτιστικών δεσμών και ανθρωπιστικής συγγένειας, αλλά και επειδή τα προβλήματα Μεσογείου έχουν μεγάλη βαρύτητα για την πατρίδα μας. Η Ισπανία και η Ελλάδα αποτελούν δύο στυλοβάτες του πολιτισμού στη Μεσόγειο που αντιστέκονται στην υλιστική ακτινοβολία που κρύβει η σοβιετική επεκτατικότητα… Εφόσον η Ελλάδα αποτελεί μέλος του ΟΗΕ, σημαντικότερο μέλημά μας είναι η αποστολή της σε αυτόν να είναι ευνοϊκή απέναντι στην Ισπανία και τα μέλη της να είναι ενήμερα για τα προβλήματα που θα συζητηθούν εκεί.

Στον τομέα της προπαγάνδας ο Radigales έπρεπε

… να πείσει για το δίκαιο της υπόθεσής μας, την ηρεμία της διακυβέρνησής μας… Να επιδιώξει κατάλληλη επαφή με στελέχη του τύπου και της ειδησεογραφίας…  προκειμένου να επηρεαστούν οι κρίσεις τους και οι εκδόσεις τους… Να διευκολυνθούν εκείνοι οι σεφαραδίτες –είτε διατηρούν είτε όχι την ισπανική εθνικότητα– που θα μπορούσαν να βοηθήσουν το έργο της διπλωματικής αποστολής. Να μεταφράζονται περιοδικά άρθρα που αναφέρονται στην Ισπανία…

Εξαιτίας της στενής σχέσης του φρανκικού καθεστώτος με τις αραβικές χώρες, γινόταν ειδική αναφορά στον προσεταιρισμό των διπλωματικών τους αποστολών στην Αθήνα, προκειμένου «να τους γίνει γνωστό το αξιοθαύμαστο έργο που πραγματοποιεί η Ισπανία στα εδάφη του Μαγκρέμπ». Ενδεικτικές επίσης της σημασίας που έδινε η Μαδρίτη στην πολιτιστική προπαγάνδα και την καλλιέργεια της ιδέας περί «ισπανοσίνης» είναι οι παρακάτω οδηγίες:

Το υπουργείο δίνει μεγάλο βάρος στην πολιτιστική επέκταση της Ισπανίας. Θα πρέπει να ενισχυθούν οι πυρήνες που έχουν επηρεαστεί σημαντικά από την ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία. Να συγκροτηθεί αν είναι δυνατό βιβλιοθήκη… τόσο στο πανεπιστήμιο όσο και σε κάποια αυτόνομη ισπανο-ελληνική ένωση… Να διερευνηθεί η ανταλλαγή ερευνητών ή υποτρόφων που γνωρίζουν την αλήθεια για την Ισπανία και δεν θα ενδιαφέρονται μονάχα για τα ιδιαίτερά τους θέματα [!]. Να σταλούν βιβλία και πληροφορίες για τις επιστημονικές δραστηριότητες στην Ισπανία στους καθηγητές πανεπιστημίου που δείχνουν σχετικό ενδιαφέρον. Μπορείτε να μετακινηθείτε στη Θεσσαλονίκη και να βολιδοσκοπήσετε και τα ενδιαφέροντα του εκεί πανεπιστημίου, σε περίπτωση που θα μπορούσαμε να στείλουμε εκεί ένα δάσκαλο της ισπανικής γλώσσας και να διατηρήσουμε ζωντανό το ενδιαφέρον για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία μας.

Σε σχέση με την τελευταία παρατήρηση που αφορά την πολιτιστική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη, οι ισπανικές αρχές περίμεναν αρκετά από την σεφαραδίτικη κοινότητα της πόλης, θεωρώντας ότι «η παρουσία ευμεγέθους σεφαραδίτικης κοινότητας με ισπανική καταγωγή θα βοηθήσει την ενίσχυση της θέσης της Ισπανίας στην Ελλάδα». Ωστόσο, η κατάσταση της κοινότητας μετά την εξόντωση των περισσότερων μελών της από τους ναζί δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τέτοιου είδους πρωτοβουλίες.

Σε ό,τι αφορούσε τις οικονομικές υποθέσεις ο Radigales καλούνταν αφενός να παράσχει πληροφορίες για «την εμπορική επέκταση της Ελλάδας σε προϊόντα παρόμοια με τα δικά μας» και, αφετέρου, να διερευνήσει το ζήτημα της κράτησης ελληνικών πλοίων που είχαν κατασχεθεί κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε οποιαδήποτε δέσμευση πριν συνεννοηθεί με το υπουργείο.[4]

Αυτό το φιλόδοξο πρόγραμμα δραστηριοτήτων που ανέθεσαν στον Radigales οι προϊστάμενοί του ήταν βέβαια πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων τόσο του ιδίου όσο και των ελληνικών αρχών και πολιτιστικών φορέων. Σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία που μας προσφέρει η αλληλογραφία του με τη Μαδρίτη, οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν πρωτίστως στο ζήτημα της επίσημης αναγνώρισή του, που παρέμεινε ανοιχτό μέχρι το τέλος του 1950.

Οι σχετικές κινήσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από την άνοιξη του 1945, αλλά στη θέση του επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας βρισκόταν τότε ο μετριοπαθής Ιωάννης Σοφιανόπουλους που ο Radigales τον θεωρούσε «άνθρωπο της Ρωσίας» και επομένως αρνητικό απέναντι στο φρανκικό καθεστώς. Στη συνέχεια μεσολάβησε η συνδιάσκεψη του Πότσνταμ και η κοινή διακήρυξη των Τρούμαν, Τσώρτσιλ και Στάλιν εναντίον της ισπανικής κυβέρνησης, γεγονός που έκανε αδύνατη την αναγνώρισή του Ισπανού απεσταλμένου. Οι επόμενες κυβερνήσεις,

αν και κεντρώου προσανατολισμού και χωρίς προκατάληψη για την Ισπανία δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το αίτημά μου για να μην δυσαρεστήσουν τη Ρωσία και από φόβο για ενδεχόμενη διεθνή αριστερή εκστρατεία που θα χαρακτήριζε όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις αντιδραστικές και δικτατορικές.

Αντίθετα, μετά τη νίκη των μοναρχικών στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 1946 και το δημοψήφισμα που επέτρεψε την επιστροφή του βασιλιά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο Radigales αισθανόταν έτοιμος να θέσει και πάλι το ζήτημα. Ο ίδιος θεωρούσε ότι «εφόσον η Ισπανία διαθέτει πρέσβη στο Λονδίνο και την Ουάσιγκτον δεν υπάρχει λόγος να μη διαθέτει και στην Αθήνα».[5]

Το Palacio de Santa Cruz, έδρα του υπουργείου Εξωτερικών της Ισπανίας.
Το Palacio de Santa Cruz, έδρα του υπουργείου Εξωτερικών της Ισπανίας.

 Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική, καθώς τη δεδομένη στιγμή ούτε η ελληνική κυβέρνηση ούτε η Ουάσιγκτον ή το Λονδίνο ήθελαν να τροφοδοτήσουν την ελληνική και διεθνή αριστερή κριτική προς το καθεστώς της Αθήνας. Τον Νοέμβριο του 1947 ο φίλος του Ισπανού απεσταλμένου και υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Τσαλδάρης του επανέλαβε ότι «η Ελλάδα πρέπει να κινείται στις διεθνείς σχέσεις πάντοτε σε συμφωνία με τις ΗΠΑ» και ότι συνεπώς δεν ήταν ευνοϊκές οι συνθήκες για την επίδοση των διαπιστευτηρίων του.[6] Λίγους μήνες αργότερα ο Radigales επαναλάμβανε ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν επέτρεπαν στην Ελλάδα να δεχτεί επισήμως τα διαπιστευτήριά του. Η εξήγηση ήταν και πάλι η ίδια: Βρετανοί και Αμερικανοί θεωρούσαν ότι μία τέτοια κίνηση εκ μέρους της Αθήνας θα ενίσχυε την αριστερή προπαγάνδα που κατηγορούσε το ελληνικό καθεστώς ως «μοναρχοφασιστικό». Αν και η ίδια η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε πλέον τις ίδιες επιφυλάξεις, η πλήρης εξάρτησή της από την Ουάσιγκτον σήμαινε ότι «δεν μπορεί να κάνει καμία κίνηση μεγάλης σημασίας χωρίς πρώτα να πάρει τη συγκατάθεση της αμερικανικής».[7] Ο Radigales εξέφρασε παρόμοιες εκτιμήσεις και στις μεταγενέστερες εκθέσεις του. Οι προσδοκίες του για αίσια έκβαση της υπόθεσή του τον Μάρτιο του 1949 σύντομα διαψεύστηκαν. Το State Department και το Foreign Office επέμεναν ότι η άμεση αναγνώριση του Ισπανού απεσταλμένου θα προκαλούσε αρνητικά αποτελέσματα και θα ενίσχυε την προπαγάνδα κατά της Ελλάδας. Η Αθήνα θα έπρεπε να περιμένει πρώτα να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με τη Μαδρίτη τα άλλα έθνη που είχαν ψηφίσει υπέρ της Ισπανίας στον ΟΗΕ. Σύμφωνα με τον Radigales,

η ελληνική κυβέρνηση θα με είχε ήδη αναγνωρίσει, αλλά εφόσον βρίσκεται αυτή στην εξουσία αντί των κομμουνιστών χάρη στην Αμερική, δεν παίρνει καμία απόφαση χωρίς προηγουμένως να τη συμβουλευτεί. Η στάση των ΗΠΑ και της Βρετανίας απέναντί μας δεν έχει αλλάξει, κι αν δεν αλλάξουν οι συνθήκες θα περάσει αρκετός καιρός μέχρι να εξουσιοδοτήσουν αυτήν την κυβέρνηση να αποκαταστήσει πλήρως τις διπλωματικές σχέσεις της με την πατρίδα μας.[8]

Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε ακόμα και μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1949. Ο Radigales συναντήθηκε αρκετές φορές με τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα Henry Grady προσπαθώντας να τον πείσει να αλλάξει στάση το State Department, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά μόνο μετά το ψήφισμα 386 (V) του ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 1950 η Αθήνα αναγνώρισε επισήμως τον Radigales. Εν τω μεταξύ, είχε ήδη ενισχύσει τη διπλωματική της αντιπροσωπεία στη Μαδρίτη με νέο προσωπικό και με νέο απεσταλμένο – τον πληρεξούσιο υπουργό Κλέονα Συνδίκα. Το 1953 μάλιστα οι διπλωματικές αποστολές στις δύο πρωτεύουσες αναβαθμίστηκαν σε πρεσβείες, με τον Χρήστο Διαμαντόπουλο να εκπροσωπεί την Αθήνα και τον Radigales τη Μαδρίτη. Έτσι τερματίστηκε μία σοβαρή εκκρεμότητα στις επίσημες διμερείς σχέσεις, που προέκυψε από το ισπανικό ζήτημα, αλλά παρατάθηκε εξαιτίας του ελληνικού.

 Η πρόσληψη του φρανκικού καθεστώτος από τις ελληνικές αρχές

 Για να καταλάβουμε τη στάση της επίσημης Ελλάδας απέναντι στο «ισπανικό ζήτημα» θα πρέπει να προσεγγίσουμε την εικόνα του φρανκικού καθεστώτος στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην επίσημη διπλωματία, στο Παλάτι, στους πολιτικούς και πολιτιστικούς φορείς της χώρας. Η αλληλογραφία των δύο διπλωματικών απεσταλμένων των δύο χωρών στη Μαδρίτη και την Αθήνα μας δίνει μία εικόνα του τρόπου με τον οποίο η δεύτερη αντιμετώπιζε την πρώτη κατά την περίοδο που εξετάζουμε. Ο Καπετανίδης κράτησε μία αμφίσημη στάση απέναντι στη «Νέα Ισπανία» του Φράνκο. Αν και θεωρούσε ότι ο εξοστρακισμός της χώρας από τα Ηνωμένα Έθνη ήταν αποτέλεσμα της «κομμουνιστικής εκστρατείας»,[9] καταδείκνυε συχνά τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος και θεωρούσε «ευσεβείς πόθους» τις πληροφορίες για τη φιλελευθεροποίησή του. Αναφερόμενος για παράδειγμα στο δημοψήφισμα του Ιουνίου του 1947 για την έγκριση του Ley de la Sucesión en la jefatura del Estado, μιλούσε απαξιωτικά για τις συνθήκες διεξαγωγής του: τη στέρηση δικαιώματος ψήφου των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος, τις ανοιχτές κάλπες και το διαβλητό της εκλογικής διαδικασίας, τη μονόπλευρη προπαγανδιστική εκστρατεία υπέρ του νόμου από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις κρατικές αρχές και την Εκκλησία. Όταν τον Νοέμβριο του 1948 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημοτικές εκλογές στη χώρα –μία ακόμη προσπάθεια του καθεστώτος να αλλάξει προσωπείο προκειμένου να γίνει αποδεκτό από τη δύση– ο Καπετανίδης φάνηκε εξίσου καυστικός: Χαρακτήρισε τις εκλογές «οικτρά κωμωδία» και «αδικαιολόγητον πρόκλησιν κατά της νοημοσύνης του Ισπανικού λαού», προσθέτοντας ότι ακόμα και ο θετικά διακείμενος προς το καθεστώς αμερικανός συνάδελφός του είπε ότι οι εκλογές ήταν “fixed”.[10] Σκεπτικός ήταν επίσης με την ειλικρίνεια της αποφασιστικοποίησης του καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι οι περιορισμένες αλλαγές είχαν μοναδικό σκοπό να μετριάσουν τις αντιδράσεις των δημοκρατικών κυβερνήσεων. 

Δεν γνωρίζουμε αν οι συνάδελφοι ή οι προϊστάμενοι του Καπετανίδη στην Αθήνα συμμερίζονταν τις απόψεις του για το φρανκικό καθεστώς. Ο διάδοχός του πάντως στην ελληνική αντιπροσωπεία στη Μαδρίτη υπήρξε λιγότερο επικριτικός, εκφράζοντας ίσως και τη γενικότερη αλλαγή στη στάση της δύσης απέναντι στον ισπανό δικτάτορα. Ο Τσαλδάρης, που υπήρξε αρκετές φορές επικεφαλής του υπουργείου Εξωτερικών στην περίοδο που μας ενδιαφέρει, δεν έκρυβε τη συμπάθειά του προς το καθεστώς, φέρεται μάλιστα να συμμερίζεται το φόβο του Radigales για πιθανή επικράτηση των κομμουνιστών στην Ισπανία σε περίπτωση απομάκρυνσης του Φράνκο από την εξουσία. Αλλά και οι περισσότεροι ξένοι απεσταλμένοι των δυτικών κρατών στην Αθήνα ήταν μάλλον ευνοϊκά διακείμενοι, αυτό τουλάχιστον φαίνεται από τις αναφορές του Radigales.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιμετώπιση του φρανκικού καθεστώτος από τους Έλληνες βασιλείς, τον Παύλο και τη Φρειδερίκη. Η μοναρχία στην Ελλάδα είχε παράδοση στις πολιτικές παρεμβάσεις, παράδοση που συνεχίστηκε και στα μεταπολεμικά χρόνια. Το καινούριο μάλλον στοιχείο ήταν η δυναμική παρουσία της βασίλισσας Φρειδερίκης που για πολλούς σύγχρονους αλλά και μεταγενέστερους παρατηρητές επισκίαζε αυτή του βασιλιά Παύλου. Η αρχικά διακριτική στάση που κράτησαν αμφότεροι έναντι της Ισπανίας μετατράπηκε σταδιακά σε πλήρη υποστήριξη. Τον Μάιο του 1949, επτά μήνες δηλαδή πριν η Αθήνα δεχτεί επισήμως τα διαπιστευτήρια του Radigales, το βασιλικό ζεύγος παρέστη σε δείπνο που οργανώθηκε προς τιμή του στο κτίριο της ισπανικής πρεσβείας. Ο Παύλος ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί για την εσωτερική κατάσταση στην Ισπανία και για την παλινόρθωση της μοναρχίας στη χώρα, αλλά φαίνεται πως ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις του Ισπανού απεσταλμένου – το ζεύγος άλλωστε αποχώρησε από το δείπνο στις δύο το πρωί, μετά από «μία πολύ όμορφη βραδιά», πολλές σαμπάνιες και συζήτηση «για τον κομμουνιστικό κίνδυνο».[11] Σε μεταγενέστερες συναντήσεις του με  τον Radigales ο Παύλος εξέφρασε το θαυμασμό του για τον ισπανικό στρατό και τον ηγέτη του, αν και δεν έκρυψε το ενδιαφέρον του για την τύχη της μοναρχίας στην Ισπανία. Η βασίλισσα Φρειδερίκη υπήρξε πάντως περισσότερο φιλική: Υποστήριξε ότι η χώρα είχε αδικηθεί, γιατί είχε στερηθεί την οικονομική βοήθεια που είχαν πάρει άλλα έθνη και θεωρούσε επίσης ακατανόητο το γεγονός ότι δεν είχε ενισχυθεί στρατιωτικά, παρ’ όλο που είχε δείξει ότι «ήταν η μόνη που μπορούσε να σταματήσει τις κόκκινες ορδές».[12]

Όσον αφορά την άποψη των Ελλήνων πολιτικών οι πηγές μας είναι φειδωλές. Η αριστερά βέβαια δεν είχε κανένα πρόβλημα να καταδικάζει ανοιχτά το ισπανικό καθεστώς – ταυτίζοντάς το μάλιστα με το ελληνικό για προπαγανδιστικούς λόγους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αντίθετα οι αστοί πολιτικοί της χώρας στην πλειοψηφία τους δεν ήταν αρνητικά διακείμενοι απέναντι στον Φράνκο, χωρίς ωστόσο να εκφράζονται δημοσίως με θετικά λόγια για τη διακυβέρνησή του. Σύμφωνα με τον Radigales οι κεντρώοι πολιτικοί έδειχναν να φοβούνται περισσότερες τις επαφές μαζί του για να μην τους κακοχαρακτηρίσει η αριστερή προπαγάνδα, ενώ οι δεξιοί έδειχναν να μην συμμερίζονται την ίδια ανησυχία. Υπήρχε βέβαια και η ακραία περίπτωση των ακροδεξιών, νοσταλγών της δικτατορίας του Μεταξά, που υμνούσαν τον Ισπανό δικτάτορα. Για παράδειγμα, ο αρχηγός του Κόμματος των Εθνικοφρόνων Θεόδωρος Τουρκοβασίλης κατευθυνόμενος εν πλω προς τη Νέα Υόρκη έστειλε στον Φράνκο το παρακάτω τηλεγράφημα:

Κατευθυνόμενος ατμοπλοϊκώς προς Ηνωμένας Πολιτείας και αντικρυζων χωρικά ύδατα ενδόξου ισπανικού κράτους ανεμνήσθην μετά συγκινήσεως υπερόχους αγώνας Λαού Σας υπό πεφωτισμένην ηγεσίαν Σας υπέρ της Ισπανικής ελευθερίας, τόσον σοβαρώς απειληθείσης από τον επάρατον διεθνή κομμουνισμόν προπολεμικώς… Μεταπολεμικώς τους αυτούς κινδύνους διέτρεξεν ελληνική ελευθερία κατόπιν προμελετημένης βιαιοτάτης επιθέσεως του αυτού εθρού … Κοινοί αγώνες των δύο ιστορικών Λαών μας κατά του αυτού εχθρού υπέρ χριστιανικού πολιτισμού και παγκοσμίου ελευθερίας, οίτινες εδέησε να αφυπνίσωσι Δυτικόν Κόσμον, ενώνουν Ισπανούς και Έλληνας… απευθύνομεν τον εγκάρδιον χαιρετισμόν του Ελληνικού Λαού και εμού προσωπικώς.[13]

Ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης με τον βασιλιά Παύλο.
Ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης με τον βασιλιά Παύλο.

Αν και ο Τουρκοβασίλης δεν εκπροσωπούσε παρά ένα μικρό κόμμα της άκρας δεξιάς, η συμβολική σημασία της κίνησής του ήταν σημαντική: Αφενός επειδή ταύτιζε τον ισπανικό με τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο αποδίδοντας στον Φράνκο την ιδιότητα του αντικομμουνιστή παρά του δικτάτορα, και αφετέρου επειδή έσπαζε με τον τρόπο του το εμπάργκο εις βάρος του ισπανού ηγέτη. Γι’ αυτό εξάλλου το ισπανικό υπουργείο Εξωτερικών έσπευσε αμέσως να ευχαριστήσει τον Τουρκοβασίλη και να πληροφορήσει σχετικά την αντιπροσωπεία του στην Αθήνα. Μετά την οριστική αποκατάσταση των διμερών διπλωματικών σχέσεων την αντίληψη του Τουρκοβασίλη φαίνεται ότι συμμερίστηκε και η μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών πολιτειακών, πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων, όπως μαρτυρούν οι πληροφορίες του Radigales. Παρόμοια ευνοϊκή αντιμετώπιση είχε την ίδια εποχή η «Νέα Ισπανία» και ο Φράνκο και από εκπροσώπους της πνευματικής ελίτ της Αθήνας. Για παράδειγμα, ο φιλολογικός σύλλογος «Παρνασσός», ένας από τους πιο παλιούς και σημαντικότερους πολιτιστικούς συλλόγους της πρωτεύουσας εκφράστηκε αρκετές φορές με θερμά λόγια για τον “Caudillo” και τον τρόπο διακυβέρνησής του.

 

Ο ελληνο-ισπανικός σύνδεσμος

Ίσως όμως η πιο κατάλληλη ένδειξη της ευνοϊκής αντιμετώπισης του φρανκικού καθεστώτος στην Ελλάδα αποτελεί η λειτουργία και στελέχωση του ελληνο-ισπανικού συνδέσμου στην Αθήνα. Η συγκρότησή του υπήρξε διακαής πόθος του Radigales και μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες του σε σχέση με τις οδηγίες που είχε λάβει από το Palacio de Santa Cruz. Ο ελληνο-ισπανικός σύνδεσμος λειτουργούσε στην Αθήνα από την περίοδο του Μεσοπολέμου, αλλά  είχε σταματήσει τις δραστηριότητές του την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.[14] Η επανενεργοποίησή του μετά το 1945 συναντούσε εμπόδια λόγω της κακής διεθνούς εικόνας της Ισπανίας και της απομόνωσής της. Τον Απρίλιο του 1948 ο σύνδεσμος δεν είχε ακόμα συγκροτηθεί και ο Ισπανός απεσταλμένος, παραδεχόταν «η εργασία μου θα είναι δύσκολη λόγω του φόβου των πολιτικών για τη στάση που κρατούν απέναντι στην Ισπανία οι ΗΠΑ, έθνος από το οποίο εξαρτάται η Ελλάδα».[15]

Τελικά όμως ο σύνδεσμος ιδρύθηκε μόλις ένα μήνα αργότερα και μάλιστα με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων και διακεκριμένων προσωπικοτήτων της οικονομικής και πνευματικής ζωής της πρωτεύουσας, γεγονός που, όπως έλεγε ο Radigales, «αποτελεί ένα πραγματικό δημοψήφισμα υπέρ του καθεστώτος μας». Στον κατάλογο της επίτιμης επιτροπής του συνδέσμου συμπεριλαμβάνονταν ο τότε Αυλάρχης του βασιλιά (μετέπειτα αρχιστράτηγος του Εθνικού Στρατού και πρωθυπουργός) στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, οι πρώην πρωθυπουργοί Σοφοκλής Βενιζέλος, Πέτρος Βούλγαρης, Στυλιανός Γονατάς, ΠαναγιώτηΚανελλόπουλος, Δημήτριος Μάξιμος, Παναγιώτης Πουλίτσας, ο πρώην υπουργός Απόστολος Αλεξανδρής, ο Διοικητής της Τράπεζας Ελλάδας Γεώργιος Μαντζαβίνος, και ο εκδότης της συντηρητικής εφημερίδας Καθημερινή Γεώργιος Βλάχος. Μεταξύ των ενεργών μελών του συνδέσμου βρίσκουμε τον πρώην απεσταλμένο της Αθήνας στην εθνική κυβέρνηση του Φράνκο Περικλή Αργυρόπουλο, τον υπουργό Εσωτερικών  Πέτρο Μαυρομιχάλη, τον υπουργό Συντονισμού Στέφανο Στεφανόπουλο, τον ηγέτη του Εθνικού Κόμματος και πρώην υπουργό Δημοσίας Τάξης Ναπολέοντα Ζέβρα, τον προαναφερόμενο Τουρκοβασίλη, το στρατηγό Δημήτριο Μπότσαρη, τον πρώην υπουργό και πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών Αριστοτέλη Κούζη, τον επίσης πρώην υπουργό και ακαδημαϊκό Γεώργιο Οικονόμου, τον πρόεδρο του συλλόγου «Παρνασσός» Ιπποκράτη Καραβία, τον πρόεδρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου Αθηνών Α. Πουλόπουλο. Ο Radigales ήταν βέβαια ενθουσιασμένος με την επιτυχία του:      

   Γενικά ο σύνδεσμος εκπροσωπείται από προσωπικότητες πολύ σημαντικές σε σχέση με τον αντίστοιχο στην Αγγλία, τη Γαλλία ή τις ΗΠΑ. Η επιτυχία ξεπερνάει τις προσδοκίες μου… χαρακτηριστικό είναι ότι συμμετέχει και ένας σοσιαλιστής, ο Παπανδρέου[!]… Τις περισσότερες από αυτές τις προσωπικότητες τις γνωρίζω προσωπικά, τις έχω καλέσεις αρκετές φορές στην πρεσβεία, οπότε ήταν ευκολότερη η συμμετοχή τους. Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί διανοούμενοι που είχαν διακηρύξει την υποστήριξή τους προς τον Generalisimo Franco κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας μας… Με τόσο σπουδαίους συνεργάτες ελπίζω να πραγματοποιήσουμε σημαντική πολιτιστική και πολιτική προπαγάνδα … Υπάρχει εδώ ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την Ισπανία και ελπίζω να μπορέσουμε να το αξιοποιήσουμε.[16]

Ο Radigales εξέρχεται από το κτήριο της Ισπανικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Ο Radigales εξέρχεται από το κτήριο της Ισπανικής πρεσβείας στην Αθήνα.

 Ο σύνδεσμος έδειξε πολύ γρήγορα τον πολιτικό και ιδεολογικό του προσανατολισμό. Στις εκδηλώσεις του παρουσιάζονταν τα κοινά χαρακτηριστικά των δύο λαών με έμφαση στους κοινούς αγώνες τους εναντίον του κομμουνισμού. Σε μία τέτοια ομιλία, για παράδειγμα, ο πρώην επιτετραμμένος στη Μαδρίτη Αργυρόπουλος καταδίκασε την πολιτική της Δημοκρατίας που είχε οδηγήσει «στη βία και το χάος», αντιπαραθέτοντάς την με τη διακυβέρνηση του Φράνκο, στην οποία «βασιλεύει η ειρήνη και όπου κανένας δεν διώκεται για τις ιδέες του». Σύμφωνα με την έκθεση του Radigales στην εκδήλωση παραβρέθηκαν πολλές προσωπικότητες της διανόησης, της πολιτικής και του στρατού, και γενικά αποτέλεσε μία πολύ καλή ευκαιρία για προπαγάνδα υπέρ της Ισπανίας.[17] Στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και αρκετές άλλες παρόμοιες συγκεντρώσεις με κοινό στοιχείο τις ομιλίες ιστορικού περιεχομένου που έληγαν πάντα με τους κοινούς αγώνες εναντίον των «κόκκινων» και την αποτροπή της επικράτησης του κομμουνισμού στις δύο χώρες.

Η σύνθεση και οι δραστηριότητες του ελληνο-ισπανικού συνδέσμου δείχνουν όχι μονάχα την επιρροή του ισπανού απεσταλμένου στην αστική ελίτ της ελληνικής πρωτεύουσας αλλά και την ετοιμότητά της να υποστηρίξει ιδεολογικά, πολιτικά και ηθικά το φρανκικό καθεστώς. Για τους έλληνες αντικομμουνιστές της εποχής –όπως και για πολλούς ομοϊδεάτες τους στις άλλες δυτικές χώρες– η «σταυροφορία» του Φράνκο δεν αποτελούσε πλέον πραξικόπημα εναντίον μίας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, αλλά αγώνα εναντίον της επικράτησης του κομμουνισμού. Με αυτήν την έννοια ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος παρουσιαζόταν ως συνέχεια του ισπανικού, ενώ το στρατόπεδο των Ελλήνων εθνικοφρόνων ταυτιζόταν με εκείνο των Ισπανών εθνικιστών.

 Ο ελληνικός τύπος για τον Φράνκο και το «ισπανικό ζήτημα»

Οι εξελίξεις του ισπανικού ζητήματος και η δικτατορία του Φράνκο απασχόλησαν αρκετές φορές την αρθογραφία του ελληνικού Τύπου. Στις περισσότερες περιπτώσεις βέβαια επρόκειτο για δημοσίευση τηλεγραφημάτων ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων ή μεταφράσεις άρθρων ξένων εφημερίδων και όχι για πρωτότυπο σχολιασμό γεγονότων. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και η ίδια η επιλογή των ξένων δημοσιεύσεων αποτελεί συχνά ένδειξη της άποψης της εφημερίδας ή του συντάκτη της. Στο θέμα αυτό οι πηγές μας, αν και αποσπασματικές (περιλαμβάνουν την κεντρώα εφημερίδα Ελευθερία, το δημοσιογραφικό όργανο του ΚΚΕ Ριζοσπάστης και τα φύλα που διαβίβασε ο Radigales στους προϊσταμένους του – όλα της περιόδου 1946-1950), δίνουν μία ενδεικτική εικόνα της προσέγγισης της Ισπανίας της εποχής από τις αθηναϊκές εφημερίδες όλων σχεδόν των πολιτικών αποχρώσεων.

Ο Radigales παρέπεμπε συνήθως στους Καιρούς, τη Βραδυνή, την Καθημερινή, τον Ελληνικόν Αίμα, το Μεσογειακόν Βήμα και τον Εθνικό Κήρυκα. Σε αυτές η κριτική εις βάρος του φρανκικού καθεστώτος απουσιάζει. Οι δυσάρεστες για το καθεστώς ειδήσεις, όπως για παράδειγμα το κλείσιμο των γαλλο-ισπανικών συνόρων τον Μάρτιο του 1946, δημοσιεύονταν χωρίς σχολιασμό. Την εποχή που συζητούνταν το ζήτημα του αποκλεισμού της Ισπανίας, η Καθημερινή δημοσίευε φιλικά για τον Ισπανό δικτάτορα τηλεγραφήματα από το Λονδίνο, το Μεσογειακόν Βήμα τον εγκωμίαζε επειδή έσωσε την Ισπανία από τον κομμουνισμό και το Ελληνικόν Αίμα αστειευόταν με την εκστρατεία εναντίον του καθεστώτος. Γενικά πάντως ο Ισπανός απεσταλμένος ήταν ικανοποιημένος, γιατί η αντιφρανκική καμπάνια του τύπου στην Ελλάδα τους πρώτους κρίσιμους μήνες του 1946 ήταν πολύ λιγότερο έντονη απ’ ότι  ο ίδιος ανάμενε. Όταν αργότερα άρχισε να διαφαίνεται η προσέγγιση ΗΠΑ-Ισπανίας, η αρθογραφία υπέρ του Φράνκο στις αθηναϊκές δεξιές εφημερίδες έγινε περισσότερο εμφανής. Τον Μάιο του 1949 άρθρο των Καιρών επισήμαινε ότι

… Αυτή τη στιγμή η Ισπανία είναι μία από τις πιο ηρωικές χώρες της Ευρώπης, αγωνίζεται μονάχη για να ξεπεράσει τις πληγές του πολέμου, και αποτελεί μία βάση, που αγνοείται από τους Συμμάχους, για τον αντικομμουνιστικό αγώνα στην Ευρώπη….[18]

Στην ίδια εφημερίδα τον επόμενο μήνα δημοσιεύτηκε μία σειρά περιηγητικών κειμένων με θέμα την Ισπανία του Φράνκο: Ο συγγραφέας Alex Pop παρουσίαζε μεταξύ των άλλων συζητήσεις με Ισπανούς που δήλωναν περήφανοι, επειδή η ανοικοδόμηση της χώρας τους συνεχιζόταν χωρίς τα λεφτά των ξένων, απέρριπταν τις κατηγορίες ότι η κυβέρνησή τους ήταν δικτατορική και μιλούσαν με εγκωμιαστικά λόγια για τον caudillo. Ο συγγραφέας συμμεριζόταν τις απόψεις τους για το καθεστώς, προσθέτοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι «οι Καταλανοί δεν επιθυμούν πια την απόσχισή τους από τη χώρα». Σε ό,τι αφορούσε την αντίσταση κατά του Φράνκο ο παραπάνω αρθογράφος απαξίωνε τη δράση των κομμουνιστών ανταρτών, ενώ για την προσπάθεια οργάνωσης των εργατών από τους κομμουνιστές και τους αναρχικούς υποστήριζε ότι επρόκειτο για κινήσεις που στερούνταν οργάνωσης, ενθουσιασμού και πίστης.

Αλλά και οι άλλες δεξιές εφημερίδες της εποχής έδειχναν την ευνοϊκή θεώρηση του ισπανικού καθεστώτος λόγω του αντικομμουνιστικού χαρακτήρα. Έτσι η Βραδυνή σε άρθρο της με τον τίτλο «Μία μοναρχία χωρίς μονάρχη», τον Νοέμβριο του 1949, υποστήριζε ότι είχε έρθει ο καιρός για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων της δύσης με την Ισπανία, ενώ η Καθημερινή ένα σχεδόν χρόνο μετά έλεγε ότι η χώρα έπρεπε να ενταχθεί στον ΟΗΕ. Για το ίδιο θέμα ο Εθνικός Κήρυκας σχολίαζε σχετικά: 

Η απόφαση των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας για την πλήρη αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Ισπανία είναι πολύ σημαντική. Η Ισπανία πολέμησε εναντίον κομμουνισμού και είναι απαραίτητη για τη δύση. Έχουμε κοινές ιδέες και αισθήματα με τους αδελφούς μας Ισπανούς, κοινή στάση μας απέναντι στον κοινό εχθρό της ανθρωπότητας. Δυστυχώς η τρομοκρατία των διεθνών κομμουνιστών δεν επέτρεψε στα Ηνωμένα Έθνη να αλλάξουν μέχρι τώρα τη στάση τους. Η είσοδος της Ισπανίας στην οικογένεια των υπερασπιστών του πολιτισμού και της ειρήνης θα ενδυναμώσει ηθικά και δυναμικά την προσπάθεια της ανθρωπότητας να αποτρέψει την απειλή του βάρβαρου καταπιεστή. Χαιρετούμε με ενθουσιασμό την αποκατάσταση της Ισπανίας στη θέση που της αξίζει….[19]

 

Francisco Franco (1892-1975).
Francisco Franco (1892-1975).

 Οι κεντρώες εφημερίδες, σύμφωνα με τον Radigales, υπήρξαν περισσότερο επιφυλακτικές προς το καθεστώς, δημοσίευαν τηλεγραφήματα για τον εξοστρακισμό της Ισπανίας από τους διεθνείς οργανισμούς, αλλά η κριτική τους ήταν περιορισμένη. Η Ελευθερία πάντως, μία δημοκρατική αλλά και αντικομμουνιστική εφημερίδα της εποχής, δημοσίευε συχνά επικριτικά για τον Φράνκο άρθρα, συνήθως μεταφράσεις από τον δυτικοευρωπαϊκό και αμερικανικό τύπο. Ορισμένοι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: «Αι Δημοκρατίαι κατά του φασισμού. Εις τον Φράνκο επιδίδεται σήμερον η διακοίνωσις διά των τριών Συμμάχων», «Δεν είναι ανεκτόν το σημερινόν δικτατορικόν καθεστώς εν Ισπανία που υπήρξε φανερώς εχθρικών προς τον αγώνα των Δημοκρατιών», «Η παραφωνία της δυτικής Ευρώπης. Το δράμα των Ισπανών υπό την δικτατορίαν».[20] Σε άλλα άρθρα της Ελευθερίας διακρίνεται και η προσέγγιση Μαδρίτης-Ουάσιγκτον: «Η αμερικανική βουλή εδέχθη να περιληφθή και η Ισπανίαν εις το πρόγραμμα βοηθείας», «Ο Φράνκο επιζητεί να επηρεάση τας Ηνωμένας Πολιτείας», «Θα αποκατασταθούν αι σχέσεις ΟΗΕ-Ισπανίας». Το τελευταίο αναφερόταν στο ψήφισμα της ειδικής πολιτικής επιτροπής του οργανισμού υπέρ της αποκατάστασης των σχέσεων κρατων-μελών του ΟΗΕ με την Ισπανία και στην υποστήριξη του ψηφίσματος από τον έλληνα αντιπρόσωπο που δήλωσε ότι «η διατήρησις σχέσεων ή μη με την Ισπανίαν εμπίπτει εις τα εσωτερικάς υποθέσεις έκαστου κράτους».[21] Στα λίγα πρωτότυπα άρθρα της Ελευθερίας για το ίδιο θέμα ήταν εμφανής η κριτική στο φρανκικό καθεστώς αλλά και στη διαλλακτική στάση που κρατούσαν απέναντί του η αμερικανική και η βρετανική κυβέρνηση. Έτσι, τον Αύγουστο του 1948 δημοσιεύτηκε άρθρο του ανταποκριτή στο Λονδίνο με τον τίτλο «Η κατάστασις στην Ισπανία», στο οποίο γινόταν λόγος για προδοσία των ισπανών δημοκρατικών από την βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών που είχε μόλις υπογράψει με τον Φράνκο μία νέα εμπορική συμφωνία.[22] Και δύο μήνες αργότερα ο ίδιος αρθογράφος αναφερόμενος τις βρετανικές επικρίσεις για την προσέγγιση της Αμερικής με τον Φράνκο σχολίαζε χαρακτηριστικά:

…Κι ενώ φρονούν [οι Βρετανοί] ότι η συμμαχία με τον Φράνκο θα έχει διαλυτικήν επίδρασιν στην συγκολλητική ιδεολογική ουσία της δυτικής Ευρώπης, δεν τολμούν να προχωρήσουν ως την πλήρη στήριξη της Ισπανικής Δημοκρατίας. Κοινοβουλευτική μοναρχία είναι το φάρμακο που προτείνουν – όπως και στην Ελλάδα.[23]

Από την άλλη πλευρά, ο αριστερός τύπος άσκησε εξαρχής δριμεία κριτική στο φρανκικό καθεστώς και στη σταδιακή ένταξή του στο δυτικό αντισοβιετικό στρατόπεδο. Μέσα από τις σελίδες του Ριζοσπάστη και άλλων αριστερών εφημερίδων παρουσιάζονταν με μελανά χρώματα η οικονομική κατάσταση στην Ισπανία, η τρομοκρατία που ασκούσε το καθεστώς στους πολίτες και, παράλληλα, υμνούνταν η δράση των ανταρτών, οι ενέργειες της εξόριστης δημοκρατικής κυβέρνησης και ασκούνταν κριτική στις φιλικές προς τον Φράνκο κινήσεις των ΗΠΑ.

Η αναφορά στην ισπανική δικτατορία, εξάλλου, αποτελούσε συνήθως αφορμή για επιθέσεις στην ελληνική κυβέρνηση και στους δυτικούς προστάτες της. Έτσι ένα άρθρο της εφημερίδας Μάχη του μικρού Σοσιαλιστικού Κόμματος τον Μάιο του 1949 υποστήριζε ότι η υποστήριξη του Φράνκο από τους αντιδραστικούς Ευρωπαίους, τους στρατιωτικούς και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ ενίσχυαν το «αιμοσταγές καθεστώς» του που συνέχιζε τις εκτελέσεις των πολιτικών του αντιπάλων. Ο αρθρογράφος ξέφραζε επίσης την πικρία του, επειδή η ελληνική κυβέρνηση, «η μοναδική από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις» είχε ψηφίσει υπέρ της άρσης της απομόνωσης της Ισπανίας στην ειδική πολιτική επιτροπή του ΟΗΕ.[24]

Η σύνδεση Μαδρίτης και Αθήνας γινόταν σαφέστερα από τον Ριζοσπάστη με βασική επιδίωξη την ταύτιση των δύο καθεστώτων αλλά και των αντιστασιακών σε αυτά κινημάτων. Χαρακτηριστικά είναι τα άρθρα για τη δράση των ανταρτών στην Ισπανία που θα μπορούσαμε να πούμε ότι παρέπεμπαν έμμεσα στη δράση του Δημοκρατικού Στρατού την ίδια εποχή στην Ελλάδα. Ίδιο περιεχόμενο είχαν και οι ειδήσεις για τη «Διεθνή βοήθεια για τους εξόριστους και φυλακισμένους Ελλάδας και Ισπανίας»,[25] όπως επίσης και ο παρακάτω σχολιασμός του δημοψηφίσματος του φρανκικού καθεστώτος τον Ιούλιο του 1947:

Σήμερα ο Φράνκο καλεί τον ισπανικό λαό με ένα ‘ναι’ ή ένα ‘όχι’ να επικυρώσει ή να απορρίψει

το νέο νόμο που διατύπωσε… Αλλά δεν μπορεί να πει ‘όχι’ [ο λαός]… όταν οι φασίστες του Φράνκο δολοφονούν… Όταν τα τακτικά ή έκτακτα στρατοδικεία καταδικάζουν σε θάνατο και εκτελούν κατά δεκάδες τους δημοκρατικούς. Κι όταν τις ψήφους θα μετρήσουν τα ανήθικα όργανα του ίδιου καθεστώτος… Ο ελληνικός λαός το ξέρει πολύ καλά αυτό. Γιατί το ισπανικό δημοψήφισμα δεν είναι το πρώτο που γίνεται στην Ευρώπη κάτω από τέτοιες συνθήκες.[26]

Όταν μετά το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και το ψήφισμα 386 ( V) του ΟΗΕ η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την ισπανική, το σχόλιο της αριστερής (αλλά υπό την επιρροή του ΚΚΕ) εφημερίδας  Δημοκρατικός ήταν εξίσου καυστικό:

Χτες το βράδυ έγινε γνωστό ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφάσισε να αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις της με τη δυτική «δημοκρατία» της Ιβηρικής Χερσονήσου και να διορίσει πρέσβη στη Μαδρίτη του Φράνκο… Και το ίδιο βράδυ η Ελλάδα αποφάσισε να διορίσει Έλληνα πρέσβη στην Ισπανία… Αυτή η σύμπτωση δείχνει το μέγεθος… της ελληνικής ανεξαρτησίας.[27]

 

 Το δημοψήφισμα του 1947 στην Ισπανία. Οδηγίες προς τους εκλογείς.  
Το δημοψήφισμα του 1947 στην Ισπανία. Οδηγίες προς τους εκλογείς.

                                          

Η αντιφρανκική εκστρατεία στην Ελλάδα

 

Αντίθετα λοιπόν με την ευνοϊκή –ή τουλάχιστον ουδέτερη– στάση που κράτησε ο αστικός πολιτικός κόσμος στην Ελλάδα έναντι της Ισπανίας, η αριστερά και το ΚΚΕ συντάχθηκαν αμέσως με τη διεθνή εκστρατεία εναντίον του φρανκικού καθεστώτος και υπέρ της αποκατάστασης της δημοκρατίας στην Ιβηρική χερσόνησο. Στην πραγματικότητα πάντως το «ισπανικό ζήτημα» δεν απασχόλησε σοβαρά την ελληνική αριστερά και ειδικά το ΚΚΕ παρά μόνο τους πρώτους μήνες του 1946. Το διακύβευμα στο εσωτερικό ήταν περισσότερο άμεσο: Την ίδια χρονιά στη χώρα πραγματοποιήθηκαν εκλογές και δημοψήφισμα για το πολίτευμα της χώρας, οι διώξεις εναντίον των αριστερών συνεχίζονταν τόσο από το επίσημο κράτος όσο και από τις παραστρατιωτικές ακροδεξιές οργανώσεις, ενώ η δράση των πρώην ανταρτών του ΕΛΑΣ εξελισσόταν σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Ήταν λοιπόν λογικό η κινητοποίηση κατά του φρανκισμού να είναι υποβαθμισμένη και χρονικά περιορισμένη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η πλέον δραστήρια περίοδος αυτής της κινητοποίησης ήταν οι πρώτοι μήνες του 1946, τη στιγμή δηλαδή που οι αντίπαλοι του Φράνκο έβλεπαν με αισιοδοξία την  προοπτική απομάκρυνσής του από την εξουσία, εξαιτίας της διεθνούς απομόνωσης του καθεστώτος και της αναβάθμισης της θέσης της εξόριστης δημοκρατικής κυβέρνησης. Το γεγονός βέβαια ότι το ΕΑΜ δεν συμμετείχε στην κυβέρνηση, όπως ίσχυε με την αριστερά άλλων ευρωπαϊκών χωρών την ίδια εποχή, περιόριζε τις δυνατότητες παρέμβασής του σε άρθρα στις φιλικές εφημερίδες, παραστάσεις στην ελληνική κυβέρνηση και δημόσιες συγκεντρώσεις.  Ακόμα κι αυτές οι κινήσεις όμως δεν ήταν εύκολο να πραγματοποιηθούν ούτε λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη από τις επίσημες αρχές.

Τον Μάρτιο του 1946, λίγες μέρες μετά το κλείσιμο των γαλλο-ισπανικών συνόρων με πρωτοβουλία του Παρισιού, αντιπροσωπεία κομμάτων του ΕΑΜ επισκέφτηκε τον τότε Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Θεμιστοκλή Σοφούλη και του ζήτησε την άμεση διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Ισπανία. Ο υπουργός τους απάντησε ότι η Ελλάδα ήταν πολύ μικρή χώρα για να λάβει μόνη της τέτοια απόφαση, αλλά ότι είχε εκφράσει στον ΟΗΕ την υποστήριξή της προς ένα δημοκρατικό καθεστώς στην Ισπανία. Ο Radigales έσπευσε και αυτός στο υπουργείο Εξωτερικών για να μεταφέρει τις θέσεις της κυβέρνησής του. 

Λίγους μήνες αργότερα, η προσπάθεια ελλήνων αντιφρανκιστών να οργανώσουν τον Ιούλιο του 1946 συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από την ισπανική πρεσβεία προσέκρουσε στην άτυπη συμμαχία αρχών και Radigales. Ο τελευταίος πληροφορήθηκε από τον αρχηγό της αστυνομίας και «προσωπικό του φίλο» Άγγελο Έβερτ τα σχέδια των κομμουνιστών και προχώρησε αμέσως σε προφορικό διάβημα προς τα υπουργεία Δημόσιας Τάξης και Εξωτερικών, με αποτέλεσμα τη στενή φρούρηση της πρεσβείας.[28] Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Σπυρίδων Θεοτόκης απαγόρευσε τελικά την διοργάνωση της συγκέντρωσης. Η αποφασιστική στάση των ελληνικών αρχών εναντίον της κινητοποίησης ικανοποίησε τον ισπανό απεσταλμένο που ενημέρωσε το Palacio de Santa Cruz ότι υπό τέτοιες συνθήκες «δεν είναι περίεργο που σε μία χώρα όπου οι κόκκινοι έχουν τόση δύναμη και τόσο μαχητικό πνεύμα, δεν πραγματοποιήθηκε καμία εκστρατεία, παρά τις οδηγίες της Μόσχας».[29]

Μία άλλη πρωτοβουλία του ΚΚΕ για τη δημιουργία ισπανο-ελληνικού αντιφασιστικού συνδέσμου δεν ανησύχησε σοβαρά τον Radigales, παρ’ όλο που μία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ανταγωνιστικά στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ελληνο-ισπανική οργάνωση φιλική προς το φρανκικό καθεστώς. Στόχος του αντιφασιστικού συνδέσμου, σύμφωνα με τον ισπανό διπλωμάτη, ήταν να πιέσει την Αθήνα να αναγνωρίσει την εξόριστη δημοκρατική κυβέρνηση και να ενισχύσει τους Ισπανούς αντιστασιακούς. Ο ίδιος πάντως θεωρούσε υποβαθμισμένη τη συμμετοχή των στελεχών του ΚΚΕ στο σύνδεσμο, γεγονός που αποδείκνυε το περιορισμένο ενδιαφέρον του κόμματος για το θέμα.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι, αν και ο σύνδεσμος θα μας ασκήσει μεγάλη πολεμική, δεν θα προχωρήσει σε σημαντικές ενέργειες, ενώ η προσπάθεια για αναγνώριση της κυβέρνησης-φάντασμα των δημοκρατικών δεν θα φέρει αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα οι κομμουνιστές και οι αριστεροί γενικά ασχολούνται πολύ λίγο με την Ισπανία.[30]

Αυτή είναι και η τελευταία αναφορά στις πηγές μας για πρωτοβουλίες εναντίον του Φράνκο στην Ελλάδα. Στο εξής και μέχρι το τέλος του «ισπανικού ζητήματος», οι κριτικές στο καθεστώς της Μαδρίτης θα περιορίζονταν στη σχετική αρθογραφία στον τύπο.

Συμπεράσματα

 Η ελληνική υποστήριξη της Ισπανίας στην επαύριο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν έτσι κι αλλιώς σημαντική για ένα κράτος που στην Ευρώπη έμοιαζε πλήρως αποκλεισμένο και με το πολιτικό του μέλλον υπό αμφισβήτηση. Αυτό όμως που την έκανε σημαντικότερη ήταν η δυνατότητα ταύτισης του προγενέστερου ισπανικού με τον εξελισσόμενο ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Για το φρανκικό καθεστώς η παρομοίωσή του με τις κυβερνήσεις της Αθήνας έδινε έμφαση στον αντικομμουνιστικό παρά στον αντιδημοκρατικό του χαρακτήρα και παρέβλεπε το φασιστικό του περιεχόμενο. Λειτουργούσε δηλαδή ενισχυτικά της προσπάθειας του Φράνκο να εκμεταλλευτεί τη διαφαινόμενη ρήξη μεταξύ ΕΣΣΔ και δύσης προκειμένου να ενταχθεί στη δεύτερη και με αυτόν τον τρόπο να επιβιώσει. Την ίδια σύνδεση έκανε –για τους αντίστροφους ακριβώς λόγους– η ελληνική αριστερά, το ΚΚΕ και οι υποστηρικτές του στην Ευρώπη, φιλοδοξώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα κηλίδωναν τους αντιπάλους τους ως «μοναρχοφασίστες». Από αυτήν την άποψη, οι τελευταίοι θα έπρεπε να είναι οι πλέον επιφυλακτικοί με τη σύγκριση ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Το γεγονός αυτό κατανόησαν καταρχήν οι διεθνείς προστάτες της κυβέρνησης της Αθήνας, που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποτρέψουν μία τέτοια σύνδεση, ακόμα κι όταν είχαν πλέον αποφασίσει να στηρίξουν τον Φράνκο κι ενώ η πλάστιγγα του ελληνικού εμφύλιου πολέμου έγειρε οριστικά προς την πλευρά των αντικομμουνιστών. Παρόμοια διστακτικότητα έδειξε και τμήμα του ελληνικού αστικού κόσμου –της κεντρώας συνιστώσας του– που για λόγους επικοινωνιακούς και δευτερευόντως ηθικούς δεν ήθελε να ταυτιστεί με μία δικτατορία, «παραφωνία» στο χώρο της δύσης. Την επιφύλαξη αυτή πάντως δεν συμμεριζόταν η πλειοψηφία της ελληνικής πολιτικής, στρατιωτικής, οικονομικής και πνευματικής ελίτ της εποχής, που έδειξε κατ’ επανάληψη την εύνοιά της προς το φρανκικό καθεστώς, παρά την αντίθετη γνώμη Ουάσιγκτον και Λονδίνου και την αναπόφευκτη δυσφήμιση της επίσημης Ελλάδας – κυρίως στο εξωτερικό. Με άλλα λόγια, η θέση της απέναντι στην Ισπανία διαμορφώθηκε με βάση το δικό της εσωτερικό ζήτημα, δηλαδή τον αγώνα εναντίον του κομμουνισμού, που συνένωνε όλους τους αντιπάλους του στη χώρα: από δωσίλογους και συνεργάτες των Γερμανών, που είχαν πλουτίσει και αποκτήσει κοινωνική ισχύ κατά τη διάρκεια της κατοχής, μέχρι κεντρώους φιλελεύθερους, πρώην αντιμοναρχικούς, οι οποίοι θεωρούσαν αμεσότερο τον ταξικό κίνδυνο που αντιπροσώπευε η άνοδος της αριστεράς παρά το ενδεχόμενο επιστροφής του βασιλιά και πολιτικής επικυριαρχίας της φιλομοναρχικής δεξιάς. Αυτά τα δεδομένα έκριναν τελικά την επίσημη στάση της χώρας στο «ισπανικό ζήτημα», η οποία παρά τις σποραδικές επικρίσεις εις βάρος της Μαδρίτης από κάποιον διπλωμάτη ή από το φιλελεύθερο τύπο υπήρξε κατά κανόνα φιλική προς τον Φράνκο. Όπως σχολίαζε και ένα σχετικό άρθρο σε μία αθηναϊκή δεξιά εφημερίδα της εποχής,

Είναι ακριβώς αυτό το γεγονός του αντικομμουνιστικού αγώνα που διατηρεί η Ισπανία και που πρέπει να ενδιαφέρει την υπόλοιπη ανθρωπότητα, και όχι οι μέθοδοι του Φράνκο… αυτός [ο αγώνας] είναι επαρκής όχι μονάχα για να συγχωρήσουμε τη δικτατορία του Φράνκο αλλά και για κάτι παραπάνω: για να ζητήσουμε τη συνεργασία μαζί του.[31]

 

Ο Λουκιανός Χασιώτης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής της Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων στο Τμήμα Ιστορίας και                        Αρχαιολογίας του ΑΠΘ
Ο Λουκιανός Χασιώτης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής της Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων στο Τμήμα Ιστορίας και  Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

   Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Balfour, Sebastian και Preston, Paul (επιμ.), Spain and the Great Powers in the Twentieth Century, Λονδίνο, Routledge, 1999.
  • Carlos Castañares, Juan και Martínez Lillo, Pedro A., “Politica Exterior, 1939-1975”, στο Historia contemporanea de España, siglo XX (επιμ. Javie Paredes), Βαρκελώνη, Ariel, 1998, 742-8.
  • Close, David (επιμ.), The Greek Civil War, 1943-1950. Studies of Polarization, Νέα Υόρκη, Routledge, 1993.
  • Φιλιππής, Δημήτρης Ε., «Οδός Σκουφά 31: Ο ισπανικός διπλωματικός εμφύλιος στην Ελλάδα», στο Ελλάδα και Ισπανία (επιμ. Δ. Φιλιππής), Αθήνα, Βιβλιόραμα, 145-65.
  • Guirao, Fernando, Spain and the Reconstruction of Western Europe, Νέα Υόρκη, St. Martin’s Press, 1998.
  • Lleonart y Anselem, A. J., España y ONU. II (1947): La “cuestión española”. Estudio introductivo y corpus documental, Madrid: Cosejo Superior de Investigaciones Cientificas, 1983.
  • Morcillo Rosillo, Matilde, R. Radigales y los Sefardíes de Grecia, 1943-1946, Μαδρίτη, Casa Sefarad-Israel, 2008.
  • Payne, Stanley G., The Franco Regime, 1936-1975, Wisconsin, Univ. of Wisco

Παραπομπές

[1] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (στο εξής  IAYE) /1949/114/7/1/1: Ισπανία – Εσωτερική πολιτική: Καπετανίδης προς υπουργείο Εξωτερικών, Μαδρίτη, 1-10-1948.

[2] IAYE/1948/101/1/1/1: Ισπανία: Καπετανίδης προς υπουργείο Εξωτερικών, Μαδρίτη, 28-10-1948.

[3] AMAE/R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Domingo de las Barcenas προς Radigales, Λονδίνο 22-11-1946.

[4] AMAE/R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Domingo de las Barcenas προς Radigales, Λονδίνο 22-11-1946.

[5] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Radigales  προς MAE, Αθήνα 7-10-1946.

[6] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Radigales προς MAE, Αθήνα 12-11-1947.

[7] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Radigales προς MAE, Αθήνα 8-2-1948.

[8] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Sebastian de Romero Radigales προς MAE, Αθήνα 8-6-1949.

[9] ΙΑΥΕ/1947/2/1/5/3: Ισπανία: Καπετανίδης προς υπουργείο Εξωτερικών, Μαδρίτη, 9-8-1947.

[10] IAYE/1948/101/2/1/1: Ισπανία-Δημοτικές εκλογές: Καπετανίδης προς υπουργείο Εξωτερικών, Μαδρίτη, 7-12-1948.

[11] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Radigales προς MAE, Αθήνα 17-5-1949.

[12] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Radigales προς MAE, Αθήνα 30-12-1950.

[13] ΙΑΥΕ/1950/46/3/2/1: Ισπανία-Τύπος: Συνδίκας προς υπουργείο Εξωτερικών, Μαδρίτη, 3-10-1950.

[14] Για τις εσωτερικές διενέξεις στο σύνδεσμο την εποχή του ισπανικού εμφυλίου βλ. ΑΜΑΕ/R 1784/14: Politica de Grecia con España: Maximo José Kahn προς Ministerio de Estado, Θεσσαλονίκη 2-12-1937.

[15] ΑΜΑΕ/R 3115/21: Españoles en el extranjero, Grecia (1948-51): Radigales προς MAE, Αθήνα 8-4-1948.

[16] ΑΜΑΕ/R 3115/21: Españoles en el extranjero, Grecia (1948-51): Radigales προς MAE, Αθήνα 10-5-1948.

[17] AMAE/R 2036/1 : Grecia, Informaciónes de Grecia sobre ambiente elecciones y politica de España (1949): Sebastian de Romero Radigales προς MAE, Αθήνα 20-5-1949.

[18] Εφ. Οι Καιροί, 17-5-1949.

[19] Εφ. Εθνικός Κήρυξ, «Η Ισπανία», 29-12-1950.

[20] Εφ. Ελευθερία, 2-3-1946, 5-3-1946, 2-4-1947.

[21] Εφ. Ελευθερία, 31-3-1948, 21-5-1949, 1-11-1950.

[22] Εφ. Ελευθερία, 24-8-1948.

[23] Εφ. Ελευθερία, «Με το περισκόπιον του Λονδίνου. Αυτά συμβαίνουν εις τον κόσμον. Το αμερικανικό ενδιαφέρον διά την Ισπανίαν», 21-10-1948.

[24] AMAE/R 2036/1 : Grecia, Informaciónes de Grecia sobre ambiente elecciones y politica de España (1949): Radigales προς MAE, Αθήνα 22-5-1949: Διαβίβαση εφ. Μάχη, 15-5-1949.

[25] Εφ. Ριζοσπάστης, 6-11-1947.

[26] Εφ. Ριζοσπάστης, «Δεν είναι το πρώτο», 6-7-1947.

[27] AMAE/ R 3115/20: Grecia: Actividades de la representación diplomatica de España (1946-1952): Radigales προς MAE, Αθήνα 30-12-1950: Διαβίβαση εφ. Δημοκρατικός, “Pas a Pas”, 29-12-1950.

[28] AMAE/R 3508/20: Campaña antiespañola en Grecia (1946): Radigales προς MAE, Αθήνα 26-7-1946.

[29] AMAE/R 3508/20: Campaña antiespañola en Grecia (1946): Radigales προς MAE, Αθήνα 16-8-1946.

[30] AMAE/R 3514/15: Grecia, Ayuda que concede Grecia a los rojos españoles (1947): Radigales προς MAE, Αθήνα 10-2-1947.

[31] Εφ. Οι Καιροί, 23-6-1949.