kapodistriashead

The Huffington Post Greece: Oι απόγονοι του Καποδίστρια μιλούν για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας

The Huffington Post Greece

Oι απόγονοι του Καποδίστρια μιλούν

για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας

 

«Τι δουλειά έχετε εσείς με τον Καποδίστρια;». Ο τόνος της φωνής του και το διαπεραστικό, αυστηρό βλέμμα του με έκαναν να χαμηλώσω τα μάτια μου. Πράγματι, με τι ανάστημα προσεγγίζω εγώ αυτό το θέμα; Επίσης, το ερώτημα μου το απηύθυνε ένας απόγονος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Βιάρος-Αυγουστίνος Καποδίστριας, ο τελευταίος σε μια διαδοχή αρρενοκρατίας και 3ης γενεάς, από το κλαδί του μικρού αδελφού του Κυβερνήτη, Γεωργίου.

Γεννημένος το 1933 στην Κέρκυρα, σήμερα ζει στην Αθήνα και με υποδέχθηκε στο σπίτι του, μαζί με τη σύζυγό του και την κόρη του Ναταλία.

«Είμαι η τρίτη κόρη του πατέρα μου και της Δωροθέας Καποδίστρια, το γένος Στεργιάδη. Μαζί με τις 2 αδελφές μου – Κορίνα και Τατιάνα- ήμαστε οι τελευταίες γυναίκες –εν ζωή- φέρουσες το επίθετο Καποδίστρια. Σύμφωνα με τους πρόσφατους νόμους ισχύοντες στον τόπο μας, η ανηψιά μου Αύρα- Fleur de Lisse, και κόρη της αδελφής μου Τατιάνας, κρατάει το επίθετο Καποδίστρια όσο και εκείνο της οικογενείας του πατέρα της», μας λέει η κ. Ναταλία Καποδίστρια.

Δεν έχω προλάβει να καθίσω και μιλούν για τον Κυβερνήτη σαν να ήταν χθες. Το ήξερα, αλλά εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποίησα απόλυτα. Η δολοφονία του ακόμη και έπειτα από 186 χρόνια, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, μας βαραίνει ακόμη. Είναι μια από τις αιτίες των δεινών μας. Πώς να αισθάνονται άραγε αυτοί οι άνθρωποι που φέρουν το επίθετό του, διερωτήθηκα. Θα το ανακάλυπτα στη συνέχεια.

Εν τω μεταξύ, παρατηρώ ομοιότητες των χαρακτηριστικών τους με αυτές του προγόνου τους, όπως τον θυμάμαι από τα πορτρέτα του. Θέλω να τους φωτογραφίσω, αλλά ευγενικά η κ. Ναταλία Καποδίστρια αρνείται.

«Το θέμα Καποδίστριας υπερβαίνει τα πρόσωπά μας! Πάνω απ’ όλα είναι το πρόσωπο του Κυβερνήτη»

 

 

Έχετε ένα επίθετο βαρύ, της λέω και της θυμίζω τους στίχους του Σεφέρη: «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να το ακουμπήσω». Πώς πορευθήκατε με αυτό το όνομα στη ζωή σας, πώς σας καθόρισε, πώς σας καθορίζει;

«Αν εννοείτε ως “μαρμάρινο κεφάλι” το πρόσωπο και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια, θα είχα να πω πως, δυστυχώς το μεν πρώτο παραμένει αδικαίωτο, ευτυχώς δε, το δεύτερο ολοζώντανο. Άρα στην περίπτωση αυτή, δεν “ψηλαφώ” μάρμαρο, αλλά σώμα ανθρώπινο, γεμάτο ψυχή και πνεύμα. Μεγάλη έμπνευση και στήριξη αποτελούν στη ζωή μου, οι επιλογές και η δράση των γονέων μου… και πάει λέγοντας» μου απαντά η κ. Ναταλία Καποδίστρια.

Εξακολουθείτε να τον αποκαλείτε Κυβερνήτη, σαν να είναι και σήμερα εδώ, παρών, τους ρωτώ.

«Πράγματι. Στο σπίτι μας τον αποκαλούσαμε κόντε Νάνε, το Νάνε ήταν το υποκοριστικό του Ιωάννης, αλλά για τους πολλούς είναι ο Κυβερνήτης…» απαντά ο κ. Βιάρος Αυγουστίνος Καποδίστριας που κάθεται απέναντί μου και προσπαθώ να αποτυπώσω το βλέμμα του.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει, η κ. Δωροθέα Καποδίστρια, κάτι που θα γίνεται συνέχεια κατά τη διάρκεια της συζήτησης με έναν αρμονικό ρυθμό αποκαλύπτοντας τη συνοχή της οικογένειας.

oikogeneia kapodistria
Η οικογένεια Βιττόρι-Καποδίστρια είναι μια από τις παλαιότερες οικογένειες της Κέρκυρας. Στην πρώτη φωτογραφία βλέπουμε την Βιτώρια Λουπινά, το γένος Βιάρου Καποδίστρια, αδελφή του πατέρα του Κυβερνήτη, έζησε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Στη δεύτερη φωτογραφία βλέπουμε τον αδελφό του Κυβερνήτη, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Δίπλα είναι ο Αντώνιος Μαρίας Καποδίστριας (1829-1906), γιος του Γεωργίου, μικρότερου αδελφού του Κυβερνήτη, με την σύζυγό του Μαρία Αναστασία Αρλιώτη. Παππούς του κ. Βιάρου-Αυγουστίνου Καποδίστρια. Καθιστή είναι η Ελένη Γεωργίου Καποδίστρια, το γένος Καραπάνου. Όρθια: η κόρη της, Μαρία Καποδίστρια-Δεσύλλα (1898-1980), με την κόρη της Ελένη (το μωρό). Η Μαρία Καποδίστρια-Δεσύλλα. Εκλέχθηκε Δήμαρχος Κερκυραίων (1956-1959). Ήταν η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος στην Ελλάδα. Εξαδέλφη του κ. Βιάρου Αυγουστίνου Καποδίστρια και δωρήτρια του κτήματος Κουκουρίτσα προς δημιουργία του Μουσείου Καποδίστρια. Βάσει της διαθήκης της ο κ. Β. Α. Καποδίστριας ορίζεται ως δια βίου Επίσημος Πρόεδρος του Μουσείου.

«Η εγγονή μου με ρώταγε προχτές: “γιαγιά, πες το μου γιατί δεν το θυμάμαι. Τώρα εγώ τι σχέση έχω με τον Κυβερνήτη;” Παίρνω ένα χαρτί και μολύβι και της εξηγώ. Και τότε μου λέει “άρα έχει τρία προ προ …” είμαι η εγγονή του αδελφού του προπροπροπάππου!”.

«Τι σχέση έχω εγώ με τον Κυβερνήτη; Αδελφός του προπάππου μου. Ο προπάππους μου, ο Γεώργιος, ήταν αδελφός του Ιωάννη Καποδίστρια. Ήτανε τέσσερα αγόρια. Οι τρεις, τους γνωρίζει η ιστορία, ήταν ο Γιάννης, ο Βιάρος και Αυγουστίνος, οι οποίοι όλοι τους ασχολήθηκαν με την πολιτική. Ο Γεώργιος ο μικρότερος, ο προπάππους μου δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική ή τα κοινά και ήταν αρκετά νέος όταν δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης. Είχανε και κορίτσια, δύο εκ των αδελφών τους γίνανε μοναχές» συμπληρώνει, έπειτα από παρότρυνσή μου ,ο κ. Βιάρος Αυγουστίνος Καποδίστριας.

Φέρετε το όνομα των δύο αδελφών (Βιάρος και Αυγουστίνος) και το επίθετο Καποδίστριας. Εάν το όνομα προβληματίζει την μικρή σας εγγονή που δεν έχει τα βιώματα τα δικά σας, τότε εσάς πως σας επηρέασε, πως σας διαμόρφωσε, πώς σας οριοθέτησε;

«Μάλλον σαν ευθύνη, αφηρημένη ευθύνη. Ωστόσο, ποτέ μου δεν αισθάνθηκα ότι έχω κάτι περισσότερο από κάποιον άλλο, ούτε με ενδιέφερε ποτέ η πολιτική» λέει.

«Όμως υπό το βάρος του ονόματος αισθανθήκατε στην πορεία της ζωής σας, στη σταδιοδρομία σας, ότι πρέπει να σταθείτε αντάξιος αυτού;» επανέρχομαι.

«Θα έλεγα ναι. Ναι και σε βαθμό αρκετά ισχυρό».

«Εμείς γνωριστήκαμε στην Αμερική, όταν σπουδάζαμε. Εγώ όταν άρχιζα τις σπουδές μου, ο Βιάρος είχε τελειώσει το μεταπτυχιακό του (μηχανολόγος ηλεκτρολόγος). Σπούδασε με υποτροφία ως αριστούχος μαθητής της Κέρκυρας, με έξοδα μεγάλου Ελληνοαμερικανού φιλέλληνα. Ήταν ήδη επτά χρόνια στην Αμερική και ως νέος ήθελε να κάνει διάφορα πράγματα. Όμως ο πατέρας του του είχε γράψει πως “ουδείς Καποδίστριας έλειψε την τάξει” καλώντας τον να επιστρέψει και να κάνει το στρατιωτικό του. Θεωρούσε πως και ως Καποδίστριας δεν είχε δικαίωμα να μην έρθει να υπηρετήσει. Και βεβαίως γύρισε» θυμάται η κ. Δωροθέα Καποδίστρια.

Μπορείτε να μας τον «ζωντανέψετε»; Λένε ότι ήταν γοητευτικός με έντονο βλέμμα, οξυδερκής, καλός και αγαθός. Ο Γκαίτε έχει μιλήσει γι΄ αυτόν λέγοντας πως πίστευε ότι θα τους έκανε όλους τίμιους, όπως ήταν και ο ίδιος, ρωτώ και κοιτώ την Ναταλία, έχουμε αρχίσει πλέον μιλάμε στον ενικό, έπειτα από παρότρυνση της ίδιας.

«Το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια έχει κατατεθεί στην ιστορία και ο καθένας μπορεί να διακρίνει-κατά την κρίση του- τις ποιότητες του χαρακτήρα και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του ανδρός. Κατά τα άλλα, θα πρέπει να ήταν μικροκαμωμένος, με χαρακτηριστικό βλέμμα. Ήταν άνθρωπος ακέραιος, σεμνός, συγκεντρωμένος στο στόχο, επίμονος και μεθοδικός, απόλυτα αφοσιωμένος στα ιδανικά του και ουσιαστικά βαθιά θρησκευόμενος. Μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά, κρίνω πως σε καμιά περίπτωση δεν προσπαθούσε να επιβάλει την τιμιότητα, αλλά να εναρμονίζει τις διάφορες των συνεργατών του, εμπνέοντάς τους με το παράδειγμά του, να βγάζει και να προσφέρει ο καθένας τους, τον καλύτερο εαυτό του».

Ενόσω ζούσε στην Κέρκυρα, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν έπεσε από το άλογό του, το οποίο αφήνιασε και έτρεχε ανεξέλεγκτο σέρνοντας τον ανήμπορο να αντιδράσει Ιωάννη, στην περιοχή της Ιεράς Μονής Πλατυτέρας. Τον έσωσε η έγκαιρη παρέμβαση του ιερέα της Μονής ο οποίος και τον περιέθαλψε. Θεωρήθηκε θαυματουργή η διάσωση του Ιωάννη Καποδίστρια από τους αγίους Τιμόθεο και Μαύρας, όπως απεικονίζεται στην εικόνα. Μετά το συμβάν και καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του διατήρησε ιδιαιτερα στενές σχέσεις με τη Μονή.  *Η εικόνα της αναπαράστασης ανήκει στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας, Ιερά Μητρόπολη Κέρκυρας.

 

Κοιτώ και ζητώ από τον πατέρα της να μου πει για τις ιστορίες που  ενδεχομένως να του αφηγούνταν για τον Κόντε οι γονείς του. Προσπαθώ να τον φανταστώ με σάρκα και οστά.

«Ήταν ο πόλεμος στη μέση, το σπίτι μου καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών το 1943, και μαζί ανεκτίμητης αξίας αρχεία και κειμήλια. Η οικογένεια σκόρπισε και δεν υπήρχε πολύ χρόνος για διαπαιδαγωγήσεις. Όμως θυμάμαι ακόμη ότι και στο γυμνάσιο μιλούσανε για τον Καποδίστρια την εποχή εκείνη και τον λέγανε “ο τύραννος που κατάργησε το Δημοκρατικό Σύνταγμα”, αντιγράφοντας “Κοραήδες” και λοιπούς και αισθανόμουν ότι ήμουν έξω απ΄όλα αυτά. Ήταν και οι εποχές τότε που δεν σου δινόταν η ευκαιρία να συλλογιστείς και να βγάλεις συμπέρασμα για να πεις τελικά αυτό είναι το αποτέλεσμα, μιλάμε για τότε που ήμασταν νέοι 17 – 18 ετών. Μετά, στις ΗΠΑ όταν σπούδαζα, οι Αμερικάνοι ούτε το όνομά μου δεν μπορούσαν να πουν σωστά. Δεν είχαν ιδέα για την ιστορία πίσω από αυτό» λέει ο απόγονός του, ο κ. Βιάρος Αυγουστίνος και προσθέτει: «Ξέρετε τι σπούδασε ο Ιωάννης Καποδίστριας; Γιατρός! Και το εξασκούσε δωρεάν». Mας θυμίζει δε πως έως την ηλικία των 21 είχε, εκτός από το πτυχίο του γιατρού, άλλα δύο πτυχία, αυτό της φιλοσοφίας και της νομικής. 

Αξίζει να σημειωθεί πως σήμερα ο Ιωάννης Καποδίστριας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σαράντα επιφανέστερους απόφοιτους του πανεπιστημίου της Πάντοβα, μαζί με προσωπικότητες όπως οι Γαλιλαίος και Κοπέρνικος

Ο γιατρός των φτωχών.

 Έτσι τον αποκαλούσαν, γυρνούσε όλα τα χωριά και πρόσφερε τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς. Η πεθερά μου έλεγε ότι οι Καποδιστραίοι είχανε κτήματα. Ήτανε κλειστοί, δεν είχαν πολλές κοινωνικές συναναστροφές, μεγάλη οικογένεια, είχαν και πολλά παιδιά και βρίσκονταν οικογενειακώς, δεν είχαν πολλά πολλά με την κοσμική ζωή της Κέρκυρας. Πιστεύανε λοιπόν πως ότι έχουνε είναι για να βοηθήσουν τον άλλο κόσμο. Δηλαδή, σκέπτονταν, αφού ο Θεός τους έδωσε και είναι καλά τότε και αυτοί θα πρέπει να επιστρέψουν αυτό το δώρο. Πάντα υπήρχε μια αίσθηση ευθύνης και όχι ατομικισμού και μπορεί να ακούγεται κάπως ρομαντικό σήμερα, αλλά αυτοί έτσι ήτανε. Όλη η οικογένεια είχε πολύ μεγάλη σχέση με την πίστη και τον Θεό, δεν θα πω με την εκκλησία, αλλά με τον Θεό είχανε μια ιδιαίτερη σχέση. Μέσα από την αλληλογραφία του Κυβερνήτη με τον πατέρα του, η οποία ήταν ογκωδέστατη, αφού τον συμβουλευόταν για τα πάντα και τον κρατούσε ενήμερο για όλες του τις ενέργειες, έγραφε συχνά, “η πίστη στο Θεό” ή “με τη δύναμη του Θεού” και το εννοούσε. Δηλαδή ήταν οικογένεια που πίστευε βαθύτατα και εκτιμώ πως όλη ψυχοσύνθεση του Ιωάννη Καποδίστρια, αυτή η πίστη στον Θεό του έδινε δύναμη.  Δεν ήταν ένας άνθρωπος που ξερά καθόταν και σκεφτόταν ή οραματιζόταν κάτι, πίστευε ότι κατά κάποιο τρόπο έκανε το έργο του Θεού» σχολιάζει η σύζυγος του κ. Βιάρου Καποδίστρια και γυρνά προς το μέρος του περιμένοντας την ανταπόκρισή του.

«Πίστευε πως έχει ασυλία. Ακόμη και την ημέρα που δολοφονήθηκε, μπροστά στον Άγιο Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, αν και είχε πληροφορίες για επικείμενη επίθεση εναντίον του, ξεκίνησε να πάει στην εκκλησία εκείνη την Κυριακή γιατί βαθιά μέσα του θα πίστευε πως είχε άνωθεν προστασία. Θεωρούσε ότι δεν θα τον σταματούσε κάτι από το να πάει στην εκκλησία. Βέβαια πρέπει να πούμε πως ήταν και λίγο πεισματάρης… όχι λίγο, πολύ! Αυτό που θα έβαζε μέσα στο κεφάλι του, θα το πήγαινε μέχρι τέλους» προσθέτει.

Επίσης, απ΄ όσο γνωρίζω ήταν και τρομερά λιτός άνθρωπος, σχολιάζω.

«Τότε μονάχα θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει …»

«Ναι, έτσι είναι, λένε πως μια κότα την έτρωγε επί τέσσερις ημέρες. Στο μόνο που του έμοιασα» λέει αστειευόμενος ο κ. Βιάρος Αυγουστίνος Καποδίστριας και συνεχίζει με αυστηρό ύφος: «Ο Καποδίστριας μπήκε στην πολιτική πλούσιος και βγήκε φτωχός, ούτε μισθό πήρε, τίποτα, δεν του έμεινε τίποτα, τα έδωσε όλα και στο τέλος δολοφονήθηκε. Από τα κτήματα όπως σας είπα είχαν τη μισή Κέρκυρα και από αυτά μόνο ένα κτήμα έμεινε το οποίο διατηρεί η κόρη μου». 

Ήταν το αγαπημένο του…

«Ναι, ήταν το αγαπημένο του. Γιατί είχε νερό και άρα εύφορο έδαφος. Μάλιστα έγραφε στον πατέρα του, από τη Ρωσία, πως να το φροντίζουν, καθώς όταν θα τελείωναν οι υποχρεώσεις του προς τη πατρίδα, θα επέστρεφε εκεί για να κλείσει τα μάτια του. Να κρατούν το δρόμο, από το σπίτι προς τη θάλασσα καθαρό, για να κατεβαίνει με τη βακτηρία του, έλεγε»  μας αναφέρει η κ. Δωροθέα Καποδίστρια και εκφράζει πόσο ευτυχείς, είναι η ίδια και ο σύζύγος της, που η κόρη τους,  αριστούχος απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, επέστρεψε εκεί, έδωσε αγώνα και κάνει τόσο ωραία πράγματα.

Η Ναταλία δουλεύει τη γη του προγόνου της και, παράλληλα με τη συγγραφή ή τη ζωγραφική, διδάσκει στο ΔΗΠΕΘΕ της Κέρκυρας.

Ο Καποδίστριας υποθήκευσε ολόκληρη τη μεγάλη ακίνητη πατρική περιουσία του στην Κέρκυρα και δαπάνησε όλα τα χρήματά του για να στηρίξει το νεοσυσταθέν κράτος. Ο ίδιος έζησε με τρόπο λιτό φέρνοντας τον εαυτό του και την υγεία του στα όρια. «… Ο γιατρός του είπε να βελτιώσει λίγο την τροφή του, ήταν επείγουσα ανάγκη για την υγεία του. Κι εκείνος απήντησε: Τότε μονάχα θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει …» γράφουν οι ιστορικοί.

«Υπήρξαν στη συνέχεια και άλλοι πολιτικοί άνδρες που είχαν μπέσα σε ό,τι αφορά το κράτος και πως αυτό πρέπει να διαμορφωθεί για να ζήσει και δεν μιλάω μόνο για κορυφαίες προσωπικότητες, αλλά και σε πιο χαμηλά κλιμάκια. Υπήρξαν πολιτικοί που υπηρέτησαν την πατρίδα τους, την Ελλάδα, και πέθαναν στην ψάθα, δεν είχαν λεφτά ούτε για την κηδεία τους. 
Σήμερα όμως ακούμε μόνο για σκάνδαλα και πως όσοι μπαίνουν στον πολιτικό στίβο βγαίνουν πλουσιότεροι…» σχολιάζει ο κ. Βιάρος Αυγουστίνος Καποδίστριας.

«Σε τόσο μικρό σπίτι ζούσε;»

Κάπου εδώ ξεκινούν οι μνήμες και έρχονται και άλλες ιστορίες. Την αρχή κάνει η κ. Δωροθέα Καποδίστρια

«Να σας πω μια ιστορία. Ο πατέρας της εγγονής μου είναι Ελβετός και την πήγε στο σπίτι που έζησε ο Καποδίστριας στην Ελβετία και είναι πλέον μουσείο. Είχε δει πρώτα την οδό Καποδίστρια και στη συνέχεια πήγαν στο οίκημα. Πρόκειται για ένα μικρό σπίτι με τρία έρμα δωματιάκια, το ένα ήταν για τον άνθρωπο που τον φρόντιζε, που του μαγείρευε, το άλλο ήταν το γραφείο που μελετούσε και το τρίτο ήταν ένα σπαρτιατικό δωμάτιο με ένα κρεβάτι όπου κοιμόταν. Η εγγονή μας το είδε λοιπόν και ξαφνιάστηκε εκφράζοντας την απορία της λέγοντας “σε τόσο μικρό σπίτι ζούσε;”. Αυτό που θέλω να πω είναι πως εάν είσαι εσύ έτσι, περιμένεις κάτι αντίστοιχο και από τους άλλους».

«Στα απομνημονεύματά του, ο Τερτσέτης αναφέρει πως το 1828 ο γιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,  Γεώργιος και μετέπειτα δολοφόνος του, πήγε στην Αίγινα να τον επισκεφτεί ως Κυβερνήτη και να δώσει τα διαπιστευτήριά όλης της οικογένειας. Ο νέος  σπούδασε με λεφτά του Καποδίστρια γιατί πίστευε ότι τα παιδιά του Πετρόμπεη ήταν από γενιά καλή και είχαν μυαλό άρα άξιζαν τον κόπο». Και συνεχίζει ο κ. Βιάρος Αυγουστίνος Καποδίστριας:

«Όπως λένε ο νεαρός ήταν πολύ ωραίος, όλοι οι Μαυρομιχαλαίοι ήταν όμορφοι. Ερχόμενο λοιπόν το παλικάρι από το Παρίσι, ντύθηκε και στολίστηκε για να ανταμώσει τον Καποδίστρια. “Τον εδέχθη ως πατέρας τον υιό” και του είπε πως δεν έπρεπε να είναι έτσι ντυμένος διότι δεν συνάδει με την κατάσταση του κόσμου μας, του λαού μας στην Ελλάδα. Βέβαια ο νεαρός δικαιολογήθηκε πως έβαλε τα καλά του για να τον τιμήσει. Ο Καποδίστριας το κατάλαβε και τον συμβούλευσε πως δεν χρειάζεται να το δείχνει με αυτόν τον τρόπο και έτσι έδωσε ένα μάθημα σε αυτόν τον νέο άνθρωπο. Φεύγοντας ο Γεώργιος είπε: “Σήμερον, ο Κυβερνήτης με έκανε να εντραπώ”. Ήταν αυστηρός με τον εαυτό του, λιτός και αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να παράγεται έργο».

    

«Το ελληνικόν έθνος σύγκειται εκ των ανθρώπων, οίτινες από αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την ορθόδοξον πίστιν και την γλώσσαν των πατέρων αυτών λαλούντες, και διέμειναν υπό την πνευματικήν ή κοσμικήν δικαιοδοσίαν της εκκλησίας των, όπου ποτέ της Τουρκίας και αν κατοικώσι..

                                                                                                                                                       

Με αφορμή τις σπουδές του στο εξωτερικό, αλλά και τη σταδιοδρομία του, θα ήθελα να μου πείτε πώς αντιλαμβανόταν την ελληνικότητά του. Πώς δεν «φράγκεψε» και πώς αντιλαμβανόταν τη συνέχεια του ελληνικού έθνους; Για παράδειγμα ο Κοραής πίστευε ότι ο ελληνισμός ήταν οιονεί νεκρός μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση και αναγεννάται στην ουσία μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Πρόκειται για μια άποψη που κυριαρχεί και σήμερα σε διάφορους κύκλους.

«Είναι λυπηρό, αλλά ο κόσμος δεν ξέρει, υπάρχουν πολλές παρανοήσεις. Κάποιοι πιστεύουν ότι επειδή ήταν υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας πως ήταν και από εκεί. Εγώ ρωτώ τον οποιοδήποτε Έλληνα, πόσα χρόνια πίσω μπορεί να πάει την οικογένειά του ως χριστιανός, ορθόδοξος, κάτοικος αυτού του χώρου; Πόσα χρόνια; Εκατό, διακόσια, τετρακόσια; Πόσα χρόνια χρειάζονται για να είσαι καθαρός Έλληνας;» απαντά με οργισμένο ύφος η κ. Δωροθέα Καποδίστρια και αμέσως παρεμβαίνει ο σύζυγός της, ενώ με την άκρη μου του ματιού μου βλέπω την Ναταλία να μας παρακολουθεί με βλέμμα όλο ζωντάνια, να τραβά ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του σπιτιού αρχίζοντας να ψάχνει.

«Οι Καποδιστραίοι ήρθαν το 1473 από την  Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria – Ακρωτήριο Ίστρια), μιλάμε για την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Επρόκειτο για σεβαστή οικογένεια αλλά για λόγους θρησκευτικούς έφυγαν προς τα Ιόνια και έκτοτε είναι και ορθόδοξοι. Η οικογένεια αισθάνονταν Έλληνες. Ο Ιωάννης Καποδίστριας πάντα πίστευε πώς κάτι έπρεπε να κάνει για την Ελλάδα και άρχισε από τα Ιόνια νησιά που τα ήξερε και του ήταν πιο εύκολο και εκτιμούσε πως μπορούσε να αρχίσει από εκεί ο ξεσηκωμός… Μην ξεχνάτε πώς κάθε τόσο ερχόταν και κάποιος άλλος, οι Άγγλοι, οι Γάλλοι. Ο Ναπολέων ήρθε και έφυγε δυο τρεις φορές. Μόνο οι Τούρκοι δεν είχαν καταφέρει να πατήσουν το πόδι τους, αλλά με τους Βενετσιάνους είχαν περάσει πολλά οι Κερκυραίοι…».

Η Ναταλία παίρνει το λόγο από τον πατέρα της και συνεχίζουμε το διάλογο μεταξύ μας.

«Η άποψη του Καποδίστρια δεν συνάδει με εκείνη του Κοραή, σε ό,τι αφορά την πολιτισμική, γλωσσική, θρησκευτική αλλά και διοικητική ταυτότητα της Ελλάδας».

«Το ελληνικόν έθνος σύγκειται εκ των ανθρώπων, οίτινες από αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την ορθόδοξον πίστιν και την γλώσσαν των πατέρων αυτών λαλούντες, και διέμειναν υπό την πνευματικήν ή κοσμικήν δικαιοδοσίαν της εκκλησίας των, όπου ποτέ της Τουρκίας και αν κατοικώσι. Ποία όρια η Ελλάς επέβαλεν εις την γεωγραφικήν έκτασιν της; Τα όρια της Ελλάδος από τεσσάρων μεν αιώνων διεγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε ο χρόνος, ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί, ούτε η δορυκτησία, ουδέποτε ίσχυσαν να παραγράψωσι διεγράφησαν δε από το 1821 δια το αίματος το χυθέντος εις τας σφαγάς των Κυδωνίων, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρρών, το Μεσολογγίου, και εις τας πολυαρίθμους ναυμαχίας τε και πεζομαχίας εν αις εδοξάσθη το γενναίον τούτο έθνος.

Ορμόμενοι εκ τούτων των γεγονότων, άτινα υπερίστανται της ιστορίας της Ελλάδος, και τον ήδη επταετή αυτής αγώνα επιχαρακτηρίζουσιν ευκόλως καταπειθόμεθα ότι ούτε περιφιλοδοξία, ούτε κερδομανία, αλλά χρέος ιερόν και απαραβίαστον θέλει εντάξει δια παντός την Ελλάδα να συστείλει όσον το ολιγώτερον τα όρια της χώρας αυτής.

Και αν δε το χρέους τούτου το αίσθημα σιγήση ενόπιων επικρατεστέρων αποθεωρήσων, οι Έλληνες δικαίω τω λόγω δύναται να ερωτήσωσιν εαυτούς, άραγε χάριν της ειρήνης αι μεσίτριαι Αυλαί τους αναγκάζουσι να εγκαταλείψωσιν επί πολλούς των ομογενών των υπό τον Μεωμεθανικόν ζυγόν!…» (Ι. Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους).

Ο Καποδίστριας προς τον Τσάρο Αλέξανδρο:«Μεγαλειότατε, ουδέποτε θα γίνω υπήκοός σας, αλλά μόνον υπάλληλός Σας… Είμαι Έλλην και θα μείνω Έλλην για πάντα»

Μιλήστε μου λίγο για την πολιτική του ευφυΐα και διορατικότητα. Όλοι ξέρουμε για το ρόλο που έπαιξε στην Ελβετία, αλλά υπάρχουν πολλά που δεν είναι γνωστά για το ρόλο του στη διεθνή πολιτική σκηνή. Διάβαζα πρόσφατα ότι ο Καποδίστριας επιχειρούσε να λύσει το ζήτημα της εξόδου της Ρωσίας προς τις «θερμές θάλασσες», συνδέοντάς την άρρηκτα με τα ελληνικά συμφέροντα μέσω των Επτανήσων. Δύο αιώνες αργότερα αυτό το σχέδιο θα παραμείνει άπιαστο για Έλληνες και Ρώσους (1821 Η Παλιγεννεσία, Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις).

«Η πολιτική ευφυΐα και διορατικότητα μαζί με την σπάνια διπλωματική του δεινότητα, έφεραν τον Καποδίστρια σε ρόλο πρωταγωνιστικό, στα γεγονότα και τις παγκόσμιες εξελίξεις της εποχής του. Θεωρώ όμως, πως δεν θα πρέπει να συγχέουμε την διεθνή του δράση με την συγκέντρωση του στα συμφέροντα και τους αγώνες του λαού της Ελλάδας.
Αξίζει να αναφέρουμε τα λόγια του προς τον Τσάρο Αλέξανδρο:
«Μεγαλειότατε, ουδέποτε θα γίνω υπήκοός σας, αλλά μόνον υπάλληλός Σας», «… Είμαι Έλλην και θα μείνω Έλλην για πάντα».
Αλλά και εκείνα τον Ιούνιο το 1822, πάλι προς τον Τσάρο Αλέξανδρο: 
«…Μεγαλειότατε, εντίμως σας δηλώνω ότι οσάκις ευρεθώ προ το τραγικού διλήμματος να υποστηρίξω τα συμφέροντα της σκλαβωμένης πατρίδος μου ή τα συμφέροντα της αχανούς αυτοκρατορίας σας, δεν θα διστάσω ούτε στιγμή. Θα τεθώ με το μέρος της πατρίδος μου…Θα ήταν εκ μέρους μου αχαριστία, θα παρέβαινα τα καθήκοντά μου προς τη γην που με γέννησε, εάν, προκειμένου να απαλλαγώ από τις πιέσεις που θα μου έκαναν, θεωρούσα τον εαυτό μου ξένον προς την Ελλάδα. Αισθάνομαι όμως τον εαυτό μου ανίκανον για μια τέτοια θυσία!… Θα ευρίσκομαι σε συνεχή επικοινωνία μαζί τους, θα τους βοηθώ!…». Η παρουσία της Ρωσίας στα Ιόνια νησιά προϋπάρχει της αφίξεως του Καποδίστρια στη Ρωσία. Έτσι την παρουσία των Ρώσων στα Ιόνια με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης το 1800 δεν μπορούμε να την αποδώσουμε στον Ιωάννη Καποδίστρια. Όπως επίσης και στην παράδοση των Ιονίων στον Ναπολέοντα, στα 1807 με τη Συνθήκη το Τιλσίτ, δεν έχει συμβάλει ο Καποδίστριας.

Εν τω μεταξύ κυριαρχεί ακόμα μια σχετική σύγχυση γύρω από την ιδεολογική συγκρότηση και τις πεποιθήσεις του και έχουν αναπτυχθεί έντονες ιδεολογικές διαμάχες σχετικά με την ιδεολογική του φυσιογνωμία. Για παράδειγμα, στην παλαιότερη ιστοριογραφία της Αριστεράς ο Καποδίστριας αντιμετωπίζεται ως ένας αντιδραστικός ευγενής και αυταρχικός κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ο Βελουχιώτης υποστήριζε ότι «Οι Γλύξμπουργκ… και ο Καποδίστριας, τον οποίο κατήγγειλε ως έναν αυταρχικό ξένο τύραννο που διέφθειρε τους Έλληνες και στέρησε τον ελληνικό λαό από την ανεξαρτησία για την οποία είχε πολεμήσει» ( 1821 Η Παλιγεννεσία, Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις).

«Δυστυχώς δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι γνωρίζουμε πλήρως τη ζωή και τη δράση του. Σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν χρήσιμο, αν οι κατά καιρούς σκέψεις για τη δημιουργία μιας ψηφιοποιημένης καταγραφής των ανά τον κόσμο αρχείων ευοδωνόταν. Η αμφισβήτηση του έργου του Καποδίστρια δεν περιορίζεται μόνον στο χώρο της Αριστεράς. Κρίνω πως η αντικειμενική προσέγγιση της Ιστορίας και του έργου το Καποδίστρια είναι χρέος πέρα από Ιδεολογίες. Σε αυτή την κατεύθυνση ο Φωτιάδης –ιστορικό στέλεχος και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής- διατηρεί μια φιλικότερη προς την αλήθεια άποψη, σε σχέση με τον Κορδάτο».

«Εάν ο Καποδίστριας στην συνείδηση του λαού και στη καθημερινή του επικοινωνία ήταν ο μπάρμπα-Γιάννης, όντως αξίζει να απαντήσουμε γιατί κάποιοι επεχείρησαν να τον παρουσιάσουν ως δυνάστη. Η βασικότερη απάντηση στο γιατί, κατά τη γνώμη μου, προέρχεται από όσους θέλουν να ερμηνεύσουν και να δικαιολογήσουν τη δολοφονία του ως ελληνική και μόνον υπόθεση»

dolofonia kapodistria

Ωστόσο γιατί κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο Καποδίστριας ήταν δυνάστης και ελιτιστής; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα του χαρακτήρα του που μαρτυρούν το αντίθετο;

«Η βαθιά χριστιανική ορθόδοξη πίστη του, η αγάπη του στον απλό άνθρωπο, η προσπάθειά του για το μοίρασμα των γαιών προς τους ακτήμονες, η άρνησή του να αποδεχθεί την στέρηση ψήφου σε ακτήμονες και ετερόχθονες, είναι δείγμα του Καποδιστριακού ήθους. 
Εάν ο Καποδίστριας στην συνείδηση του λαού και στη καθημερινή του επικοινωνία ήταν ο μπάρμπα-Γιάννης, όντως αξίζει να απαντήσουμε γιατί κάποιοι επεχείρησαν να τον παρουσιάσουν ως δυνάστη. Η βασικότερη απάντηση στο γιατί, κατά τη γνώμη μου, προέρχεται από όσους θέλουν να ερμηνεύσουν και να δικαιολογήσουν τη δολοφονία του ως ελληνική και μόνον υπόθεση, ως αντίσταση στον αυταρχισμό του και βεντέτα. Αυτός ο αποπροσανατολισμός από τα καίρια αίτια της δολοφονίας του αφορά στα γεωγραφικά και πολιτισμικά σύνορα της Ελλάδας που ήθελε ο Καποδίστριας».

«Ο φάκελος της υποθέσεως “Καποδίστρια» που υπάρχει στα βρετανικά αρχεία του Foreign Office μέχρι και σήμερα δεν έχει ανοίξει και θεωρείται απόρρητος»

Η μητέρα της Ναταλίας παρεμβαίνει και υποστηρίζει πως πίσω από τη δολοφονία του Κυβερνήτη υπήρχε ξένος δάκτυλος, ο οποίος βρήκε πρόσφορο έδαφος. «Πιστεύω ότι δικαιολογημένα όλες οι μεγάλες οικογένειες που πολέμησαν πίστευαν ότι τώρα πλέον έπρεπε να μπουν και αυτοί στα πράγματα, πρέπει κάπως να θερίσουν τους κόπους τους, αλλά ο Καποδίστριας δεν το έβλεπε έτσι. Βέβαια πήραν όλοι τα οφίκιά τους, αλλά λεφτά δεν υπήρχαν, τι να έκανε ο Κυβερνήτης, δεν μπορεί να πει κανείς ότι τα κράτησε για τον εαυτό του όταν ο ίδιος ζούσε σαν καλόγερος και δεν έπαιρνε μια;» λέει και επιβεβαιώνει ότι  ο φάκελος της υποθέσεως «Καποδίστρια» που υπάρχει στα βρετανικά αρχεία του Foreign Office μέχρι και σήμερα δεν έχει ανοίξει και θεωρείται απόρρητος. «Είναι απορίας άξιον γιατί έχει οριστεί, σε διεθνές επίπεδο, ο χρόνος που τέτοιου είδους υποθέσεις «ανοίγουν» έτσι ώστε όλοι οι μελετητές να μπορούν να έχουν πρόσβαση. Όπως και να έχει ο Καποδίστριας όχι μόνο έθεσε τις βάσεις για τη διοικητική διάρθρωση του ελληνικού κράτους, αλλά πέτυχε με βούλες και υπογραφές τη διεύρυνση του ελληνικού κράτους που τότε οι ξένες δυνάμεις το είχαν προσδιορίσει στην Αττική και στα νησιά του Αργοσαρωνικού» επισημαίνει.

Δημοκράτης

Η κυρία Καποδίστρια επανέρχεται όσον αφορά στις κατηγορίες ότι ο Κυβερνήτης ήταν αριστοκράτης, τύραννος και ελιτιστής: «Ψάχνοντας και διαβάζοντας βρήκα κάτι. Είπε σε κάποιον φίλο του που του έλεγε πως ο κόσμος λέει ότι επειδή είναι αριστοκράτης δεν καταλαβαίνει τον πόνο των ξεσηκωμένων Ελλήνων: “Άκου να δεις εγώ μεγάλωσα κάτω από τη βενετσιάνικη αριστοκρατία. Πόσο νομίζεις ότι εγώ μπορώ να συμπαθώ τους αριστοκράτες”. Επίσης σε κάποια επιστολή του στην Ρωξάνδρα Στούρτζα γράφει: “Γνωρίζετε άλλωστε ότι το πρόσωπον του δημοκράτου δύναμαι να υποδυθώ ευκολότερον, διότι είναι το ιδικόν μου πρόσωπον”. (Εκείνη την εποχή ήταν “ο έξω από εδώ” όποιος δήλωνε Δημοκράτης). Για την εποχή του, λοιπόν ήταν Δημοκράτης».

«Ούτε δυνάστης ήταν, ούτε ελιτιστής» συμπληρώνει ο κ. Καποδίστριας και του θυμίζω την περίφημη εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού, στην οποία είχε συμμετάσχει πριν από χρόνια και τη συνάντησή του με έναν από τους απογόνους των Μαυρομιχαλέων, τον Γερμανό Μαυρομιχάλη ο οποίος ήταν και ο φύλακας των οστών της οικογένειας.

«Ναι και θυμάμαι πως εξακολουθούσε να αποκαλεί τον Καποδίστρια τύραννο. Εγώ του είπα άντε να δώσουμε τα χέρια ύστερα από 200 χρόνια και αρνήθηκε. Αφού τότε σοκαρίστηκε και ο Φρέντυ Γερμανός. Το έφερε βαρέως, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη τον λιντσάρισαν αμέσως μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη και τον Γεώργιο τον πέρασαν από δίκη και τον εκτέλεσαν λίγες ημέρες αργότερα. Μετά από τόσους νεκρούς που είχανε στην Επανάσταση, έπειτα από τόσα που δώσανε στον αγώνα, αμαυρώθηκε η οικογένεια, αλλά να μην δώσεις το χέρι…».

Στα περί τυράννου και ελιτιστή, αναφέρω κάτι προς υπεράσπισή του που δεν είναι γνωστό σε πολλούς, σχετικά με τους αγώνες του Ιωάννη Καποδίστρια για την απελευθέρωση των μαύρων.

«Στο συνέδριο της Βιέννης, με την πρωτοβουλία και τις προτάσεις του Καποδίστρια, οι σύνεδροι διακήρυξαν ότι το εμπόριο των Νέγρων ήταν “contraire aux lois de l’ humanite et de la morale publique”». (Ιωάννης Καποδίστριας – Ο Άνθρωπος – Ο Διπλωμάτης 1800 -1828 Ελένη Ε. Κούκκου). Σύμφωνα με τη ίδια πηγή ο Καποδίστριας πρότεινε τη δημιουργία στις ακτές της δυτικής Αφρικής με τη συνεργασία όλων των κρατών, ενός ειδικού οργανισμού, με την επωνυμία “L’ Institution Africaine”. Ο οργανισμός αυτός θα διευθυνόταν από δικό του ανώτατο συμβούλιο και θα διέθετε δικαστική εξουσία και δική του στρατιωτική δύναμη. Οι Άγγλοι βρήκαν διάφορους τρόπους για να μην επιτρέψουν να ευοδωθεί αυτό το σχέδιο.

Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει και ο 84χρονος σήμερα απόγονος του Κυβερνήτη και προσθέτει ακόμη μια άγνωστη λεπτομέρεια λέγοντας πως και ο αδελφός του Κυβερνήτη, ο Γεώργιος, πέθανε από χολέρα που κόλλησε στην Αίγυπτο. Όπως μας λέει «κύριο μέλημα του Γεωργίου Καποδίστρια ήταν να πηγαίνει με ότι οικονομίες είχε στην Αίγυπτο όπου γίνονταν τα μεγάλα σκλαβοπάζαρα και ελευθέρωνε Έλληνες κρατούμενους. Στο τέλος αρρώστησε, γιατί όπου μαζεύονται πολλοί υπάρχει και αρρώστια και τελικά πέθανε στα 38 του ο προπάππους μου. Είναι και αυτό ένα παράδειγμα πως όλη η οικογένεια είχε μέλημα πως να βοηθήσει. Ξόδεψε μια περιουσία για να πηγαίνει στην Αίγυπτο και να ελευθερώνει Έλληνες και τους έφερνε πίσω στην Ελλάδα και ο Βιάρος, αλλά και ο Αυγουστίνος ασχολήθηκαν πάρα πολύ με αυτό το ζήτημα».

Η Σύναξη της Λευκάδας. Η συνειδητοποίηση  

Αυτός ο κορυφαίος Έλληνας πολιτικός και διπλωμάτης βρίσκεται στον πιο ευαίσθητο παγκοσμίως ιστορικό χώρο, το 1801 και σε ηλικία 25 ετών έχει γίνει ένας από τους δύο διοικητές της Ιονίου Πολιτείας, το 1803 διορίστηκε Γραμματέας της Επικράτειας και τον Μάρτιο του 1807 εστάλη στη Λευκάδα, την οποία απειλούσε με κατάληψη ο Αλή Πασάς με στόχο να αναδιοργανώσει την άμυνα του νησιού. Εκεί γνωρίστηκε με τους οπλαρχηγούς Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Ανδρούτσο και Μπότσαρη, που αργότερα θα πρωτοστατούσαν στην Επανάσταση του 1821.  «Εκεί γνωρίζεται με την Επανάσταση…Η αποστολή αυτή θα σφράγιζε ισόβια την μοίρα του» ((Ιωάννης Καποδίστριας – Ο Άνθρωπος – Ο Διπλωμάτης 1800 -1828 Ελένη Ε. Κούκκου).

Συμφωνείτε ότι η σύναξη της Λευκάδας τον φέρνει στο ιστορικό προσκήνιο όχι μόνο ως ηγέτη των Επτανησίων, αλλά όλων των Ελλήνων και ότι εκεί άλλαξε οριστικά η οπτική του προς μια πανεθνική απελευθερωτική κατεύθυνση;

«Δεν αλλάζει η οπτική του, αντίθετα αποκαλύπτεται και θεμελιώνεται η σχέση του με ολόκληρο τον κόσμο των αρματωλών και των κλεφτών. 

Σε απόσπασμα από το βιβλίο του Ιωάννη Φιλήμονα, «Φιλική Εταιρεία» αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Από της νεαράς του ηλικίας ο Καποδίστριας απέβλεπεν εις τον μέγαν και ιερόν σκοπόν της Ελευθερίας της Ελλάδος. …Εις την έμμεσον προσπάθεια του Καποδίστρια χρεωστείται κυρίως ο αναφερόμενος σχηματισμός των Ελληνικών Σωμάτων, μισθοδοτούμενων από την ιδίαν Επατάνησον. Δια μερικόν καιρόν διεύθυνε και τη διοίκησιν τούτων, συνδέσας με τους ανωτέρους Αξιωματικούς των Έλληνας σχέσεις τας πλέον στενάς και τας πλέον ωφέλιμους δια το μέλλον της Πατρίδος. Η οικία του ήτο το πανδοχείον όλων των εθελοντών και προσφύγων Πολεμικών της Ρούμελης και της Πελοποννήσου. Τοιουτοτρόπως απεκαθίστατο η Επτάνησος η μόνη εστία, όθε έμελλε να ενεργηθή βαθμιδόν και ωρίμος ο πόλεμος όλης της Ελλάδος…» απαντά η Ναταλία.

«Δεν πιστεύω πως εκεί συνειδητοποίησε κάτι ο Ιωάννης Καποδίστριας, το αντίθετο θα έλεγα. Εκεί συνέβη μια στροφή για όλους τους άλλους που κατάλαβαν ότι επρόκειτο για μια ηγετική μορφή» λέει η μητέρα της.

«...Το μεσημέρι παρέθεσα γεύμα σε όλους που θύμιζε τα συμπόσια των ηρώων, που περιγράφει ο Όμηρος» γράφει σε αναφορά του ο Καποδίστριας στις 20 Ιουλίου και εκφράζεται για πως θα μπορούσε να αξιοποιηθεί “ο γνήσιος ηρωισμος αυτών των ανθρώπων, που είναι άφθαστοι σε ψυχική αντοχή, σε ικανότητα να υποφέρουν και την πιο μεγάλη στέρηση και σε ακατάβλητη επιμονή σε ό, τι αναλάβουν». ((Ιωάννης Καποδίστριας – Ο Άνθρωπος – Ο Διπλωμάτης 1800 -1828 Ελένη Ε. Κούκκου). 
«…Επικεφαλής της τραπέζης εκάθισεν ο Καποδίστριας, εγερθείς δε πριν ή αποχωρισθώσιν, προέπιεν υπέρ της ανεξαρτησίας της ελληνικής φυλής. Επί τη προπόσει ταύτη οι γενναίοι της ελληνικής τιμής πρόμαχοι σύραντες τα ξίφη ώμοσαν ν΄αποθάνωση μαχόμενοι υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» γράφει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ( 1821 Η Παλιγεννεσία, Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις).

Ρωτώ την Ναταλία εάν συμφωνεί με την τοποθέτηση ότι ο Καποδίστριας ήταν ο «ελλείπων κρίκος» της Φιλικής Εταιρείας και της ελληνικής επανάστασης και παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο «1821 Η Παλιγεννεσία»:«Η απουσία κατά την προετοιμασία και στα πρώτα στάδια του αγώνα – αντανάκλαση του διάσπαρτου και όχι ακόμα ενιαίου χαρακτήρα του ελληνισμού- θα γίνει οδυνηρά αισθητή. Ήταν ίσως ο μόνος που θα μπορούσε να επιβάλει την ενότητα των Ελλήνων. Ωστόσο η παρέμβαση του ακόμα και στην τελική φάση της Επανάστασης υπήρξε καθοριστική για τη διάσωσή του, έστω και κουτσουρεμένου, νεοσύστατου κράτους».

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως στενός σύμβουλος του Αλέξανδρου Α’, μετέχει στη διπλωματική αποστολή της Ρωσίας στο Συνέδριο της Βιέννης που αναδιάταξε τα όρια των ευρωπαϊκών κρατών. Παράλληλα υπογράφει εξ ονόματος της Ρωσίας τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, με την οποία τα Ιόνια Νησιά γίνονται αυτόνομο κρατίδιο υπό την προστασία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.  *Χαλκογραφία της προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια από τον Γεράσιμο Πιτζαμάνο. Αντίτυπο της χαλκογραφίας σήμερα ανήκει στη συλλογή του Μουσείου Καποδίστρια.

 

«Επιτρέψατέ μου να μην συμφωνήσω με τη θέση σας περί “εκλιπόντος κρίκου» και περί “αντανάκλασης του διάσπαρτου και όχι ακόμα ενιαίου χαρακτήρα του ελληνισμού». Συγκεκριμένα, και καθώς θίγετε ένα ζήτημα σύνθετο και βαθύ, θα ήθελα απλά να αναφέρω απόσπασμα από την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, του Βρετανού Sir Thomas Gordon (Τόμος 1 /σελ. 42-46). «Ο Ι. Καποδίστριας ίδρυσε την επ’ ονόματι των Φιλομούσων ευργετικήν εταιρείαν επί του δεδηλωμένου σκοπού της εν Ελλάδι διαδόσεως των γραμμάτων υπό την προστασίαν Βασιλέων και ηγεμόνων. Γιγνώσκων δε καλώς το σημείο εις ο θα κατηυθήνετο το τοιούτον ίδρυμα απέσχεν έπειτα της από το εμφανούς επιτηρήσεως αυτού, παρακολουθών την πρόοδον. Ουδ’ εβράδυνεν εικός να επέλθει η ολοσχερής αυτού μεταμόρφωσις εις Φιλικήν Εταιρείαν. Αφού δε από του στελέχους της Εταιρείας των Φιλομούσων ανεφύη της Φιλικής ο γενναίος βλαστός, η πρώτη ήρξατο να καταπίπτει ταχέως έως ου περί τα μέσα το 1817 εξέλιπε εν Μονάχω…».

Το 1814 με την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας θα δημιουργηθεί και η Φιλόμουσος. «Η Εταιρεία Φιλομούσων χωρίς να προκαλεί άμεσες αντιδράσεις, μπορούσε να διαφωτίζει την κοινή ευρωπαϊκή γνώμη για τις συνθήκες διαβίωσης του ελληνικού λαού, ανέλαβε τη διάδοση της παιδείας και του πνευματικού πολιτισμού και διενεργούσε εράνους για να σπουδάζουν οι Έλληνες στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια» ( 1821 Η Παλιγεννεσία, Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις).

«Νόμιζε πως προσέφερε περισσότερο με το να μείνει υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας από το να αναλάβει εμφανώς ρόλο οργανικό μέσα στη Φιλική Εταιρεία και θα έλεγα πως μάλλον είχε δίκιο» λέει ο πατέρας της Ναταλίας ο οποίος κάνει αναφορά στον φίλο του Καποδίστρια, τον Γάλλο τραπεζίτη και θερμό φιλέλληνα, τον Εϋνάρδο (Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρ) ο οποίος τέθηκε επικεφαλής του φιλελληνικού κομιτάτου στη Γενεύη, ανέπτυξε έντονη δράση και χρηματοδοτησέ τον αγώνα. 

Ήταν στραβή η ιδέα του να ζήσει ο λαός, να φάει, να δουλέψει τη γη και να έχει και ένα εισόδημα; Παραγωγική ανασυγκρότηση. Από πού θα άρχιζε, από το πανεπιστήμιο;».

 

Η κ. Δωροθέα Καποδίστια υπογραμμίζει τη σημασία που έδινε ο Καποδίστριας στην παιδεία. Με το ζήτημα αυτό, λέει ασχολήθηκε πολύ και ενώ ήταν στην Ελβετία όπου έγινε φίλος με τον μεγάλο και πρωτοπόρο παιδαγωγό τον Πεσταλότσι. Ήθελε να αρχίσει με τα δημοτικά στην ύπαιθρο χώρα, όπου οι γονείς ήτανε αγρότες, να μάθουν τα παιδιά τη γλώσσα και τη γραφή, αλλά και τις νέες μεθόδους καλλιέργειας. Αλλά τον ψέξανε και γι’ αυτό. Στόχος του ήταν να γίνουν οι Έλληνες αυτάρκεις, όχι μόνο η γλώσσα, αλλά να έχουν και δουλειά στα χέρια τους η οποία θα όχι μόνο θα τους έδινε τροφή για να ζήσουν, αλλά θα βοηθούσε και τη χώρα να σταθεί στα πόδια της. Ήμαστε με το χέρι τεντωμένο, επαίτες, μια ζωή. Δεν νομίζετε ότι εξακολουθεί να είναι επίκαιρο; Όμως δεν ήταν λίγοι αυτοί που την ιδέα του την εξέλαβαν διαφορετικά λέγοντας του “δηλαδή μια ζωή αγρότες μας βλέπεις;”. Ήταν στραβή η ιδέα του να ζήσει ο λαός, να φάει, να δουλέψει τη γη και να έχει και ένα εισόδημα. Παραγωγική ανασυγκρότηση. Από πού θα άρχιζε, από το πανεπιστήμιο;».

Τελικά κατάφερε και διεθνοποίησε το ελληνικό ζήτημα ο Καποδίστριας; Τι θα μπορούσαν να διδαχθούν οι πολιτικοί μας σήμερα από το όραμά του;

«Ο Καποδίστριας δεν διεθνοποίησε το ελληνικό ζήτημα», σπεύδει να απαντήσει η Ναταλία. «Αυτό βρίσκεται και βρισκόταν στον πυρήνα του Ανατολικού ζητήματος. Ο Καποδίστριας απλά επεδίωξε μια συμφέρουσα για Ελλάδα και την Ευρώπη λύση σε αυτό. Πιθανά να μπορούσαν να εμπνεύσουν τους πολιτικούς μας σήμερα, τα ακόλουθα θραύσματα λόγων του Καποδίστρια»:

“…Ελπίζω ότι όσοι εξ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ’ εμού ότι, εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της…».
«Εφ´ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν.»
«Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση εις την καρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.»  .

«Όσον αφορά στη διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος τότε η Ευρώπη με τον Μπάιρον, με τους πίνακες του Ντελακρουά από τη σφαγή της Χίου, ταρακουνήθηκε συναισθηματικά. Όμως στα κλιμάκια που έπαιρναν τις αποφάσεις στα διεθνή συνέδρια αυτό ήταν δουλειά του Καποδίστρια» προσθέτει η μητέρα της, η κ. Δωροθέα Καποδίστρια.

Ο Καποδίστριας δίνει έναν σκληρό αγώνα, απέναντί του έχει την Ιερά Συμμαχία και τον ορκισμένο εχθρό του, τον καγκελάριο της Αυστρίας, τον Μέτερνιχ με τον οποίο ευθυγραμμίζεται ο τσάρος Αλέξανδρος ο Α΄. Όλες οι κινήσεις του παρακολουθούνται και από τις εκθέσεις των διάφορων πρακτόρων μαθαίνουμε σημαντικά πράγματα όσον αφορά στο όραμα του Καποδίστρια.

«Η Ελλάς πρέπει κατά τον Καποδίστρια να κηρυχθεί ομοφώνως υφ΄όλων των Δυνάμεων χώρα αφιερωμένη αποκλειστικώς και μόνον εις τα επιστήμας και την διαφώτισιν του ανθρωπίνου γένους, το έδαφός της να κηρυχθή εκ των έξω απρόσβλητον, εσωτερικώς δε να κρατηθεί μακράν πάσης ξένης αναμίξεως»

«Οι Αυστριακοί δεν πείσθηκαν ποτέ για τις αγαθές προθέσεις του ιδρυτή της Φιλομούσου Εταιρείας…η οποία επεκτάθηκε και στο Σέμλινο (Ζεμούν) όπου υπήρχε ισχυρή ελληνική παροικία. Ο ταγματάρχης της εθνοφρουράς, Ιωσήφ Τσέρβένγκα, σε έκθεσή του στις 16 Φεβρουαρίου 1816, παρουσιάζει τη δράση της Εταιρείας και όσα πληροφορήθηκε για τις προθέσεις του Καποδίστρια: “Εξ όσων μου λέγουν περί των σκοπών τους οποίους επιδιώκει ο κόμις Καποδίστριας δια της εν λόγω προσπάθειας η βάσις επί της οποίας θέλει να στηρίξει εκ νέου την ευτυχία και την δόξαν των συμπατριωτών του είναι η απόλυτος πολιτική αυτονομία της Ελλάδας. Η Ελλάς πρέπει κατά τον Καποδίστρια να κηρυχθεί ομόφωνος υφ΄όλων των Δυνάμεων χώρα αφιερωμένη αποκλειστικώς και μόνον εις τα επιστήμας και την διαφώτισιν του ανθρωπίνου γένους, το έδαφός της να κηρυχθή εκ των έξω απρόσβλητον, εσωτερικώς δε να κρατηθεί μακράν πάσης ξένης αναμίξεως. Κείμενη μεταξύ Ασίας και Ευρώπης ευκόλως θα κατανοή η Ελλάς το νόημα της μυστικοπαθούς ζωής της Ανατολής, ενώ από την άλλην πλευρά θα δέχεται το εκλεπτυσμένον πνεύμα των Ευρωπαίων δημιουργούσα κατ΄αυτόν τον τρόπον μια δι΄ολόκληρον την ανθρωπότητα σωτήριον ισορροπίαν”» ( 1821 Η Παλιγεννεσία, Γιώργος Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις).

-«Η θέση αυτή του Καποδίστρια αποκαλύπτει την πεποίθησή του για την ιδιαιτερότητα της πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνισμού. Ίσως σήμερα στο λυκόφως των ιδεολογιών και στο βαθμό που ως λαός αναγνωρίζουμε αυτήν την ιδιαιτερότητα, θα μπορούμε να την αξιοποιήσουμε», σχολιάζει η Ναταλία.

Υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα σε εκείνη την εποχή και στην Ελλάδα της κρίσης; Μήπως ζούμε μια νέα φάση που θυμίζει αποικιοκρατία; Ρωτώ τη Ναταλία.

«Στις μέρες μας στην Ελλάδα, θεωρώ πως βιώνουμε μια σύγχρονης τεχνολογίας αποικιοκρατία. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέουμε τις δύο ιστορικές στιγμές. Η πρώτη είχε το χαρακτήρα από το σκοτάδι προς το φως, ενώ η σημερινή, από το σκοτάδι στα τάρταρα»

«Από την σύσταση της Ιονίου Πολιτείας (21 Μαρτίου 1800) μέχρι την δολοφονία του Κυβερνήτη (27 Σεπτεμβρίου 1831) η πατρίδα και ο λαός της αγωνίστηκε διεξοδικά ενάντια στην όποια παρουσία ξένων δυνάμεων στον τόπο, σε συνάρτηση με την ανάγκη για απόκτηση συνείδησης εθνικής ταυτότητας. Στις μέρες μας στην Ελλάδα, θεωρώ πως βιώνουμε μια σύγχρονης τεχνολογίας αποικιοκρατία. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέουμε τις δύο ιστορικές στιγμές. Η πρώτη είχε το χαρακτήρα από το σκοτάδι προς το φως, ενώ η σημερινή, από το σκοτάδι στα τάρταρα. Θέλω να πιστεύω πως θα ισχύσει το πως, όσο περισσότερο κάτω θα πας, τόσο ψηλότερα θα ανεβείς!».

Το όραμα του ήταν για μια Ελλάδα “Δελφούς της Οικουμένης»

Πιστεύετε ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά σήμερα εάν δεν είχαν σκοτώσει τον Κυβερνήτη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831; Τα φαντάσματα του παρελθόντος, η ανέχεια, η οξύτητα και η πόλωση θα μπορούσαν να έχουν εκλείψει;

«Ειδεχθέστερο έγκλημα της δολοφονίας του Κυβερνήτη, αποτελεί το συνεχές έγκλημα της δολοφονίας της παρακαταθήκης του, και της αμαύρωσης της προσφοράς και του έργου του.

 

Οι στόχοι και το έργο του Καποδίστρια, το όραμα του ήταν για μια Ελλάδα “Δελφούς της Οικουμένης». Σίγουρα αν είχε αποφευχθεί η δολοφονία του, κάτι περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση θα είχε επιτευχθεί, πέρα από την υπογραφή του τέταρτου Πρωτόκολλου του Λονδίνου, τον Φεβρουάριο το 1830, με το οποίο η συνοριακή γραμμή του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους συμφωνείται, στο μέσο της κοίτης των ποταμών Αχελώου και Σπερχειού και με ενταγμένες τις Σποράδες και την Αμοργό. Όσο για τα φαντάσματα του παρελθόντος και τα λοιπά, κρίνω πως θα εκλείψουν, όταν εμείς οι Έλληνες, συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μας για κάτι τέτοιο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τουλάχιστο, αυτό συμπεραίνω από τους στίχους του εθνικού μας ποιητή:

«Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή

καθενός χαμογελάει, “πάρ’ το», λέγοντας, “και συ».

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά·

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί,

πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά:

“Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά»».

 

 

Πηγή: Huffingtonpost Greece / Επιμέλεια αφιερώματος και συνέντευξης: Δημοσθένης Γκαβέας

 

Read More

tamer.cilingir.3

Τούρκος συγγραφέας με βιβλίο για τη Γενοκτονία των Ποντίων: Η Τουρκία κτίστηκε πάνω στο αίμα των Ελλήνων

Με τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου τιμούμε την έναρξη της Επανάστασης του 1821, από την οποία προήλθε η αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας και στη συνέχεια η δημιουργία του ελληνικού κράτος. Και αν η ελευθερία της Ελλάδας ήταν «από τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά», όπως γράφει ο Διονύσιος Σολωμός στον Eθνικό Ύμνο, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου χρησιμοποιήθηκε το αίμα των Ελλήνων για την ανοικοδόμηση του τουρκικού κράτους. 

Αυτήν την άποψη, η οποία ακούγεται όλο και πιο συχνά τελευταία στη χώρα μας, μοιράζεται στο newpost.gr ο Ταμέρ Τσιλιγκίρ (Tamer Çilingir). Πρόκειται για Τούρκο συγγραφέα, που βίωσε το απάνθρωπο πρόσωπο του τουρκικού κράτους, φυλακίστηκε για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, έκανε απεργία πείνας 91 ημέρες για τις άθλιες συνθήκες κράτησης, παρέμεινε έγκλειστος 10 χρόνια και μετά την προσωρινή αποφυλάκισή του φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό!

Πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε βιβλίο για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και παράλληλα διαχειρίζεται ιστοσελίδα με την οποία προσπαθεί να ενημερώσει τους κατοίκους της Μαύρης Θάλασσας για αυτό το τεράστιο ζήτημα, για την αναγνώριση του οποίου παλεύει με όλες του τις δυνάμεις. Η συμβολή του είναι τεράστια και θα αποδειχτεί αυτό με την πάροδο των χρόνων! Το θέμα της Γενοκτονίας στην Ελλάδα, εκτός από τις μαρτυρίες, βασίστηκε στην πολύτιμη συμβολή και έρευνα του αείμνηστου καθηγητή βυζαντινολογίας Πολυχρόνη Ενεπεκίδη που έφερε στο φως τα γερμανοαυστριακά αρχεία που αφορούσαν την περίοδο 1908-1918 όπου αποκαλύπτονταν αβίαστα μέσα από αυτά ο γενοκτονικός σχεδιασμός των Νεότουρκων εθνικιστών (Αγτζίδης, Kars1918).

Ο Τσιλιγκίρ στέκεται στην περίοδο 1914-1923 όπου κορυφώθηκαν οι εκκαθαρίσεις, χρησιμοποιώντας οθωμανικές και τούρκικες πηγές, οι οποίες αποτελούν τρανταχτή απόδειξη όσων πράχθηκαν πριν από έναν αιώνα.

Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή Πανεπιστημίου Κωνσταντίνο Φωτιάδη, ο Τσιλιγκίρ «...πρωταγωνιστεί στον ιστορικό αγώνα για την αλήθεια, την ιστορία, την αποκατάσταση και την αναγνώριση του μαζικού εγκλήματος εναντίον των Ελλήνων και των άλλων λαών στην Τουρκία, για την αποκαθήλωση του Κεμαλικού Φασισμού, για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία».

Ο Ταμέρ Τσιλιγκίρ μίλησε στο Newpost.gr για την έρευνά του πάνω στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και έστειλε ένα μήνυμα που συμπορεύεται με το κλίμα των ημερών και της εθνικής εορτής. «Πρέπει να γίνει επανάσταση για να αποκατασταθεί η αδικία της ιστορίας», λέει με πάθος και αναλύει την απολυταρχικότητα του τούρκικου πολιτεύματος από τους τελευταίους σουλτάνους και τον Κεμάλ Ατατούρκ μέχρι τον Ερντογάν. Συγκινεί δε με την περιγραφή της συνειδητοποίησης της ελληνικής του καταγωγής. «Δεν αισθάνθηκα ποτέ Τούρκος, είμαι Έλληνας Πόντιος», απάντησε με θάρρος, αυτός, ο αγωνιστής υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε σχετική ερώτηση που του έγινε σε μία συνέντευξη που αποκαλύπτει πολλά και ενδιαφέροντα, τα οποία δεν θα σας αφήσουν ασυγκίνητους.

Που γεννηθήκατε;
«Γεννήθηκα το 1965 στο χωριό Λιβερά της επαρχίας Ματσούκας που βρίσκεται στην Τραπεζούντα (περιοχή που παρέμειναν ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών).

Σχολείο, που πήγατε;
Οι γονείς μου πήραν την απόφαση να εγκατασταθούμε στην Κωνσταντινούπολη. Οπότε, δημοτικό και Γυμνάσιο πήγα στην Πόλη.

Ποιο ήταν το αντικείμενο των σπουδών σας;
Το 1978 μπήκα στη Σχολή Αξιωματικών, στο στρατιωτικό Λύκειο Kuleli. Αυτό είναι ένα ίδρυμα παραγωγής Τούρκων εθνικιστών. Εγώ όμως δεν άντεχα αυτό το περιβάλλον και τον τρίτο χρόνο φοίτησής μου με διώξανε από το Λύκειο. Ύστερα αποφάσισα να σπουδάσω κεραμική τέχνη όμως δεν μπόρεσα να αποφοιτήσω από το Πανεπιστήμιο, διότι ενδιαφερόμουν για την πολιτική και αρνήθηκα να σπουδάσω στα Πανεπιστήμια αυτού του κράτους.

Ποια ήταν η δουλειά σας στην Τουρκία και πού ζείτε σήμερα;
Ασχολήθηκα με την ανατολίτικη κεραμική τέχνη. Ενώ άρχιζα να ερευνώ για το λαϊκό πολιτισμό, έλαβα θέση εναντίον της κυβέρνησης, στον αγώνα για την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Λόγω αυτού του θέματος πολλές φορές φυλακίστηκα, δύο φορές, από 6 μήνες, μία το 1986 και την άλλη το 1993. Το 1994 συνελήφθηκα ξανά και καταδικάστηκα σε ισόβια κάθειρξη. Ήμουν 10 χρόνια φυλακισμένος. Οι συνθήκες της φυλάκισης ήταν απάνθρωπες, άθλιες. Γι’αυτό διαμαρτυρήθηκα με απεργία πείνας για 91 ημέρες! Το 2004 αποφυλακίστηκα προσωρινά εξαιτίας προβλημάτων απώλειας μνήμης που βίωνα και δεν ήμουν σε θέση να καλύψω τις ανάγκες μου. Έξι μήνες αργότερα βγήκε ξανά απόφαση φυλάκισής μου. Με τη βοήθεια των γονιών μου βγήκα στο εξωτερικό και τώρα συνεχίζω τη ζωή μου, μακριά από την Τουρκία, στην Ελβετία.

Ποια ήταν η επαφή σας με τα ρωμαίικα, τη διάλεκτο των Ελλήνων του Πόντου στη γενέτειρά σας;
Από την ημέρα που μετακομίσαμε στην Πόλη οι γονείς μου αρνήθηκαν να επικοινωνούν στην ποντιακή. Τα μιλούσαν μόνο όταν θέλανε να πούνε κάτι κρυφό από εμάς, τα παιδιά. Μας φόβιζαν και αρνήθηκαν να μας την μάθουν. Μεγαλώναμε με την επιβολή μίας νοοτροπίας, στην οποία η λέξη «πόντιος» θεωρούταν βρισιά. Οι γονείς μου νόμιζαν πως μας φοβιζαν μ’αυτόν τον τρόπο. Έτσι εγώ δεν κατάφερα να επικοινωνώ σε αυτήν την ελληνική διάλεκτο.

Πότε συνειδητοποιήσατε, ότι η διάλεκτος που ωμιλούταν στο χωριό σας δεν είχε καμία σχέση με την τούρκικη κουλτούρα και τι αντιμετώπιση είχε από τους γηγενείς;
Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε στο χωριό μου, στη Ματσούκα και μέναμε το λιγότερο ένα μήνα. Στο χωριό μου όλοι γνώριζαν και μίλαγαν τα ρωμαίικα (ρωμαίικα ή rumca αποκαλούνται τα ποντιακά στην Τουρκία). Όταν ρώταγα τον πατέρα μου για τη συγκεκριμένη γλώσσα που μιλούσαν, μου έλεγε ότι απλά είναι μια παλιά γλώσσα. Μια περίοδο θεώρησα, ότι μιλούσαν οθωμανικά, που είναι μια παλιά γλώσσα (για όσους δεν το γνωρίζουν, τα τούρκικα είναι διαφορετική γλώσσα από την καθομιλουμένη της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα, πως η γλώσσα που μιλούσαν είναι καθαρά ελληνικά και ρώτησα την οικογένειά μου, γιατί τη μιλούν. Μου απάντησαν, ότι την έμαθαν από τους γείτονες.

Η γιαγιά μου ελάχιστα μιλούσε τα τουρκικά. Η μητρική της γλώσσα ήταν τα ρωμαίικα (όπως πολλών κατοίκων των ελληνόφωνων χωριών της Μαύρης Θάλασσας). Αυτή δεν ήταν μια γλώσσα που θα μάθαιναν από τους γείτονες. Επίσης οι χωριανοί δεν υπερασπίζονταν, ότι είναι Πόντιοι. Λέγανε ότι οι Πόντιοι έφυγαν με την ανταλλαγή. Δηλαδή, οι ντόπιοι φύγανε αλλά μιλούσαν ακόμη την γλώσσα των γειτόνων τους; Αυτό δεν μου φάνηκε και πολύ πειστικό.  

Σήμερα σε ποιες περιοχές του Πόντου μιλούν ρωμαίικα;
Σήμερα υπάρχουν πάνω από 200 χωριά που μιλούν τη ρωμαίικη γλώσσα στην Τραπεζούντα. Ποντιακά επίσης μιλούν και σε μέρη που μετανάστευσαν εσωτερικά ελληνόφωνοι από τη Μαύρη Θάλασσα, στην Erzincan, στη Bursa και στο Van. Αυτή η γλώσσα όλο και περισσότερο εξαφανίζεται.

Μπορεί στο μέλλον να υπάρξει ενίσχυση του ρωμαίικου στοιχείου στην περιοχή;
Κατά τη γνώμη μου η συγκεκριμένη γλώσσα δε μπορεί να σωθεί από μόνη της. Πρώτα από όλα η Τουρκία δημιουργήθηκε με μια ψεύτικη ιστορία. Εάν δε πολεμήσουμε για να βγάλουμε στη φορά την αληθινή ιστορία δεν μπορούμε να κερδίσουμε τίποτα.

Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας δεν είναι νόμιμη ·100 χρόνια πριν ιδρύθηκε μέσω ενός καταχρηστικού παιχνιδιού. Αυτή η τούρκικη δημοκρατία ιδρύθηκε με αρχή τη σφαγή των Ελλήνων Ρωμιών. Έχυσαν το αίμα των Ελλήνων Μικρασιατών και απέσπασαν τα πλούτη τους.

Στην Τουρκία δεν γνωρίζουν τι έχει συμβεί πριν από 100 χρόνια. Είναι ανάγκη να επαναστατήσουμε για τις αδικίες της ιστορίας.

Τι μαθαίνουν στην Τουρκία (σχολεία, οικογένεια) για τους Έλληνες;
Το πρώτο πράγμα που μαθαίναμε στα σχολεία ήταν ότι οι Έλληνες είναι εχθροί μας και πως ο Μουσταφά Κεμάλ τους έριξε στην θάλασσα (9 Σεπτεμβρίου 1922). Οι λέξεις Έλληνας, απόγονοι Ελλήνων, ελληνόπουλο ακόμα και ο επιθετικός προσδιορισμός «ελληνικός» θεωρείται βρισιά στην τούρκικη γλώσσα. 19 Μαΐου είναι μια εθνική γιορτή για την Τουρκία, η ημέρα του πολέμου της ανεξαρτησίας. Είναι η ημέρα που ο Κεμάλ έκανε απόβαση στη Σαμψούντα και ξεκίνησε το σχέδιο της γενοκτονίας των ελληνικών πληθυσμών. Στο βιβλίο μου «Pontus gerçeği» (προφέρεται Πόντους κερτσεγί και σημαίνει η αλήθεια του Πόντου) εξηγώ με έγγραφα το πως ο Μουσταφά Κεμάλ πήγε με οργάνωση στη Σαμψούντα και ποιος ήταν ο ρόλος των Άγγλων. Δείχνω πώς έχυσαν αίμα ο Τοπάλ Οσμάν μαζί με τον διοικητή του κεντρικού στρατού τον Νουρετίν πασά.

Εσείς ποια γνώμη είχατε για την Ελλάδα και πότε συνειδητοποιήσατε ότι η ρίζα σας είναι ελληνική;
Εγώ από μικρός ήξερα ότι έχουμε ελληνική ρίζα, δυστυχώς όμως δεν είχα γνώση της ιστορίας. Όταν ασχολήθηκα με αυτό το κομμάτι της ιστορίας, τότε απέκτησα πλήρη γνώση για το ποιος είμαι. Με τις αδικίες που είχαν γίνει πριν από 100 χρόνια με εκνεύριζε ακόμη περισσότερο και υπερασπίστηκα ακόμη πιο θαρραλέα την ταυτότητά μου.

Δεν αισθανόμουν πότε ως Τούρκος. Εγώ είμαι Έλληνας Πόντιος.  

Οι σχέσεις σας με τους Έλληνες πώς είναι;
Η σχέση μου με τους Έλληνες είναι πολύ καλές. Ωστόσο, λόγω της γλώσσας δεν μπορώ να συνεννοηθώ… με εξαίρεση τους Έλληνες που ξέρουν τουρκικά και γερμανικά. Με αυτούς συνεννοούμαι ακόμα καλύτερα.

Φυλακιστήκατε για τις πολιτικές πεποιθήσεις. Πώς ήταν οι συνθήκες διαβίωσης εκεί;
Στη φυλακή ήμουν εκτεθειμένος σε όλα τα είδη των ανθρωπίνων βασανιστηρίων.  Βασανίστηκα ιδιαίτερα επειδή κατάγομαι από την Τραπεζούντα. Οι Τραπεζουνταίοι δεν πάνε κόντρα στο κράτος! Υπάρχει η κυριαρχία του τουρκικού εθνικισμού εκεί. Είναι γεγονός ότι έχουν χάσει την ταυτότητα τους οι άνθρωποι του Πόντου εδώ και 100 χρόνια. Αυτό συνέβη γιατί οι ελληνικοί πληθυσμοί, είτε γενοκτονήθηκαν, είτε απελάθηκαν κατά την ανταλλαγή. Δεν έμεινε κανείς τους πίσω. Όσοι απέμειναν στη πατρίδα ήταν μουσουλμάνοι ελληνόφωνοι, γι’αυτό και δεν συμπεριλήφθησαν στη λίστα των… ανταλλάξιμων της Συνθήκης της Λοζάνης. Οι ελληνόφωνοι που βίωσαν τη σφαγή, προσπάθησαν να γίνουν… καλύτεροι Τούρκοι, καλύτεροι μουσουλμάνοι, προκειμένου να επιζήσουν.

Εδώ και 100 χρόνια προσπαθούν να αποδείξουν στον εαυτό τους και στο κράτος αυτό το πράγμα. Λένε «Εμείς δεν είμαστε Έλληνες Πόντιοι». Αλλά αυτό δε φτάνει στο κράτος. Ακόμη διαχωρίζονται οι άνθρωποι του Πόντου. Στα ανέκδοτα οι άνθρωποι της Μαύρης Θάλασσας αποκαλούνται ανόητοι και χαζοί. Είναι γνωστό μάλιστα ότι τους κοροϊδεύουν για τη μύτη τους (όλως τυχαίως και στην Ελλάδα οι Πόντιοι δέχτηκαν τον ίδιο ρατσισμό). Θα σας δώσω και ένα ποδοσφαιρικό παράδειγμα, επειδή μου είπατε, ότι ασχολείστε με το αθλητικό ρεπορτάζ. Ανάμεσα στα συνθήματα των φιλάθλων των αντιπάλων ομάδων της Trabzonspor υπάρχει και ένα που αναφέρει: «Οι μπάσταρδοι των Ποντίων δεν μπορούν να μας εκφοβίσουν». 

Σήμερα, είστε ευπρόσδεκτος στην Τουρκία;
Εδώ και 13 χρόνια δε μπορώ να πηγαινοέρχομαι στην Τουρκία. Ειδικά με το βιβλίο που εξέδωσα με αντιμετωπίζουν ως προδότη της χώρας. Ακόμη και στην Ελβετία δέχομαι απειλές! Αν είχαν την δυνατότητα θα έκαναν τα πάντα για να με καταστρέψουν ακόμη κι εδώ που ζω.

Σε ποια φάση της ζωής σας πληροφορηθήκατε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου;
Για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου άκουσα για πρώτη φορά το 1991 (3 χρόνια πριν από την αναγνώρισή της από το ελληνικό Κοινοβουλιο), όταν προσπάθησα να πάρω πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Πίστευα εκείνα τα χρόνια πως κυριαρχούσε η ταξική πάλη και πως είναι σημαντική η πάλη για τον σοσιαλισμό. Έλεγα πως θα λύνονταν τα προβλήματα μετά την εγκατάσταση του σοσιαλισμού. Το 2007 πήρα πλήρη γνώση σχετικά με αυτό το θέμα. 

Τι λένε στην Τουρκία για τη Γενοκτονία;
Αυτό το θέμα άρχισε να συζητείται πρόσφατα στην Τουρκία. Οι λεγόμενοι αριστεροί και διανοούμενοι δεν μιλούν πολύ για αυτό. Μετά τη δολοφονία του Χραντ Ντινκ (ήταν διακεκριμένος Τούρκος, αρμενικής καταγωγής, δημοσιογράφος και συγγραφέας που δολοφονήθηκε το 2007), οι Αρμένιοι άνοιξαν τη συζήτηση για την Γενοκτονία (των Αρμένιων). Αλλά κάνεις δεν ανέφερε τίποτα για την Γενοκτονία των Ελλήνων. Οι Αρμένιοι των οποίων οι πρόγονοι είχαν σφαγιαστεί το 1915, από τους Οθωμανούς βγήκαν μπροστά και μίλησαν ανοικτά. Διανοούμενοι, αριστεροί και σοσιαλιστές άρχισαν να βγάζουν στην επιφάνεια το ζήτημα. Η συζήτηση για την Γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών όμως ήταν διαφορετική. Για τους Τούρκους σημαίνει ότι αυτό το ζήτημα πάει ενάντια στην τουρκική δημοκρατία και τους Κεμαλιστες, από τους οποίους δεν μπορούν να ξεφύγουν εδώ και 100 χρόνια οι σοσιαλιστές, οι διανοούμενοι και οι αριστεροί.

Είστε ένθερμος υποστηρικτής της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και γνωρίζουμε ότι διατηρείτε μία ιστοσελίδα που ενημερώνετε τον κόσμο για αυτήν! Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από την επαφή με τους ανθρώπους της Μαύρης Θάλασσας;
Δημιουργήσαμε μια ιστοσελίδα η οποία ονομάζεται Devrimci Karadeniz (που σημαίνει Επαναστατική Μαύρη Θάλασσα). Σε αυτό το σάιτ δημοσιεύουμε άρθρα σχετικά με την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, με μερικούς φίλους από την Τραπεζούντα. Έφερε μεγάλη επιτυχία και συζητήθηκε πολύ. Τα άρθρα μου διαβάστηκαν και μεταφέρθηκαν σε χιλιάδες ανθρώπους. Έλαβα γράμματα από ελληνόφωνους της Τραπεζούντας, κατοίκους της Κερασούντας, της Σαμψούντας και από πολλές άλλες πόλεις  με την ερώτηση «Εμείς είμαστε Πόντιοι;». Αυτήν την ερώτηση κάνουν μεταξύ τους εδώ και εκατό χρόνια οι οικογένειες της Μαύρης Θάλασσας. Θέλω να σας πω και κάτι το οποίο πραγματικά είναι σημαντικό.

Μεγάλη μερίδα ανθρώπων εξετάστηκε με DNA. Όλοι ήταν περίεργοι και θέλανε να μάθουν την ιστορία των προγόνων τους, των γιαγιάδων και των παππούδων τους.

Με τα άρθρα που έγραψα, οι ίδιοι με τις ερωτήσεις που ρώταγαν βρέθηκαν σε άλλες απαντήσεις. Εγώ τους εξηγούσα με έγγραφα τις αδικίες που μας έκαναν πριν από εκατό χρόνια.

Πότε και υπό ποιες συνθήκες αποφασίσατε να γράψετε βιβλίο για τη Γενοκτονία;
Μετά από κάποιες προσπάθειες που έκανα για όλο αυτό το θέμα αποφάσισα το 2010 να το κάνω βιβλίο. Άρχισα να διαβάζω τις οθωμανικές πηγές αλλά και αυτές της τουρκικής δημοκρατίας. Το βιβλίο μου δίνει μεγάλο βάρος σε αυτές τις πηγές. Ο κάθε ιστορικός που σκέφτεται λογικά και τις ερευνεί σωστά, ανακαλύπτει, ότι μιλούν ξεκάθαρα για αυτήν τη σφαγή. Είναι ορατό, ότι παραδέχονται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχουν μυστικές (κρυφές) συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στο Κοινοβούλιο την τριετία 1920-1923 και οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο το 1985. Εκεί υπάρχει ομολογία για την Γενοκτονία των Ποντίων.

Αυτά που έπαθαν οι Πόντιοι από τον Τοπάλ Οσμάν, τον Ιπσίζ Ρετζέπ, τον Τζεμίλ Τζαχίτ και πολλούς άλλους, μπορείτε να τα δείτε με έγγραφα στο βιβλίο. Τον Απρίλη του 2016 οργανώσαμε μία εκδήλωση στην Άγκυρα για την Γενοκτονία. Πολλοί ιστορικοί και ερευνητές συμμετείχαν σ’αυτήν την οργάνωση, κι εγώ συμμετείχα μέσω Skype. Μετά από 100 χρόνια και ειδικά στην πρωτεύουσα μια τέτοια δραστηριότητα αποτέλεσε ένα μεγάλο γεγονός.

Τι απήχηση είχε το «Pontus  Gerçeği» στην Τουρκία; Θα υπάρξει ελληνική έκδοση;
Η πρώτη έκδοση του βιβλίου μου βγήκε στην τουρκική αγορά τον Δεκέμβρη του 2016 και εξαντλήθηκε σύντομα. Οι διαφωνούντες ιστορικοί διάβασαν το βιβλίο μου, όμως μέχρι στιγμής δεν έδειξαν το θάρρος να με επικρίνουν. Διότι με τα δικά τους έγγραφα ανακάλυψα και θεμελίωσα την ύπαρξη Γενοκτονίας. Σε πολλά μέρη υπήρξαν απειλές από φασίστες, ενώ στις εφημερίδες γράφτηκε πως καθοδηγούμαι από την Ελλάδα. Υποστήριξαν επίσης ότι πληρώνομαι γι’αυτό, κάτι που προφανώς είναι γελοίο. Επιστημονικά κάνεις δεν μπορεί να με αμφισβητήσει, ούτε ιστορικοί, ούτε ακαδημαϊκοί. Οι Έλληνες φίλοι μου δεν έχουν διαβάσει ακόμη το βιβλίο μου. Υπάρχει συνεννόηση με εκδοτικό οίκο, προκειμένου να μεταφραστεί το βιβλίο (τη μετάφραση επιμελείται ο δικηγόρος Θεόδωρος Παυλίδης) και να κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα. Ελπίζω ότι θα δημοσιευτεί σε σύντομο χρονικό διάστημα στα ελληνικά.

Έχετε βιώσει πολλές κακουχίες λόγω των πεποιθήσεών σας. Οι αναγνώστες του newpost.gr θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα για τις πολιτικές συνθήκες στην Τουρκία. Μπορείτε να μας κάνετε μία ανάλυση του πoλιτικού συστήματός της;
Σ’αυτή τη γη, όπου έζησαν Έλληνες και Αρμένιοι, σήμερα κυριαρχεί η τουρκική δημοκρατία, η οποία ιδρύθηκε συγχρόνως με την καταστροφή των Ασσυρίων. Η διαδικασία εφαρμογής του πολυεθνικού προγράμματος (η Τουρκία αποτελείται από πολλές φυλές, άσχετες με το τουρκικό φύλο) είχε αρχίσει από τον σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β’, το 1876. Ο Αμπτούλ Χαμίτ είχε ανοίξει το πρώτο Κοινοβούλιο, όμως άντεξε μόνο για ένα μήνα. Τότε 300 χιλιάδες Αρμένιοι σκοτώθηκαν και το Σύνταγμα Hamidiye αποτέλεσε το εφαλτήριο της Νέας Τουρκίας. Για 33 χρόνια οι αντιφρονούντες είτε σκοτώνονταν είτε φυλακίζονταν. Το 1908 που ήταν στην εξουσία το τουρκικό εθνικιστικό κόμμα «Ένωση και Πρόοδος», δηλαδή οι Νεότουρκοι , το συγκεκριμένο σχέδιο εξόντωσης πέρασε στη δεύτερη φάση του, με τη Γενοκτονία των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Η σφαγή των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας ήταν το τελευταίο σχέδιο, το οποίο ολοκλήρωσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Μία λεπτή εννοιολογική γραμμή χωρίζει τον Αμπντούλ Χαμίτ από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλιστές. Όλοι είναι ίδιοι.

Ποια είναι η γνώμη σας για τον Ερντογάν;
Σήμερα που κυριαρχεί ο Ερντογάν, μπορώ να πω, ότι είναι τόσο οθωμανός ισλαμιστής όσο και κεμαλιστής, να μην αμφιβάλλει κάνεις γι’αυτό. Η Τουρκία, επειδή είναι παράνομο κράτος εδώ και 100 χρόνια, στέκεται με βάση την επιβολή της βίας. Γι’αυτό είναι αντιδημοκρατικό κράτος.

Δημοκρατία σημαίνει το τέλος της κυβέρνησης της Τουρκίας. Στα πρώτα χρόνια της εξουσίας του Ερντογάν, αυτοί που τον έλεγαν «δημοκράτη» και «αντικεμαλιστή» συνειδητοποίησαν σύντομα ότι είχαν λάθος αντίληψη. Και αυτός όπως οι προηγούμενοι κυβερνήτες προσπαθεί να επεκτείνει τη διάρκεια της θητείας του, χρησιμοποιώντας τη βία. Η διαφορά του μεταξύ των εθνικιστών κεμαλιστών είναι πως είναι και ισλαμιστής κεμαλιστής. Ο Μουσταφά Κεμάλ, πολλά χρόνια πριν πάρει την εξουσία, έκανε ισλαμιστική προπαγάνδα. 

Η επιβολή της εξουσίας στην τουρκική δημοκρατία έχει βάση το ισλάμ και τον τουρκισμό. Το 1990 σε διάφορες κούρδικες πόλεις χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν και χάθηκαν (πέθαναν). Εκατοντάδες αντίπαλοι (αντιφρονούντες) δολοφονήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα. Ο Ερντογάν δεν ήταν στην εξουσία εκείνη την εποχή. Τώρα όμως κάνει το ίδιο που έκανε τότε ο Αμπντούλ Χαμίτ, ο Μουσταφά Κεμάλ και ο Ισμέτ Ινονού. Σήμερα στην τουρκική χώρα όπου ζουν εκατομμύρια άνθρωποι, δεν ευαισθητοποιείται κανείς για να μαθευτεί η ιστορία και να λάμψει η αλήθεια. Πολλοί άνθρωποι εκπαιδεύτηκαν πάνω σε μια ψευδή ιστορία, δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Αυτή δεν είναι μια κατάσταση που βγήκε τώρα στη φόρα. 

Όπως έχω αναφέρει παραπάνω, 100 χρόνια πριν έβαλαν στο μάτι τα πλούτη των Ελλήνων. Υποστήριξαν τους καταπιεστές, έγιναν συνέταιροι με  τους μουσουλμάνους στις δολοφονίες και τις γενοκτονίες.

Εδώ και εκατό χρόνια ο στόχος του κράτους ήταν να λιντσάρει τον καθένα. Σε αυτό δεν είχε συμμετοχή μόνο το κράτος, αλλά οι μυστικές οργανώσεις και οι φασίστες. Τους τελευταίους υπάρχουν κάποιοι που τους υποστηρίζουν μαζικά, όπως τον Χίτλερ στη ναζιστική Γερμανία.

Σήμερα, θέλουν να πατάξουν τον κουρδικό απελευθερωτικό αγώνα, όπως έκαναν στους Έλληνες πριν από 100 χρόνια και εξαπολύουν στρατιωτική και αστυνομική επίθεση, καλώντας εθνικιστικές μουσουλμανικές μάζες για την ενεργοποίηση της καταστροφής τους. Η κυβέρνηση του Ερντογάν όπως και οι υπόλοιποι παράγουν προκλήσεις. Γίνονται εκρήξεις από βόμβες, οι αντιφρονούντες φυλακίζονται και εξαπλώνεται ο φόβος για δολοφόνους (σ.σ. τρομοκράτες).

Θεωρείτε ότι το πραξικόπημα του προηγούμενου καλοκαιριού ήταν σκηνοθετημένο από τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο για να καταλύσει ελευθερίες και να πάρει εξουσία επάνω του;
Το πραξικόπημα που έγινε στις 15 Ιουλίου του 2016 βοήθησε τον Ερντογάν να εδραιώσει με τη βία την εξουσίας του. Με την εφαρμογή OHAL (κατάσταση έκτακτης ανάγκης) εξολόθρευσε τα νόμιμα δικαιώματα που υπήρχαν στη χώρα.

Τι σημαίνουν οι τελευταίες τούρκικες προκλήσεις γύρω από τα ελληνικά νησιά; Λένε κάποιοι ότι αν μπει η Τουρκία σε μεγάλο πόλεμο θα διαλυθεί από μέσα, λόγω των πολλών εθνικοτήτων που την αποτελούν. Ισχύει αυτό;
Η κρίση της Τουρκίας με την Ελλάδα αποτελείται από ένα σενάριο. Μέσα από αυτό ο Ερντογάν θέλει να δείξει ότι η χώρα είναι δυνατή και να προσελκύσει τους πολίτες και τους Τούρκους εθνικιστές (MHP) στο πλευρό του. Ούτε οι ίδιοι οι Τούρκοι δεν έχουν πρόθεση για τέτοιο πόλεμο, αλλά ούτε οι αφέντες τους δεν θα το επιτρέψουν, δηλαδή η Αμερική, η ΕΕ και η Ρωσία. 

Πηγή: newpost.grpontos-news.gr

 

Read More

gkka_25_1903-thumb-large

Άγγελος Χρυσοστόμου: Τσεχοσλοβακικά όπλα στην Κύπρο

gkka_25_1903-thumb-large
Από τις συγκρούσεις στην έναρξη της δεύτερης κυπριακής κρίσης, τέλη 1963 – αρχές 1964. Η κρίση στο Κυπριακό μοιραία συνεπαγόταν ότι τα ζητήματα που σχετίζονταν με προμήθεια οπλισμού αποκτούσαν υπαρξιακή σημασία.

Ο έλεγχος της συσταθείσας το 1964 Εθνικής Φρουράς ήταν σημείο πολλών τριβών μεταξύ Αθήνας – Λευκωσίας. Αφενός ο Μακάριος θεωρούσε ότι θα έπρεπε δικαιωματικά να την ελέγχει ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφετέρου η Αθήνα εκτιμούσε, κυρίως μετά τα γεγονότα του 1963, ότι η δική της διοίκηση θα της έδινε ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό προβάδισμα στην προοπτική επίλυσης του Κυπριακού.

Η άφιξη του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα το καλοκαίρι του 1964 και η ηγεσία που του ανατέθηκε ως επικεφαλής της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Κύπρου με τις ευλογίες της Αθήνας δημιούργησε το στρατιωτικό ζήτημα. Η ελληνική κυβέρνηση απέβλεπε με τον συγκεκριμένο διορισμό στον έλεγχο της Εθνικής Φρουράς και στην ενίσχυση των λεγόμενων ενωτικών κύκλων αλλά και στη δυνατότητα να χρησιμοποιείται ο Γ. Γρίβας ως αντίβαρο του Μακαρίου. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα φαινόμενο δυαδικής εξουσίας που διατηρήθηκε μέχρι το 1974. Δηλαδή την πολιτική εξουσία ασκούσε η κυπριακή κυβέρνηση και τη στρατιωτική ουσιαστικά μέσω του Γ. Γρίβα και του ελέγχου που είχε στην Εθνική Φρουρά, η ελληνική κυβέρνηση.

Οι ρωσικοί πύραυλοι, η στάση των ΗΠΑ και η απόφαση του ΟΗΕ

Δύο πολύ σημαντικές κρίσεις ξέσπασαν τη διετία 1965-1966 που σχετίζονταν με τη δυνατότητα του Αρχιεπισκόπου να ενισχύσει τη στρατιωτική του ισχύ και να περιορίσει έτσι τον πλήρη έλεγχο της Εθνικής Φρουράς από την Αθήνα, που σε κάθε περίπτωση ήταν συνυφασμένος με το είδος της προκρινόμενης λύσης. Συγκεκριμένα, στις 11 Ιανουαρίου 1965 έφθασαν στην Κύπρο ρωσικοί πύραυλοι (επρόκειτο για τις βάσεις τους, καθώς οι εκρηκτικοί κώνοι θα έρχονταν σε δεύτερο στάδιο). Η είδηση διέρρευσε σε αθηναϊκές εφημερίδες και προκάλεσε διεθνή σάλο. Ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Μακναμάρα, διεμήνυσε στην Αθήνα ότι δεν θα ανεχόταν στη Μεσόγειο δεύτερη Κούβα. Ο Γρίβας με επιστολή του στον Μακάριο είχε εναντιωθεί στην εγκατάστασή τους επικαλούμενος τεχνικούς και πολιτικούς λόγους. Τελικά, οι ρωσικοί πύραυλοι παραχωρήθηκαν στην Αίγυπτο έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων. Τα ανοίγματα του Αρχιεπισκόπου προς τη Σοβιετική Ενωση, η οποία στους βομβαρδισμούς του 1964 στην Τηλλυρία παρείχε στήριξη στον Κύπριο πρόεδρο, έφερναν τον τελευταίο σε μία ακόμη ρήξη τόσο με την Αθήνα όσο και με τον ίδιο τον στρατηγό.

Προτού εξετάσουμε τη δεύτερη κρίση που αφορά την εισαγωγή του τσεχοσλοβακικού οπλισμού, είναι απαραίτητο να παραθέσουμε εν τάχει τις εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, στις 27 Μαρτίου 1965 ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θαντ διαβίβασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας την έκθεση του μεσολαβητή του για το Κυπριακό, Γκάλο Πλάζα. Η έκθεση Πλάζα, μολονότι εισηγείτο την εγκατάλειψη της ένωσης, ικανοποίησε τις ελληνοκυπριακές απόψεις και ενίσχυσε τα επιχειρήματα της κυπριακής κυβέρνησης για ένα ενιαίο κράτος. Ετσι, οι Ελληνοκύπριοι αντέδρασαν θετικά στην εισήγηση Πλάζα για έναρξη συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι απέρριψαν τις εισηγήσεις Πλάζα, γιατί ήταν φανατικοί πολέμιοι της ιδέας του ενιαίου κράτους και δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψουν τη βασική τους αξίωση για ομοσπονδιακή λύση του προβλήματος. Για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε το Κυπριακό, η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε να προσφύγει ξανά στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και στις 18 Δεκεμβρίου 1965 κατάφερε να εξασφαλίσει την ψήφιση της απόφασης 2077, που υποστήριζε το αίτημά της για ανεξαρτησία της Κύπρου και συνιστούσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας τη συνέχιση της μεσολαβητικής προσπάθειας.

Το ζήτημα των εξουσιών του Γεωργίου Γρίβα

Στο μεταξύ η ελληνική κυβέρνηση φρονούσε ότι η παράταση του Κυπριακού περιέκλειε κινδύνους και ότι θα έπρεπε να βρεθεί κάποια οριστική λύση. Γι’ αυτό, παράλληλα με την οδό μέσω του ΟΗΕ, πίστευε ότι θα έπρεπε να διερευνηθεί με διάλογο, έμμεσο ή άμεσο, με την Τουρκία, εάν ήταν δυνατή η ένωση χωρίς ενδιάμεσο στάδιο, αλλά με την παραχώρηση εδαφικού ανταλλάγματος, αφού η Τουρκία είχε απορρίψει την έκθεση Πλάζα. Η Ελλάδα συνεπώς αποφάσισε να αφήσει ανεκμετάλλευτο το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης και να δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Από την άλλη, η κυπριακή κυβέρνηση δεν επιθυμούσε την έναρξη ενός τέτοιου διαλόγου, υποστηρίζοντας ότι θα ενέπλεκε το Κυπριακό στις ελληνοτουρκικές διαφορές και αντιθέσεις, θα το αποδιεθνοποιούσε και θα έδινε την ευκαιρία στην Τουρκία να επιβάλει τη δική της πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, αποδέχτηκε τελικά την ιδέα του ελληνοτουρκικού διαλόγου κάτω από την πίεση των γεγονότων, υπό τον όρο ότι σκοπός των διαπραγματεύσεων θα ήταν αποκλειστικά και μόνο η ένωση και με τη διευκρίνιση ότι ποτέ δεν θα δεχόταν την παραχώρηση βάσης στην Κύπρο ή οποιουδήποτε άλλου ανταλλάγματος στην Τουρκία.

Εν τω μεταξύ η σαφής υποστήριξη της κυβέρνησης Στ. Στεφανόπουλου προς τον Γρίβα και η ανάθεση σ’ αυτόν στις 9 Μαρτίου του 1966 της διοίκησης όλων των στρατιωτικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στο νησί όχι μόνο σε καιρό πολέμου αλλά και σε καιρό ειρήνης, ήταν η αιτία μιας ακόμη κρίσης στις σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας. Ως γενικός διοικητής των δυνάμεων ο Γρίβας θα ήταν υπόλογος όχι έναντι του ελληνοκυπριακού υπουργείου Αμυνας, αλλά έναντι του υπουργείου Εθνικής Αμυνας της Ελλάδας. Η απόφαση του Μαρτίου εξόργισε τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος στις 16 Μαρτίου 1966 έγραφε στην ελληνική κυβέρνηση: «…Γνωρίζω, όμως, καλώς τα ελατήρια και τας παρασκηνιακάς ενεργείας, αίτινες ωδήγησαν εις την απόφασιν ταύτην. […] Δικαίωμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως είναι να αναθέση εις τον Στρατηγόν Γρίβαν την Διοίκησιν των εξ Ελλάδος Δυνάμεων εν Κύπρω, αντιτίθεμαι όμως απολύτως ως προς την εις αυτόν ανάθεσιν της Κυπριακής Εθνικής Φρουράς, της οποίας την Διοίκησιν μετά των εξ Ελλάδος Δυνάμεων θα ανελάμβανεν αυτομάτως, βάσει των κατά το 1964 ληφθεισών αποφάσεων, καθιστάμενος Αρχιστράτηγος και έχων την όλην ευθύνην των επιχειρήσεων εις περίπτωσιν Τουρκικής αποβάσεως».

Η άφιξη του οπλισμού προκαλεί ρήξη

Την προδιαγραφόμενη ολική ρήξη μεταξύ Αθηνών-Λευκωσίας σκιαγραφούσε λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1966, η άφιξη στην Κύπρο φορτίου τσεχοσλοβακικών όπλων. Τα όπλα είχαν παραγγελθεί από την κυπριακή κυβέρνηση για την ενίσχυση της κυπριακής αστυνομίας, ώστε η τελευταία να μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά σε περίπτωση πραξικοπήματος. H άφιξη του πρώτου οπλισμού (29 Νοεμβρίου 1966) έγινε αμέσως γνωστή στις υπηρεσίες αντικατασκοπείας της Εθνικής Φρουράς, επειδή ένα από τα κιβώτια έσπασε κατά την εκφόρτωσή του στο λιμάνι της Λεμεσού και αποκαλύφθηκε το περιεχόμενό του. Η είδηση μεταφέρθηκε αστραπιαία στην Αθήνα και θορύβησε τον πρωθυπουργό Στεφανόπουλο και τον Γρίβα που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα.
Τόσο ο στρατηγός όσο και η ελληνική κυβέρνηση ήταν πεπεισμένοι ότι η άφιξη του οπλισμού ήταν μία απόπειρα του Μακαρίου να οργανώσει παραστρατιωτική δύναμη, που να ελέγχει ο ίδιος σε αντιστάθμισμα της Εθνικής Φρουράς, που ελεγχόταν πλέον από την Αθήνα. Εγραφε σχετικά ο στρατηγός στην ελληνική κυβέρνηση, σκοπός του Μακαρίου ήταν «…να δημιουργήση στρατόν ιδικόν του ο οποίος να πειθαρχή απολύτως εις τούτον. Τοιούτος στρατός θα είναι η Αστυνομία», ενώ σε άλλο σημείο της επιστολής του προς τον Ελληνα πρωθυπουργό ανέφερε: «Ο Αρχιεπίσκοπος κατέστη θρασύτερος, εξικνουμένης της θρασύτητός του μέχρι τοιούτου σημείου ώστε, περιφρονών τους πάντας, και δι’ εξυπηρέτησιν ιδικών του σκοπών να εισαγάγη οπλισμόν εκ χώρας του παραπετάσματος, αδιαφορών διά τας σοβαράς συνεπείας της τοιαύτης πράξεώς του τόσον από διεθνούς απόψεως, όσον και έναντι του διεξαγόμενου Ελληνοτουρκικού διαλόγου».

Ο Μακάριος από την άλλη ισχυρίστηκε ότι μοναδικός στόχος του ήταν ο εξοπλισμός της Αστυνομίας. Οι σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας περνούσαν ακόμη μια κρίση. Η Αθήνα απαίτησε την παράδοση του οπλισμού και τη φύλαξή του από την Εθνική Φρουρά, κάτι που συνάντησε την πεισματώδη άρνηση του Μακαρίου. Ειδικά ο ναύαρχος Ι. Τούμπας, υπουργός Εξωτερικών, θεώρησε την άφιξη βόμβα στα θεμέλια του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Εντονη σε κάθε περίπτωση υπήρξε και η αντίδραση της Τουρκίας, η οποία ζήτησε επιτακτικά την παράδοση του οπλισμού, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα εισήγε όπλα για την ΤΟΥΡΔΥΚ και μέσω της τελευταίας θα τα διένεμε στους Τουρκοκυπρίους. Το όλο θέμα πήρε τεράστιες διαστάσεις και στον ελληνικό, κυπριακό και τουρκικό Τύπο.

Προμήνυμα δραματικών εξελίξεων

Σε ένα τέτοιο κλίμα, η ελληνική αντιπροσωπεία που μετείχε στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1966 προσπάθησε να βρει μια λύση. Τα όπλα τελικά, κατόπιν και των έντονων τουρκικών διαμαρτυριών, παραδόθηκαν στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Συγκεκριμένα, ο Μακάριος υποχώρησε στις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης όταν ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών με ωμό τελεσίγραφο απείλησε τον Αρχιεπίσκοπο ότι θα διέτασσε ανάκληση του Ελληνα πρέσβη από τη Λευκωσία στην Αθήνα. Την ίδια στιγμή η ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, μετά την άρση της υποστήριξης που της παρείχε η ΕΡΕ, διέκοψε προσωρινά τον ελληνοτουρκικό διάλογο και απέτρεψε το δραματικό ενδεχόμενο μιας μετωπικής ρήξης με τον Μακάριο. Το επεισόδιο των τσεχοσλοβακικών όπλων κατέδειξε ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να οριοθετεί τις κινήσεις του Μακαρίου, τουλάχιστον στο στρατιωτικό πεδίο, πράγμα που της επέτρεπε να προωθεί μία απευθείας συνεννόηση με την Τουρκία. Την ίδια στιγμή το επεισόδιο φανέρωνε και τη δυνατότητα –κυρίως λόγω του Ψυχρού Πολέμου– του Μακαρίου να προβαίνει σε κινήσεις που έφερναν σε οριακό σημείο τις σχέσεις του με την Αθήνα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κρίση των τσεχοσλοβακικών όπλων βάθυνε ακόμη περισσότερο τη ρωγμή στις σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας. Οχι μόνο αυτό αλλά και η «τελική στροφή» στη ρήξη Μακαρίου – Γρίβα λίγο πριν από την αποχώρηση του τελευταίου τον Νοέμβριο του 1967 προμήνυε έντονες εξελίξεις. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν δραματικά.

*Ο κ. Αγγελος Χρυσοστόμου είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Πηγή:Η Καθημέρινη

Read More

sf0500000006ydl-thumb-large

Κωστής Καρπόζηλος: Η Αριστερά στη δεκαετία του ’80: ενσωμάτωση και αμηχανία

«Θα αναγνωριστεί και θα ’ναι ντάλα μεσημέρι». Η μνημειώδης αποστροφή του γηραιού βουλευτή του ΚΚΕ Κώστα Λουλέ για την αναγνώριση της ΕΑΜικής αντίστασης συμπυκνώνει τις συσσωρευμένες προσδοκίες της ελληνικής Αριστεράς στα πρώτα χρόνια της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το μεσημέρι ήρθε με την είσοδο της χώρας στη δεκαετία του 1980. «Η Ελλάδα στρέφεται αριστερά», ήταν το πρωτοσέλιδο του Time, με τη μορφή του Ανδρέα Παπανδρέου να δεσπόζει και την επίγνωση όλων ότι η κομμουνιστική Αριστερά διεκδικούσε, με τις οργανωτικές της δυνατότητες και το ιστορικό της φορτίο, πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο περιλάμβανε κάτι απλό και ταυτόχρονα συγκλονιστικό: την οριστική κατάργηση του ελέγχου του κράτους και των μηχανισμών του από μία παράταξη, τη Δεξιά. Οσο και αν το σημερινό μάτι εστιάζει στις επιμέρους στιγμές της δεκαετίας του 1980, εκεί εδράζεται η μεγάλη τομή της εποχής.

Απέναντι σε αυτή τη μεταβολή, το κομμουνιστικό κίνημα αποδείχθηκε αμήχανο. Το πολιτικό φορτίο της Αριστεράς στηριζόταν στο ένδοξο παρελθόν της και από εκεί αντλούσε, έως εκείνη τη στιγμή, τα καύσιμα της κοινωνικής της αναπαραγωγής. Η αναγνώριση της ΕΑΜικής αντίστασης, η ένταξη των δημιουργών, καλλιτεχνών και διανοουμένων της Αριστεράς στους κρατικούς μηχανισμούς, ο εκδημοκρατισμός της καθημερινότητας και οι αναδιανεμητικές πολιτικές των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ φάνταζαν να ανταποκρίνονται στα όσα ζητούσε η Αριστερά ήδη από τη δεκαετία του 1950. Ολη η λογική της μετεμφυλιακής Αριστεράς είχε στηριχτεί στο αίτημα της πολιτικής ομαλοποίησης και της κοινωνικής της αποδοχής. Αυτό πλέον είχε συμβεί.

Την ίδια στιγμή, η Αριστερά διεκδικούσε την κατάκτηση της εξουσίας στο μικρο-επίπεδο. Η εναγώνια προσπάθεια για τον έλεγχο συλλόγων και θεσμών, από τους περίφημους εξωραϊστικούς της γειτονιάς και τα ερασιτεχνικά αθλητικά σωματεία έως τα επαγγελματικά επιμελητήρια και τις πρυτανικές αρχές, αντανακλούσε ένα σχέδιο στο οποίο οι επιμέρους αυτοί κρίκοι θα προοικονομούσαν την είσοδο της Αριστεράς στο πεδίο άσκησης της κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό. Η αριστερή διαχείριση έγινε το συνώνυμο μιας μάχης συμβολισμών. Οι «κόκκινοι» δήμοι, για παράδειγμα, επιδίδονταν στη μετονομασία οδών ή στην οργάνωση εορτασμών για τον αφοπλισμό, δίχως να μπορούν να προτείνουν ένα διαφορετικό οικιστικό σχέδιο ή μορφές οργάνωσης της καθημερινότητας των πολιτών που θα υπερέβαιναν τα δοκιμασμένα. Αφυδατωμένη από κάθε στοιχείο πειραματισμού, η ελληνική Αριστερά αποξένωσε τα νέα κοινωνικά κινήματα και περιορίστηκε σε μια διαχείριση που ελάχιστα ίχνη άφησε μέσα στον χρόνο. Μια βόλτα στις πάλαι ποτέ «κόκκινες» γειτονιές της Αθήνας προσφέρει την πιο χειροπιαστή απόδειξη για αυτό.

Το τέλος της δεκαετίας βρήκε την Αριστερά εξουθενωμένη. Τα καύσιμα του παρελθόντος είχαν εξανεμιστεί, η κρίση του υπαρκτού σοσιαλισμού συμπαρέσυρε όλες τις εκδοχές του κομμουνιστικού κινήματος και η εμπειρία της «κόκκινης» διαχείρισης έδειξε τη θεωρητική και πρακτική αδυναμία μιας εναλλακτικής στρατηγικής για την καθημερινότητα των πολλών.

Η ενσωμάτωση της Αριστεράς στο πολιτικό παιχνίδι έχει αποτιμηθεί ως μια μεγάλη επιτυχία της ελληνικής μεταπολίτευσης. Και προφανώς αυτό ισχύει. Ταυτόχρονα όμως η ενσωμάτωση αυτή είχε ένα σημαντικό τίμημα. Η Αριστερά αποτίναξε τη φιλοδοξία του να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού και περιορίστηκε στο να διεκδικεί μια καλύτερη θέση ανάμεσα στους παραδοσιακούς παίκτες. Οπως συχνά συμβαίνει, ύστερα από λίγο καιρό έμοιαζε να είναι ένας από αυτούς – και μάλιστα όχι αυτός που κερδίζει.

*Ο κ. Κ. Καρπόζηλος είναι ιστορικός και διευθυντής των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.

Πηγή: Η Καθημερινή

Read More

Αναγόρευση Γιάννη Ρίτσου σε επίτιμο διδάκτορα

Γεώργιος Μουρέλος ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ: Η ΔΙΠΛΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΤΟΥ 1821 ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΟ Α.Π.Θ. ΣΤΙΣ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1978

 Γεώργιος Μουρέλος

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ: Η ΔΙΠΛΗ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΤΟΥ 1821

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΟ Α.Π.Θ.

ΣΤΙΣ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1978

 

Η Clio Tubata συμμετέχει στον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας, αναρτώντας το κείμενο του Πανηγυρικού λόγου, ο οποίος εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 1978 στην Αίθουσα Τελετών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Καθηγητή της Α΄ Έδρας Συστηματικής Φιλοσοφίας, Γεώργιο Μουρέλο. To πρωτότυπο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Για τεχνικούς λόγους έχει μετατραπεί σε μονοτονικό, ενώ έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της εποχής.

 

Ο Τερτσέτης, στην περίφημη απολογία του της 24ης Σεπτεμβρίου 1834, στο Εφετείο Ναυπλίου, απολογία, που είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα υψηλής εθνικής συμπεριφοράς, όπου το αίσθημα της ελευθερίας δένεται με το αίσθημα της ευθύνης, αποτεινόμενος στο Κυβερνητικό Επίτροπο του Δικαστηρίου, ανάμεσα στα άλλα λέει και τα ακόλουθα: «Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων, φονευμένων εις τον Αγώνα»

Δεν ξέρω ως ποιο σημείο ο αριθμός είναι σωστός. Όπως και να είναι όμως, δεν θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη πραγματικότητα. Από το άλλο μέρος, στα στατιστικά δελτία, που έχουμε, αναφέρεται ότι στα 1828 η Ελλάδα είχε συνολικά 753.400 κατοίκους. Αυτό τι άλλο σημαίνει, παρά το ότι για να αποκτήσει η Ελλάδα την ελευθερία της είχαν θυσιαστεί περισσότεροι από ένας στους δύο Έλληνες από τους κατοίκους του τότε μικρού κράτους. Δεν ξέρω να έχουν γίνει, από άλλο λαό, σε αναλογία, τόσες θυσίες με τελικό τίμημα την ελευθερία. Θα έλεγα μάλιστα ότι στα 150 χρόνια της ζωής μας σαν ελεύθερου έθνους, αν προσθέσουμε τις απώλειες στα πεδία των μαχών, χωρίς να παραλείψουμε τη Μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοιταλικό πόλεμο, δεν φτάνουμε σε αυτό το τρομακτικό αριθμό.

Η μεγάλη αυτή θυσία των αγωνιστών του ’21 δεν μπορεί να σημαίνει παρά δύο πράγματα: Πρώτο, ότι σαν λαός βάζουμε πάνω από όλα την ελευθερία μας, και, δεύτερο, ότι στους ώμους μας βαραίνει μια τεράστια ευθύνη: να τη διαφυλάξουμε με κάθε θυσία. Για αυτό και πιστεύω ότι οι δύο έννοιες, ελευθερία και ευθύνη, είναι αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Γιατί ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να εδραιωθεί επάνω σε σταθερές βάσεις, αλλά ούτε και να υπάρξει αληθινή ευθύνη χωρίς ελευθερία.

Μια συνοπτική όμως ματιά στη Νεοελληνική Ιστορία στα τελευταία 150 χρόνια, μας οδηγεί εύκολα στην ακόλουθη διαπίστωση. Ότι σπάνια κρατήθηκε αυτός ο δεσμός, και, ότι όλες οι μεγάλες τραγωδίες του τόπου μας οφείλονται, τις περισσότερες φορές, σε αυτή τη διάσπαση. Γιατί, κάθε φορά που επιτύχαμε κάτι στην πλατειά αυτή περιοχή, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τις ελευθερίες, σχεδόν ποτέ δεν αναπτύξαμε και την ανάλογη ευθύνη.

Αλλά πριν αναφερθώ σε διαδοχικά παραδείγματα, παρμένα από τη Νεοελληνική Ιστορία, θα ξαναγυρίσω στο κείμενο του Τερτσέτη, όπου μέσα το θέμα της ευθύνης παίρνει συγκλονιστικές διαστάσεις. Όπως βέβαια όλοι ξέρετε, είναι δεμένο με τη δίκη του Κολοκοτρώνη, μια δίκη σκηνοθετημένη από τα πριν, χωρίς ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία, δίκη σαν αυτές που εμφανίζονται πολλές φορές στην Ιστορία των λαών, και τέτοιες δυστυχώς έχουμε να επιδείξουμε κι εμείς άφθονες, δίκες της λεγόμενης πολιτικής σκοπιμότητας. Με τη διαφορά του ότι στη περίπτωση του Κολοκοτρώνη, επρόκειτο εκ περισσού για τον μεγαλύτερο, γενναιότερο και σοφότερο αγωνιστή που γνώρισε η Νεοελληνική Ιστορία, για αυτόν, που έσωσε την Επανάσταση, και που η τότε ξενική κυβέρνηση ζητούσε τη καταδίκη του σε θάνατο. Και υπήρξαν τρεις Έλληνες δικαστές, που υπογράψανε αυτή τη καταδίκη. Και ο Γέρος του Μωριά θα είχε εκτελεστεί, και το φοβερό αυτό έγκλημα θα βάραινε για πάντα πάνω στη συνείδηση του Έθνους, αν δύο ακέραιοι δικαστές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Πολυζωΐδης και ο Τερτσέτης, σαν ελεύθεροι και υπεύθυνοι δικαστές, δεν έκαναν το καθήκον τους, αρνούμενοι να υπογράψουν. Δεν λογάριασαν τις συνέπειες αυτής της άρνησης, για τον εαυτό τους, γιατί ήξεραν ότι σήκωναν στους ώμους τους την ευθύνη ολόκληρου του Έθνους. Και μια τέτοια ευθύνη μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι σε θέση να τη συλλάβει. Το ίδιο, άλλωστε, το κείμενο της απολογίας του Τερτσέτη, αφού τον ταλαιπώρησαν, τον κυνήγησαν, τον έπαυσαν από τη θέση του μαζί με τον Πολυζωΐδη και τους έσυραν και τους δύο στα δικαστήρια, το δείχνει φανερά:«αν ημείς, γράφει, εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμός, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς τη δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρομεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειάν μας, το όνομα του ανθρωπίνου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν».

Το κείμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό, γιατί δείχνει ότι το αίσθημα της ευθύνης είναι συνυφασμένο με το αίσθημα της δικαιοσύνης και ότι η δικαιοσύνη είναι ένα πανανθρώπινο αίτημα που κατοχυρώνει την ανάγκη για ελευθερία.Αλλά πριν προχωρήσω σε μια θεωρητική αντιμετώπιση του θέματος, νομίζω ότι είναι σκόπιμο, για την επέτειο, που γιορτάζουμε σήμερα, να αντλήσω τα δεδομένα μου από τη Νεοελληνική Ιστορία και μάλιστα από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί νομίζω, ότι η Ιστορία είναι το μεγάλο σχολείο στο οποίο ένα Έθνος πρέπει πάντα να μαθητεύει. Από αυτή αντλεί και τα διδάγματά του, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Και δυστυχώς τα αρνητικά, που δείχνουν τα σφάλματα, που έχει κάνει το παρελθόν, είναι πιο χρήσιμα από τα θετικά, γιατί φανερώνουν τους κινδύνους, από τους οποίους περνά ένας λαός. Για αυτό, ας μου επιτραπεί για το θέμα, που έχω να σας αναπτύξω, να αναφερθώ κυρίως στα τελευταία. 

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ στα πεδία των μαχών λάμπει ο ηρωισμός των Ελλήνων, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής ενός ανύπαρκτου κράτους, φανερώνεται με τρόπο απελπιστικό μέσα από έντονες διαμάχες, η αδυναμία του Έλληνα να συλλάβει την τεράστια ευθύνη που φέρνει στους ώμους του από τις θυσίες που τόσο πρόθυμα ο ίδιος δέχεται να κάνει, για να αποκτήσει την ελευθερία του, που κινδυνεύει να χαθεί κάποια στιγμή, όχι από την ικανότητα και τη δύναμη του εχθρού, αλλά από δική του υπαιτιότητα. 

Ακόμη δεν άρχισε καλά καλά η Επανάσταση και αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες με τις τάσεις ανταρσίας, που παρουσιάζονται στο ελληνικό ναυτικό και την πραξικοπηματική ανατροπή, στις 12 Μαΐου του 1821, του Αντώνη Οικονόμου στην Ύδρα, στον οποίο οφείλεται κατά μέγα μέρος η έξοδος του νησιού αυτού στον Αγώνα. Είναι χαρακτηριστική η φράση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 26ης Μαΐου που οι Υδραίοι στέλνουν στο Τομπάζη γνωρίζοντας τον διορισμό του σαν αντιναύαρχου του στόλου: «Η πατρίς παραγγέλει εσέ τον αρχηγό να διαφυλάξητε την ομόνοιαν και αγάπη μεταξύ των λοιπών αρχηγών και καπετανέων…». Και όμως, αμέσως μετά από τη πυρπόληση από τον Παπανικολή του Τουρκικού δίκροτου στο λιμάνι της Ερεσού στη Λέσβο, πυρπόληση που στέρησε τον τουρκικό στόλο από ένα από τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα εξοπλισμένα πλοία του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σημειώνονται αντιγνωμίες ανάμεσα στους αρχηγούς του στόλου και τάσεις ανταρσίας στα πληρώματα, έτσι που ο στόλος, αντί να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της Ερεσού και να παραμείνει κοντά στα Δαρδανέλλια, για να εμποδίσει την έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, επιστρέφει στην Ύδρα, αφήνοντας έκθετα τα Ψαριανά πλοία. Ανάλογη διαμάχη σημειώνεται λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1821, όταν ο τουρκικός στόλος προσπαθεί να καταλάβει τη Σάμο και αποτυγχάνει. Ο Ελληνικός στόλος δεν είχε ένα αρχηγό, αλλά βρισκόταν κάτω από τις διαταγές 11 ναυάρχων, τεσσάρων της Ύδρας, δύο των Σπετσών και πέντε των Ψαρών. Ήταν φυσικό, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες, η εξόρμηση του Ελληνικού στόλου λίγο έλειψε, στις 12 Ιουλίου 1821, να οδηγήσει σε καταστροφή.

Στις αρχές του 1822 έχουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός της διχογνωμίας των Ελλήνων, τη διάλυση της πολιορκίας της Καρύστου και την αναχώρηση του Οδυσσέα Ανδρούτσου από την Εύβοια στη Στερεά, κατά διαταγή του Άρειου Πάγου, που ήθελε να περιορίσει τη στρατιωτική φήμη του γενναίου οπλαρχηγού, που αν παρέμενε, θα μεγάλωνε με νέες επιτυχίες. Τον Αύγουστο του 1822, σκληρές διενέξεις για την αρχηγεία στην Εύβοια, καταλήγουν, τον επόμενο μήνα, σε σύγκρουση στα Καμάρια, ανάμεσα στο Διαμαντή, που διόρισε ο Άρειος Πάγος, και τους εντόπιους οπλαρχηγούς, οπαδούς του Ανδρούτσου. Το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να ενεργούν σχεδόν ανενόχλητοι.

Τον επόμενο χρόνο, στα 1823, οι αντιθέσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες. Στη σύνοδο της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως στο Άστρος, από τις 29 Μαρτίου ως τις 18 Απριλίου, όχι μόνο είναι πια καταφανής, μα οξύνεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων. Από το ένα μέρος, έχουμε το κόμμα των λεγόμενων «Αρχοντικών», που το αποτελούν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας, με κύριο εκπρόσωπο τον Μαυροκορδάτο, και από το άλλο μέρος το κόμμα των «Στρατιωτικών», που το αποτελούν οι καπεταναίοι του Αγώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Κολοκοτρώνη. Οι αντιθέσεις φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, που κινδυνεύει να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος, που αποσοβήθηκε μόνο χάρη στον πατριωτισμό του Κολοκοτρώνη. Είναι θλιβερά τα λόγια, που του αποτείνουν οι εκπρόσωποι του Βουλευτικού, όταν του προσφέρουν την αντιπροεδρία, με την υστερόβουλη σκέψη να τον φθείρουν πολιτικά: «Εάν δεν δεχθής αυτό το οποίον το Έθνος και η κυβέρνησίς του σε προσφέρει και αν δεν γράψης των συνωμοτών  σου να ησυχάσουν και να παύσουν παν κατά της Κυβερνήσεως κίνημα, είναι εις την δυσάρεστον θέσιν  και τα δύο σώματα να σας αποκηρύξουν αντάρτας και να σας καταδιώξουν ως αποστάτας και εχθρούς της πατρίδος… και να φροντίσωμεν όλοι οι Ετεροελλαδίται και οι νησιώται να κάμωμεν ένα έντιμο συμβιβασμόν με τους Τούρκους οίτινες τον επιθυμούν και μας τον επρότειναν κτλ. κτλ… Ολόκληρο, άλλωστε, το δεύτερο εξάμηνο του 1823 καλύπτεται από εσωτερικές διαμάχες, που είχαν σαν αποτέλεσμα, να ματαιωθεί ο σχηματισμός στρατιωτικού σώματος 7.000 ανδρών υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη, που τόσο σωτήριο ρόλο θα μπορούσε να παίξει στην εξέλιξη του Αγώνα με τους Τούρκους. Αντί γι’ αυτό, έχουμε την ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή της Καρύταινας ανάμεσα στους Δεληγιανναίους και τον Πλαπούτα.

Τα ίδια και χειρότερα στα 1824, τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης. Εδώ οι εσωτερικές διαμάχες παίρνουν τέτοιες διαστάσεις, που οι ιστορικοί τις ονομάζουν Πρώτο και Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο. Ο Πρώτος που πιάνει το πρώτο εξάμηνο του 1824, έχει ως επίκεντρο τη Πελοπόννησο και παρουσιάζεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κυβερνητικό κόμμα, που εκπροσωπείται από το λεγόμενο «Νέο Εκτελεστικό»,  με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη, και από το «Παλιό Εκτελεστικό», με τους έκπτωτους βουλευτές. Αποτέλεσμα οι μάχες που έγιναν έξω από το Ναύπλιο στην προσπάθεια των κυβερνητικών να καταλάβουν την πόλη. Όσο για τον Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων μηνών του 1824, εδώ έχουμε τη διαμάχη ανάμεσα στους Πελοποννησίους από το ένα μέρος, και τους Υδραιοσπετσιώτες, που υποστηρίζονται από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Το κορύφωμά της είναι η εκστρατεία του Παπαφλέσσα, ο φόνος του γυιού του Κολοκοτρώνη και τα όσα επακολούθησαν τον επόμενο χρόνο, στα 1825, όπως οι βιαιοπραγίες των Κυβερνητικών στην Πελοπόννησο, η απεχθής συμπεριφορά του Γκούρα και του Κωλέττη, η σύλληψη και ο εξευτελισμός ένδοξων αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, και τελικά, η δολοφονία στο Γουλά της Ακροπόλεως του ήρωα της Γραβιάς Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μόνο ανατριχίλα μπορεί κανείς να νιώσει όταν αναλογίζεται τις πράξεις αυτές, που δείχνουν παντελή έλλειψη εθνικής ευθύνης όταν σκεφτούμε τί διακυβευόταν εκείνη τη στιγμή. 

Στα 1826, με τις πρώτες εργασίες της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, βρισκόμαστε μπροστά στη διάσπαση των πληρεξουσίων σε αντίπαλα στρατόπεδα, που είχε τόσο καταστρεπτικές συνέπειες για τα επόμενα χρόνια. Στα 1827, μετά από τη σύγκλιση της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα, έχουμε τις συγκρούσεις του Ναυπλίου παρ όλη την εκλογή του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτου της Ελλάδος. Τέλος, τη δυσαρέσκεια της οικογένειας Μαυρομιχάλη και τις πρώτες αταξίες στη Μάνη. Δεν πέρασε, λοιπόν, ούτε ένας χρόνος σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, που να μην βρεθούμε μπροστά σε προστριβές ανάμεσα στα διάφορα κόμματα και τους αρχηγούς τους, που κατέληγαν συνήθως σε ένοπλες συγκρούσεις, από τις οποίες κινδύνευε κάθε στιγμή η Επανάσταση. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την κατάσταση που επικρατούσε στην Πελοπόννησο όταν εμφανίστηκε ο Ιμπραήμ

Τί έγινε, όμως, μετά από την επικράτηση της Επανάστασης και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους; Θα ήταν χρήσιμο, για το θέμα της ομιλίας μας, να τα θυμηθούμε κι αυτά.

Σε μια από τις πιο κρίσιμες για το Έθνος στιγμές, που ο Καποδίστριας, με μια πραγματικά μεγαλοφυή διπλωματική πολιτική, προσπαθούσε να καθοριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σύνορα της Ελλάδος, έχοντας να παλέψει με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, στη φτωχή και κατεστραμένη Ελλάδα, πάντα με το πρόσχημα της ελευθερίας, εκδηλώνονται στάσεις κινούμενες από προσωπικές φιλοδοξίες και προσωπικά συμφέροντα. Θα ήταν πολύ διδακτικό να αναφερθούμε, στο σημείο αυτό, στις προθέσεις του Καποδίστρια και τις αιτίες που προκάλεσαν τις εσωτερικές αυτές ανωμαλίες. 

Η στάση που εκδηλώθηκε, λόγου χάρη, στο Λιμάνι της Μάνης, με απώτερο σκοπό να κρατήσει η οικογένεια των Μαυρομιχαλέων όλα τα δημόσια έσοδα, έγινε με το πρόσχημα ότι θα πλήρωναν τους στρατιώτες. Ποια ήταν όμως τα σχέδια του Καποδίστρια, επάνω στα οποία στήριζε την εσωτερική του πολιτική; Να καταργήσει τα διάφορα προνόμια που είχαν τόσο η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων στη Πελοπόννησο όσο και οι Υδραίοι πρόκριτοι, που εισέπρατταν τους φόρους όλων των νησιών του Αιγαίου, και να μοιράσει στους ακτήμονες την εθνική γη. Γιατί ο Καποδίστριας πίστευε και διακήρυττε ότι «Οι Έλληνες δεν θα ένιωθαν πραγματικά ανεξάρτητοι, όπως γράφει ο Σπηλιάδης, παρά μόνο όταν θα είχαν τουλάχιστον άφθονα τα προς το ζειν». Αυτή την οικονομική ανεξαρτησία του λαού, στήριγμα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που επιθυμούσε ο Καποδίστριας για τους Έλληνες, αυτήν καταπολεμούσαν οι πρόκριτοι με το πρόσχημα, δήθεν, της ελευθερίας, αποκαλώντας τον Καποδίστρια τύραννο.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην Ύδρα. Στις παράλογες απαιτήσεις των Υδραίων πλοιοκτητών, που απαιτούσαν να καταβάλει σ’ αυτούς, κατά προτεραιότητα, το Κράτος όλα τα έξοδα, που έκαναν τον καιρό της Επανάστασης και να τους αποζημιώσει στο ακέραιο για όλες τις ζημιές, που έπαθαν τα πλοία τους, ο Καποδίστριας, ενώ άρχισε να τους καταβάλει σε δόσεις από τα άδεια τότε ταμεία του κράτους και με υποθήκευση των πιο εύφορων εθνικών κτημάτων, το μισό του συνολικού ποσού που είχε καθοριστεί για όλα τα νησιά του Αιγαίου, οι Υδραίοι δέχτηκαν μεν το ποσόν, δεν συμφώνησαν όμως με τον τρόπο της διανομής, που ο Καποδίστριας έχει ορίσει. Να δοθεί, δηλαδή, η πρώτη δόση στις οικογένειες των ναυτών, γιατί, όπως ο ίδιος έγραφε, θεωρούσε κοινωνικά άδικο «να λάβουν οι ευπορούντες μέρος των χρημάτων των προσδιορισμένων εις περίθαλψιν απόρων κατοίκων των ναυτικών νήσων». Στο σημείο αυτό οι πλοιοκτήτες της Ύδρας ήταν ανένδοτοι. Επέμειναν να μοιρασθούν τα χρήματα σ’ αυτούς, ανάλογα με τον αριθμό και τη χωρητικότητα των πλοίων, που είχαν προσφέρει στον Αγώνα. Οπότε το ποσό θα πήγαινε στους πλούσιους και ψίχουλα μόνο στους άνεργους ναυτικούς. Η επιμονή αυτή των πλοιοκτητών αποδείκνυε το ασύστατο των επιχειρημάτων του Κουντουριώτη, ότι απαιτούσε πιεστικά την καταβολή αποζημιώσεων, γιατί ενδιαφέρονταν για τον «δεινώς δυστυχούντα Υδραϊκόν λαόν».

H πιο συγκλονιστική, όμως, για το Έθνος συνέπεια της στάσης των Υδραίων προκρίτων, ήταν η μετέπειτα ανταρσία και κατάληψη του στόλου στο Ναύσταθμο του Πόρου, κατάληψη που είχε σαν αποτέλεσμα την τελική διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί στον αέρα όλος ο ελληνικός στόλος. Ευτυχώς η εγκληματική αυτή διαταγή δεν εκτελέστηκε στο ακέραιο. Ωστόσο, τα δύο λαμπρότερα πλοία του ελληνικού στόλου, η κορβέτα Ύδρα και η φρεγάτα Ελλάς ανατινάχτηκαν στον αέρα την 1η Αυγούστου 1831. Ήταν η μεγαλύτερη σε αναλογία καταστροφή, που έπαθε ποτέ ο ελληνικός στόλος. Και η διαταγή δόθηκε από ποιόν; Από τον Μιαούλη, τη μεγάλη αυτή μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που κινήθηκε από τις προσωπικές φιλοδοξίες των Μαυρομιχαλέων και από τα δικά του προσωπικά συμφέροντα. Και είναι εύλογη η κατακραυγή του Κανάρη, παρ’ όλους τους δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Μιαούλη: «Είθε να παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαρωτάτης εις αιώνιον ανάθεμα». Πού ήταν η ευθύνη του μεγάλου αυτού ναυτικού του ’21, που τόσα και τόσα προσέφερε στην Επανάσταση;

Ακριβώς ένα μήνα και 27 μέρες μετά, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο αδελφός και ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνος και Γεώργιος, δολοφονούσαν τον Καποδίστρια. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τη στιγμή, που, προσπαθώντας να διαφύγει από την οργή του πλήθους, ζητούσε άσυλο στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβυ: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον, εξέπνευσεν από τας ιδικάς μου χείρας και από τας χείρας του θείου μου». Είναι φανερό, ότι όταν εκτελούσε το έγκλημά του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης πίστευε πως θυσίαζε τη ζωή του για την ελευθερία, χωρίς ούτε στιγμή να αναλογιστεί, στο φανατισμό του επάνω, τις φοβερές για το Έθνος ευθύνες μιας τέτοιας πράξης.

Το πόσο λίγο η πράξη αυτή του Μαυρομιχάλη ανταποκρίνονταν στο αίσθημα της ελευθερίας του ελληνικού λαού, φαίνεται από τα λόγια αυτά του Κολοκοτρώνη: «Την αυγήν όπου το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους, και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί…». Φαίνεται ακόμη και από τις αναφορές του ανώνυμου λαού, όπως διατυπώνονται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: «Είθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831, ημέρα σκοτεινή… ημέρα του τάφου της τύχης των Ελλήνων να ήθελεν εκλείψει από τον χρόνον…». Ή ακόμα: «Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην, θρηνεί διότι έχασε το παν…». Ό «τύραννος» που δολοφονούσε ο Μαυρομιχάλης, εν ονόματι της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να μοιράσει τη γη στους ακτήμονες, να καταργήσει τα προνόμια ορισμένων επαρχιών, όπως της Μάνης και της Ύδρας, να επιβάλλει τους ίδιους φόρους παντού για το καλό και την προκοπή του Έθνους, να δώσει πρώτα τις πολεμικές αποζημιώσεις στους φτωχούς και άεργους ναύτες και κατόπι στους πλούσιους πλοιοκτήτες, ήταν όμως μαζί και ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός της εποχής εκείνης, ο θαυμάσιος διπλωμάτης και οργανωτής του ανύπαρκτου τότε κράτους. Το πόσο μεγάλη καταστροφή ήταν για τον τόπο η δολοφονία του Καποδίστρια φάνηκε αμέσως μετά, με την απολυταρχία που εδραίωσε η Αντιβασιλεία, που κατακλείδα της ήταν η δίκη, τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1834, και η καταδίκη σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Θα περιορίσω εδώ τις αναφορές μου στην Ιστορία, γιατί θέλησα να στηρίξω σε συγκεκριμένα γεγονότα όλα όσα έχω να σας πω για την ελευθερία και την ευθύνη. Διάλεξα επίτηδες τα παραδείγματά μου από την Ελληνική Επανάσταση, μια και γιορτάζουμε σήμερα τα 157 χρόνια της. Δεν θα επεκταθώ στην υπόλοιπη Ελληνική Ιστορία, που είναι κι’ αυτή γεμάτη με ανάλογες ενέργειες. Ποιες να πρωτοαναφέρει κανείς, που όλες οφείλονται σε ένα μειωμένο αν όχι ανύπαρκτο αίσθημα ευθύνης. Τις ενέργειες αυτών που κυβέρνησαν την Ελλάδα, την εποχή του Όθωνα, τις διαμάχες του Δεληγιάννη με τον Τρικούπη, που κατέληξαν σε απομάκρυνση του πιο υπεύθυνου πολιτικού που γνώρισε η Ελλάδα στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, απομάκρυνση που είχε σαν συνέπεια την καταστροφή του ’97; Την αντιδικία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, με τελικό αποτέλεσμα τη Μικρασιατική καταστροφή: Τον εμφύλιο σπαραγμό στα μετακατοχικά χρόνια, που είχε κι’ αυτός ολέθριες συνέπειες για τον τόπο μας; Τις απόπειρες εναντίον του Μακάριου και την τραγωδία της Κύπρο; Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας σε όλο το μάκρος της Ιστορίας μας είναι ένα μειωμένο αίσθημα ευθύνης απέναντι στο αιώνιο αίτημα της ελληνικής ψυχής, την ανάγκη για ελευθερία. Σκληρή διαπίστωση, που μας ήταν όμως χρήσιμη για να προχωρήσουμε τώρα στην ουσία του θέματός μας. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της άσκησης της ελευθερίας, ποιοι είναι οι περιορισμοί της, ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη;

Είναι φανερό ότι όταν θέτουμε ένα τέτοιο πρόβλημα, σκοπός μας δεν είναι να το θίξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Τόσο η έννοια της ελευθερίας, όσο και η έννοια της ευθύνης, ανταποκρίνονται σε μια σειρά ολόκληρη από θέματα: θεολογικά, μεταφυσικά, κοσμολογικά, βιολογικά, ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, νομικά κλπ. Είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να αποφασίζει και επομένως υπεύθυνος για τις πράξεις του, ή υπόκειται σε ένα οποιουδήποτε είδους ντετερμινισμό: θεολογικό, μεταφυσικό, φυσικό, βιολογικό, ψυχολογικό, κοινωνικό, οικονομικό ή άλλο; Ή, ακόμα, το αίσθημα της ευθύνης πηγάζει από την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, ή είναι η εσωτερίκευση μιας αντικειμενικής κοινωνικής συμπεριφοράς, που αρχικά λειτουργεί συλλογικά και που με την εξέλιξη των κοινωνικών δομών περιορίζεται στο άτομο, όπως μας λεν οι εκπρόσωποι της Γαλλικής Κοινωνιολογικής Σχολής του Durkheim; Απομεινάρι του είδους αυτού της ευθύνης είναι η βεντέτα και σε πολλές περιπτώσεις η σύλληψη και η εκτέλεση ομήρων.

Δεν θα θίξω τέτοιου είδους προβλήματα. Η ελευθερία για την οποία σας μιλώ είναι η ελευθερία του Ελληνικού Έθνους, και η ευθύνη, αυτή που σχετίζεται με την απόκτηση και τη διαφύλαξη αυτής της ελευθερίας. Επειδή, όμως η ελευθερία ενός έθνους έχει άμεσο σχέση με την δράση των πολιτών του σαν ατόμων ή σαν κοινωνικών ομάδων, νομίζω ότι για να θέσουμε το θέμα μας επάνω σε μια στέρεη βάση, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη σαν έκφραση μιας πανανθρώπινης συμπεριφοράς. Ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω προσωρινά μια στροφή στη Φιλοσοφία.

Office Lens 20170202-124532
Δακτυλογραφημένο απόσπασμα του Πανηγυρικού λόγου (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).        

Λίγο πολύ, όλοι οι φιλόσοφοι έθεσαν το πρόβλημα της ελευθερίας και της ευθύνης, από τους πιο αρχαίους, όπως ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος, ως τους πιο σύγχρονους, όπως ο Sartre. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογες οι απόψεις τόσο των σοφιστών όσο και των Σωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μα και του Επίκουρου και των Στωικών επάνω στο θέμα αυτό. Ο φιλόσοφος όμως που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε ως την ουσία του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Καντ. Γι’ αυτό θεωρείται άλλωστε ένας από τους κύριους θεμελιωτές του Διεθνούς Δικαίου. Γιατί έδειξε, με τον πιο καθαρό τρόπο, ποιοι είναι οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των ατόμων και των λαών μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλίζεται μαζί με την αρμονική τους συμβίωση, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου, το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό ελευθερίας. Και επειδή η φιλοσοφία του είναι μια φιλοσοφία ορθολογική, τόσο η αρμονική συμβίωση όσο και η εξασφάλιση της ελευθερίας, παρουσιάζονται σαν λογική συνέχεια της εφαρμογής ορισμένων ηθικών κανόνων, που, κι’ αυτοί με τη σειρά τους, είναι ορθολογικά εδραιωμένοι, γιατί δεν προκύπτουν από κανένα εξωτερικό παράγοντα, αλλά από την ίδια τη λογική φύση του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν να είναι και αυτός ο ίδιος η πηγή και ο θεμελιωτής της ελευθερίας του και, κατά συνέπεια, απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, όπως παρουσιάζονται στο έργο του «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Η βούληση του ανθρώπου, λέει ο Καντ, είναι η άμεση έκφραση του Λόγου, όχι όμως του Λόγου που διέπει τη θεωρητική γνώση, μα αυτού που προσδιορίζει την πράξη, δηλαδή την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι όμως μέσα στη φύση του Λόγου να επιβάλλει γενικούς κανόνες που ο ίδιος ελεύθερα νομοθετεί. Και όταν λέμε γενικούς κανόνες, εννοούμε κανόνες που γίνονται ελεύθερα αποδεκτοί από όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, γιατί πηγάζουν άμεσα από την ελεύθερη βούλησή τους. Ακόμα, πρέπει να είναι τέτοιοι, που να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση και να κατοχυρώνουν την ανθρώπινη ελευθερία, γιατί αποτελούν την άμεση έκφραση της.

Οι κανόνες αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή της «κατηγορηματικής προσταγής», δηλαδή του νόμου του χρέους, της ευθύνης να εφαρμόζει ο άνθρωπος τους κανόνες που ο ίδιος, σαν μέλος της πανανθρώπινης κοινωνίας έχει ελεύθερα νομοθετήσει. Γι’ αυτό, για τον Κάντ, ελευθερία και ευθύνη, είναι δύο έννοιες αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ή καλύτερα, οι δυο πλευρές ενός ίδιου νομίσματος. Είμαι ελεύθερος, γιατί εγώ ο ίδιος επιβάλλω στον εαυτό μου τα καθήκοντά μου σαν λογικό ον, εν ονόματι όλης της ανθρωπότητας, και είμαι υπεύθυνος, γιατί εγώ ο ίδιος, με την ελεύθερη βούλησή μου, τα έχω προσδιορίσει.

Ποιοι είναι τώρα οι κανόνες αυτοί, που συνοψίζουν σε γενικές γραμμές τις σχέσεις της ελευθερίας με την ευθύνη;

Ο πρώτος είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κανόνας της δράσης σου, να μπορεί να αποτελέσει ένα νόμο καθολικής συμπεριφοράς». Δηλαδή, τότε μόνο κατοχυρώνεται ηθικά μια πράξη, όταν μπορεί να γενικευθεί. Κι αυτό, γιατί κάθε πράξη που πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή μας και γίνεται υπεύθυνα και συνειδητά, εκφράζει τον ίδιο το λόγο, και η πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι ότι μπορεί και γενικεύει. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα από τα ιστορικά γεγονότα, που σας ανέφερα. Τη διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί όλος ο Ελληνικός στόλος. Αν ο κανόνας μιας τέτοιας πράξης, μπορούσε να γενικευθεί, τότε θα έπρεπε, ο κάθε αρχηγός του στόλου, κάθε φορά που θα ήταν δυσαρεστημένος, να δίνει διαταγή να βυθίζονται όλα τα πλοία που θα είχε κάτω από τη διοίκηση του. Καταλαβαίνετε πόσο μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν παράλογη.

Ο δεύτερος κανόνας είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρείς την ανθρωπότητα, τόσο μέσα από το άτομο σου όσο και μέσα από τους άλλους, σαν έναν σκοπό και ποτέ σαν ένα μέσο». Στον κανόνα αυτό στηρίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν έχουμε δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τους άλλους για τους δικούς μας σκοπούς. Και αυτό που είναι σωστό για το άτομο, είναι σωστό και για ένα λαό. Δεν έχει δικαίωμα ένα κράτος να χρησιμοποιεί ένα άλλο για τα δικά του συμφέροντα. Ένα τέτοιο νόημα έχει η Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η συμφωνία του Ελσίνκι δεν είναι παρά μια προσπάθεια εφαρμογής του κανόνα αυτού της Καντιανής φιλοσοφίας.

Άμεση συνέπεια των κανόνων αυτών είναι η Τρίτη Αρχή που διατυπώνει ο Καντ σαν έκφραση της ελευθερίας της βούλησης, αρχή που αποτελεί και θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικής πολιτείας: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο, ώστε η ελευθερία σου να μην περιορίζει την ελευθερία των άλλων σε μια κοινωνία ελεύθερων και ορθοφρονούντων ανθρώπων». Είναι φανερό, ότι έτσι που είναι διατυπωμένος ο κανόνας αυτός, όχι μόνο καθορίζει τα όρια της άσκησης της ελευθερίας σε μια ευνομούμενη πολιτεία, αλλά, ταυτόχρονα, δηλώνει ότι τα μέλη της αναλαμβάνουν την ευθύνη να σεβαστούν τους περιορισμούς που επιβάλλει, μια και οι νόμοι μιας δημοκρατικής πολιτείας πηγάζουν από την ελεύθερη βούλησή τους.

Από όλα αυτά προκύπτει καθαρά, ότι η ελευθερία αυτοπεριορίζεται αναγκαστικά για να υπάρξει σαν ελευθερία, γιατί αν η ίδια δεν καθορίζει τους κανόνες του αυτοπεριορισμού της, καταργεί τον εαυτό της. Έτσι, όμως, μεταμορφώνεται σε μια σειρά από υποχρεώσεις, από καθήκοντα, μεταβάλλεται δηλαδή σε ευθύνη. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η ελευθερία του συνόλου, γιατί μόνο μέσα από αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί η ελευθερία του ατόμου. Έτσι βλέπουμε ότι η ελευθερία, αν δεν συνοδεύεται από την ευθύνη του περιορισμού της, που κάνει τη λειτουργία της αρμονική με την εξισορρόπηση που επιδιώκει των αντικρουόμενων τάσεων που πηγάζουν είτε από το άτομο είτε από μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, κλείνει μέσα της τους σπόρους της καταστροφής της. Γιατί από ελευθερία μεταβάλλεται σε ασυδοσία, που οδηγεί, τελικά, στην επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες. Τι είναι όμως η εξισορρόπηση των επί μέρους ελευθεριών με τους περιορισμούς που συνεπάγονται; Τι άλλο από την άσκηση της δικαιοσύνης.

Τους κινδύνους που περικλείνει η ανεύθυνη ελευθερία τους περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτων, δείχνοντας ότι η επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες, καταργώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, καταλήγει στη καταστροφή της πολιτείας. Αν, μας λέει στο 4ο Βιβλίο της «Πολιτείας», κάποιος που ανήκει στη τάξη των τεχνικών ή των εμπόρων, με τα χρήματα, τους οπαδούς ή την κάθε είδους ισχύ που θα αποκτούσε, βάλει στο νου του να εξουσιάσει την τάξη των πολεμιστών, ή αν ένας από την τάξη των πολεμιστών, που σκοπός της είναι να διαφυλάττει την ακεραιότητα της πολιτείας, θελήσει να εισχωρήσει και να κατευθύνει την τάξη των κυβερνώντων, ενώ δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα, ή, αν κάποιος επιχειρήσει να εξουσιάσει και τις τρεις αυτές τάξεις, το αποτέλεσμα θα είναι, καταλύοντας την αρμονία που είναι δικαιοσύνη, με την εγκληματική του αυτή πράξη, να οδηγήσει την πολιτεία στη καταστροφή.

Και νομίζω ότι είναι προτιμότερο να σας διαβάσω το ίδιο το πλατωνικό κείμενο:

Ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στο Σωκράτη και το Γλαύκωνα (“Πολιτεία”, Βιβλίο Δ. 434 α κα β): “Αλλ’ όταν γε, οίμαι, δημιουργός ων η τις άλλος χρηματιστής φύσει, έπειτα επαιρόμενος ή πλούτω ή πλήθει ή ισχυι ή άλλω τω τοιούτω εις το του πολεμικού είδος επιχειρή ιέναι, ή των πολεμικών τις εις το του βουλευτικού και φύλακος ανάξιος ων, και τα αλλήλων ούτοι όργανα μεταλαμβάνωσι και τας τιμάς, ή όταν ο αυτός πάντα ταύτα άμα επιχειρή πράττειν, τότε οίμαι και σοι δοκείν ταύτην την τούτων μεταβολήν και πολυπραγμοσύνην όλεθρον είναι τη πόλει. Παντάπασι μεν ούν. Η τριων ρα όντων γενών πολυπραγμοσύνη και μεταβολή εις άλληλα μεγίστη τε βλάβη τη πόλει και ορθότατ’ αν προσαγορεύοιτο μάλιστα κακουργία. Κομιδή μεν ούν. Κακουργίαν δε τη μεγίστην της εαυτού πόλεως ουκ αδικίαν φήσεις είναι; Πως δ’ ου;

Σας το μεταφράζω πρόχειρα:

«Αλλά, όταν όμως, νομίζω, κάποιος είναι τεχνίτης ή οτιδήποτε άλλο, προορισμένος από τη φύση του να κερδίζει χρήματα, και θριαμβολογώντας είτε για τα πλούτη του, είτε για το πλήθος των σπουδών του, είτε για τη δύναμή του, είτε για οτιδήποτε άλλο, βάζει στο νου του να εισχωρήσει στο σώμα των πολεμιστών, ή αν κάποιος από τους πολεμιστές στο βουλευτικό και το σώμα των φυλάκων, μη έχοντας τα προσόντα γι’ αυτό, παίρνοντας ο ένας του άλλου τα όργανα και τις τιμές, ή ακόμα αν ένας ίδιος άνθρωπος επιχειρήσει να τα αναλύσει όλα αυτά, νομίζω, και θα συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου, ότι αυτή η αλλαγή και η πολυπραγμοσύνη θα είναι ολέθριος για την πόλη.

-Συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη σου.

-Ώστε η πολυπραγμοσύνη τούτη και η μεταβολή που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις τρεις αυτές τάξεις και τις συγχέει, όντας καταστρεπτική για την πόλη, σίγουρα θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς μέγιστο κακούργημα.

-Ασφαλώς, έτσι είναι.

-Δεν θα παραδεχτείς λοιπόν ότι το μεγάλο τούτο κακούργημα που διαπράττει κάποιος εναντίον της δικής του πόλης πρέπει να ονομαστεί αδικία;

-Πώς να μην το παραδεχτώ;

 Το θαυμάσιο αυτό πλατωνικό κείμενο μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να εισχωρήσουμε βαθύτερα στο θέμα μας και να καθορίσουμε τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στην ελευθερία του Έθνους. Εισάγοντας τη δικαιοσύνη σαν βασική προϋπόθεση της διατήρησης της ακεραιότητας και της ελευθερίας μιας πολιτείας και την αδικία σαν κύριο αίτιο της καταστροφής της, καθορίζει ταυτόχρονα την ευθύνη των μελών της. Για να μπορέσει μια πολιτεία να παραμείνει ελεύθερη, δεν πρέπει η ελευθερία του ενός, που ταυτίζεται με την άσκηση των καθηκόντων που του έχει αναθέσει η πολιτεία, να εισχωρήσει στην περιοχή της ελευθερίας και των καθηκόντων του άλλου. Και αυτό ακριβώς που διασφαλίζει την ελευθερία του καθενός, προσδιορίζοντας τα όρια της, και επιτρέπει την αρμονική συμβίωση, είναι η δικαιοσύνη. Και για τον Πλάτωνα και γενικότερα για τους Αρχαίους Έλληνες. δικαιοσύνη και αρμονία είναι δύο έννοιες ταυτόσημες.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα σε ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της Επανάστασης που σας ανέφερα. Στην ανατίναξη του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το είδος της αδικίας, που αναφέρει ο Πλάτων, που δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια καταστροφή. Την εισχώρηση ενός παράγοντα που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη, στη τάξη των κυβερνώντων. Είτε τοποθετήσουμε τον Μιαούλη στη τάξη των πλοιοκτητών, που όπως λέει ο Πλάτων, σκοπός της είναι η απόκτηση πλούτου, είτε στη τάξη των στρατιωτικών, κυβερνήτης εντολοδόχος του λαού ήταν ο Καποδίστριας. Δίνοντας διαταγή να ανατιναχθεί ο στόλος, ο Μιαούλης θέλησε να οικειοποιηθεί το ρόλο του Κυβερνήτη, που δεν του ανήκε. Το ίδιο έκανε και η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Ενώ ανήκε στη τάξη των προκρίτων του πλούτου, θέλησε να παίξει αρνητικά το ρόλο του Κυβερνήτη του Έθνους, καταλύοντας τον ίδιο τον Κυβερνήτη με μια δολοφονική πράξη. Αποτέλεσμα: κατάλυση της δικαιοσύνης, κατάλυση της αρμονίας, με όλα τα καταστρεπτικά επακόλουθα που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής ιστορίας.

 

 

Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).
Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Και για να τελειώσω με τις αναδρομές μου στη Φιλοσοφία, θα αναφερθώ και σε ένα άλλο φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, μια και το Πανεπιστήμιο μας γιορτάζει, όλες αυτές τις μέρες, τα δυο χιλιάδες τριακόσια περίπου χρόνια από τη γέννηση του. Γιατί, αν όπως φάνηκε, ελευθερία και ευθύνη έχουν έναν κοινό παρανομαστή, τη δικαιοσύνη, ο φιλόσοφος που μας έδωσε την πιο ολοκληρωμένη, μα και την πιο συγκεκριμένη εικόνα της δικαιοσύνης, είναι ο Αριστοτέλης. Όχι μόνο γιατί θεωρεί τη δικαιοσύνη σαν την υψηλότερη και τελειότερη αρετή, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι άλλες, και διακρίνει δύο είδη δικαιοσύνης, την διανεμητική και τη συναλλαγματική, χωρίς τις οποίες καμμιά κοινωνία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, μα γιατί με βάση τη δικαιοσύνη, μας δίνει μια γενική θεωρία της αρετής, που μπορεί να εφαρμοστεί στο εσωτερικό ενός κράτους για να διασφαλίσει την καλή λειτουργία του. 

Έτσι, μας λέει, ότι η αρετή είναι μια συνήθεια προαιρετική, που δεν οδηγεί σε καμμίαν ακρότητα, αλλά βρίσκεται στο μέσο, γιατί στηρίζεται στη φρόνηση. «Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν». Τα κύρια χαρακτηριστικά της αρετής, επομένως και της δικαιοσύνης, είναι, λοιπόν, ότι πηγάζουν από την ελεύθερή μας βούληση, εφόσον είναι προαιρετικές, ότι δημιουργούνται χάρη στην συχνή επανάληψη, εφόσον είναι συνήθειες, ότι εκφράζουν τη μεσότητα, το σωστό δηλαδή μέτρο, και ότι πηγάζουν από τη φρόνηση και στηρίζονται στη λογική. 

Μ’ αυτά που μας λέει ο Αριστοτέλης, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη, καθορίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης. Γιατί στηρίζοντας την ελευθερία στη φρόνηση, δείχνει ταυτόχρονα, ότι η ευθύνη βρίσκεται στο ποσοστό της σωστής εκτίμησης μιας πράξης, εκτίμησης που πηγάζει, από την ίδια τη λογική, έτσι ώστε κάθε απόφασή μας να μην ξεπερνά τα δίκαια μέτρα. Και ακόμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατοχυρώνεται η δικαιοσύνη, είναι η σωστή επανάληψη ελεύθερων και υπεύθυνων πράξεων. 

Θα σταματήσω εδώ τις αναφορές μου στη Φιλοσοφία. Νομίζω όμως, ότι όσα σας είπα, είναι αρκετά για να καθορίσουμε το περιεχόμενο της ελευθερίας και της ευθύνης. Η σωστή άσκησή τους, προϋποθέτει τη φρόνηση. Και για να γυρίσω πάλι στα όσα σας είπα για την Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν η αγάπη για την ελευθερία, μα η φρόνηση, που έλειψε από ορισμένους αρχηγούς, γιατί ο καθένας θέλησε να εισχωρήσει στην περιοχή του άλλου, διαπράττοντας με κάποιο τρόπο το είδος της αδικίας, για το οποίο μας μίλησε ο Πλάτων.

Είναι γνωστός ο χαρακτηρισμός που δίνεται από μερικούς ξένους στους Έλληνες: «Δύο Έλληνες, πέντε καπεταναίοι».

Πολύ φοβάμαι ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σωστός, γιατί βγαίνει από όλη την ιστορία μας.  Γι’ αυτό, αν στη διατύπωση του θέματος της ομιλίας μου, «Ελευθερία και Ευθύνη», προσέθεσα τη φράση «Διπλή παρακαταθήκη του ’21», είναι γιατί νομίζω ότι, αν οι ήρωες του ’21 έβγαιναν από τον τάφο και μιλούσαν στη θέση μου, δεν θα μας παρουσίαζαν μόνο τα ανδραγαθήματά τους, αλλά και θα μας έλεγαν τί πρέπει να αποφύγουμε, που να εξαρτάται από εμάς, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελευθερία, που με τόσες θυσίες μας παρέδωσαν. Τα λόγια, άλλωστε, του ίδιου του Κολοκοτρώνη από το Λόγο που εξεφώνησε στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838, είναι χαρακτηριστικά:

«Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια, και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εξύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν». Και συνεχίζοντας προσθέτει: «… ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό πλην καθένας κατά τη γνώμη του».

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω ότι έπειτα από 140 χρόνια θα μπορούσε να επαναλάβει κανείς λέξη προς λέξη τα σοφά αυτά λόγια του Κολοκοτρώνη. Και οφείλω να σας ομολογήσω, ότι βλέποντας τα όσα συμβαίνουν γύρω μου σε τούτο τον τόπο, με τα μάτια ενός αντικειμενικού παρατηρητή που δεν θέλει να κομματίζεται, ώστε να μην επηρεάζεται η κρίση του από συναισθηματικά ή ταξικά δεδομένα, όμως και με τα μάτια ενός ανθρώπου που αγαπά την πατρίδα του, αισθάνομαι δέος. Η άσκηση της ελευθερίας σπάνια συνοδεύεται από την ανάλογη ευθύνη, από την απαραίτητη φρόνηση, από τη συνείδηση των δυνατοτήτων μας σαν ελεύθερου μα και μικρού κράτους. Όλοι τα θέλουν όλα. Ο ένας τραβά από δω, ο άλλος από κει. Ίσως βέβαια ο καθένας από την πλευρά του να έχει δίκαιο, όλοι όμως έχουν άδικο σε σχέση με τα πεπρωμένα αυτού του τόπου. Οι στιγμές που ζούμε σήμερα είναι από τις πιο κρίσιμες και τις πιο επικίνδυνες για το Έθνος μας για χίλιους δυο λόγους, από τους οποίους θα σας αναφέρω μόνο μερικούς:

Γιατί βρισκόμαστε σε μια από τις πιο εκρηκτικές περιοχές του κόσμου, όπου συγκρούονται μεγάλα στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα.

Γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή τεχνοκρατικού πολιτισμού, όπου ο ανθρώπινος ηρωισμός παίζει μικρό μόνο ρόλο και είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουμε μια τεχνολογία τέτοια, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να εξαρτάμε την άμυνα μας από άλλους.

Γιατί δεν αναπτύξαμε ακόμα τις βιομηχανίες που μας χρειάζονται για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε άνετα στις γρήγορα μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες της εποχής μας.           

Γιατί περιστοιχιζόμαστε από ύπουλους εχθρούς, και περιμένουμε τη βοήθεια μας από άσπονδους φίλους.            

Γιατί έχουμε αφεθεί αμέριμνα στις συνθήκες μιας εύκολης και άκαρπης ζωής, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, που αμβλύνει τις ικανότητές μας για αντίσταση και δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Γιατί επικρατεί σύγχυση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής και δεν είμαστε σε θέση να υπολογίζουμε τις απώτερες συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεων μας.

Όλα αυτά προδιαγράφουν, δυστυχώς, ένα αβέβαιο μέλλον, ένα μέλλον που προετοιμάζεται στο σκοτάδι και μπορεί να ορθωθεί μπροστά μας ξαφνικά. Η εισβολή στην Κύπρο είναι ένα τραγικό παράδειγμα που πρέπει να μας κρατά σε διαρκή εγρήγορση.

Αν το πρώτιστο αγαθό για ένα λαό είναι να έχει την ελευθερία του, δεν πρέπει όμως κοντά σ’ αυτό να ξεχνά, ότι όλες οι άλλες ελευθερίες, η πολιτική, η οικονομική, η ελευθερία της γνώμης κλπ που είναι απαραίτητο να υπάρχουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία για να διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός κάθε ανθρώπου, όλες αυτές οι ελευθερίες παύουν αυτόματα να υπάρχουν όταν καταλυθεί η ελευθερία του κράτους. Πολλές, όμως, φορές, οι επί μέρους αυτές ελευθερίες, όταν δεν καθοδηγούνται από τη φρόνηση και το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης, με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που δημιουργούν, αμβλύνουν την ενότητα ενός έθνους και προετοιμάζουν την καταστροφή του.

Νομίζω ότι ένα καλό μάθημα για μας τους Έλληνες, σε οποιαδήποτε παράταξη και αν ανήκουμε, θα ήταν να συμβουλευόμαστε από καιρό σε καιρό ένα ιστορικό χάρτη της Ευρώπης, για να βλέπουμε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στα 157 αυτά χρόνια που μας χωρίζουν από την Ελληνική Επανάσταση. Θα διαπιστώναμε τότε, ότι τόσες και τόσες φορές άλλαξαν τα σύνορα όλων των κρατών, ότι ολόκληρες αυτοκρατορίες όπως η Αυστροουγγρική ή η Οθωμανική έχουν καταλυθεί, ότι καινούργια κράτη, όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία έχουν εμφανιστεί και ότι άλλα έχουν εξαφανιστεί.

 Οι πολιτισμοί, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Πωλ Βαλερύ, είναι θνητοί. Ακόμη περισσότερο τα διάφορα έθνη. Και η διατήρηση της ζωής τους εξαρτάται, νομίζω, σε μεγάλο βαθμό από τη θέλησή τους για ύπαρξη, και αυτή τους η θέληση από την ανάληψη των ευθυνών από όλους, τους Κυβερνώντες και τους Κυβερνόμενους, την κάθε κοινωνική ομάδα και το κάθε άτομο χωριστά. Και η φρόνηση λέει, ότι αυτό που πρέπει να πρυτανεύει, είναι η διαφύλαξη της ενότητάς μας με πράξεις δικαιοσύνης τέτοιες, που να εξασφαλίσουν την αρμονία στις σχέσεις μας, έτσι ώστε το συλλογικό συμφέρον να μην υποσκελίζεται και υποτάσσεται στο ατομικό. Και με ατομικό, δεν εννοώ μόνο τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και όλες τις προνομιούχες ομάδες, που θυσιάζουν με κερδοσκοπικές ή άλλες πράξεις τα συμφέροντα του Έθνους στα προσωπικά τους συμφέροντα. 

 Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Λαός είναι από τους λαούς εκείνους που έδειξαν με τις πράξεις τους ότι επάνω απ’ όλα βάζουν την ελευθερία, γιατί τη θεωρούν σαν το υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό. Γι’ αυτό θα ήθελα να τελειώσω την ομιλία μου με την ακόλουθη διαπίστωση. Έχουμε την τύχη, εμείς οι Έλληνες, να έχουμε τον ωραιότερο, ίσως, εθνικό ύμνο από όλους τους άλλους λαούς. Όχι μόνο γιατί γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο ποιητή, μα και γιατί είναι ένας ύμνος στην Ελευθερία. Δεν έχω, λοιπόν, παρά να επικαλεσθώ μερικούς από τους στίχους, για να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων του ’21, για να εκφράσω αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής, την αγάπη και την πίστη στην Ελευθερία:

 

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά

και σαν πρώτα αντριωμένη

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά»

 

 

 

Γεώργιος ΜουρέλοςO Γεώργιος Μουρέλος (Κωνσταντινούπολη, 1912 – Αθήνα, 1994) υπήρξε Τακτικός Καθηγητής της Α΄ έδρας της Συστηματικής Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήταν ο πρώτος Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής έπειτα από την πτώση της χούντας, οπότε και αναγορεύτηκε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε επίτιμο διδάκτορα (γεγονός με ύψιστη συμβολική σημασία για την εποχή). Πέραν της ακαδημαϊκής ιδιότητας, ο Γεώργιος Μουρέλος διετέλεσε, μεταξύ άλλων,  πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, πρόεδρος του Συλλόγου “Οι Φίλοι του Μπουζιάνη”, μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Αισθητικής, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών της Τέχνης (AICA) και ιδρυτικό μέλος του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών. Το 1976 εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques) και το 1979 του απενεμήθη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το παράσημο του Τάγματος της Αξίας (Ordre du Mérite). Το ογκώδες αρχείο του (161 φάκελοι και σημαντικό οπτικοακουστικό υλικό), δωρήθηκε στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών από τον γιο του, Γιάννη Μουρέλο, και αποτελεί πολύτιμη συμβολή για τη μελέτη της ιστορίας του ΑΠΘ, της Θεσσαλονίκης και των Γραμμάτων και των Τεχνών, γενικότερα, στη χώρα μας.

Η μεταγραφή του πανηγυρικού πραγματοποιήθηκε από τον προπτυχιακό φοιτητή του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ  Δημήτριο Μητσόπουλο 

 

 

 

 

Read More

article_15006

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

 

 

Read More

hitler_braun1_505_355

Αντίο Χίτλερ… για πάντα! Οι τελευταίες στιγμές του παρανοϊκού δικτάτορα και της ερωμένης του, Εύα Μπράουν

– Ιστορικές αποκαλύψεις από τον σωματοφύλακα του δικτάτορα που άλλαξε (προς το χειρότερο) τον κόσμο, Αδόλφου Χίτλερ
– Περιγράφει τη στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο και τον βρήκε νεκρό, μαζί με την ερωμένη του, Εύα Μπράουν
– “Τα μάτια του ήταν ανοιχτά, σα να κοιτούσε – Εκείνη έγερνε στο πλάι του»
– Περιγράφει πως φοβήθηκε ακόμα και για τη ζωή του, όταν ένα βράδυ είδε την Εύα Μπράουν στο δωμάτιο του Φύρερ, ενώ ακόμη η σχέση τους δεν ήταν γνωστή
– Γιατί ο Χίτλερ έγινε… τρελός με τον υπαρχηγό του, Ρούντολφ Ες
– Διαβάστε όσα περιγράφονται στο βιβλίο και δείτε ιστορικές φωτογραφίες

Άκρως ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από τις τελευταίες στιγμές του Αδόλφου Χίτλερ, καθώς επίσης και στοιχεία για την σχέση του με την ερωμένη του, Εύα Μπράουν, αλλά και την αλήθεια πίσω από την προσπάθεια για σύναψη ειρήνης με την Αγγλία που έκανε ο Ρούντολφ Ες, κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αποκαλύπτονται στο βιβλίο του ανθρώπου που βρήκε τον Χίτλερ νεκρό.

Ιστορικά ντοκουμέντα

Ο λόγος για τον προσωπικό σωματοφύλακα του ανθρώπου που άλλαξε για πάντα τον κόσμο, ο οποίος ονομαζόταν Rochus Misch, στο βιβλίο του οποίου υπάρχει και μια σειρά φωτογραφιών από την προσωπική ζωή του γερμανού δικτάτορα και των ανθρώπων που τον ζούσαν καθημερινά.

Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν τον Χίτλερ και τη Μπράουν να χαλαρώνουν στο Berghof, την προσωπική κατοικία του Χίτλερ, ενώ στο επίμαχο βιβλίο, που έχει τον τίτλο “Η τελευταία μαρτυρία του Χίτλερ» αποκαλύπτονται άγνωστες -μέχρι τώρα- πτυχές της ζωής του φασίστα που έσυρε ολόκληρο τον κόσμο στον παρανοϊκό του πόλεμο…

Το τέλος

Ο Misch πέθανε το 2013 στο Βερολίνο, σε ηλικία 96 ετών, ενώ ο εκδότης του βιβλίου, Martin Mace, είπε ότι στις 30 Απριλίου του 1945, ο Rochus Misch βρισκόταν σε ένα κρησφύγετο του Χίτλερ, όταν έλαβε ένα μήνυμα από τον στρατάρχη του Γ’ Ράιχ, Βίλχελμ Κάιτελ.

Έλεγε ότι απέτυχε να διασπάσει το “τείχος» της Σοβιετικής Ένωσης στο Βερολίνο και πως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ταυτόχρονα πολύ κοντά και αναπόφευκτο.

“Λίγο αργότερα, ο Misch άκουσε τον Χίτλερ να μιλάει σιγά στο επιφανές μέλος των Ναζί, Μάρτιν Μπόρμαν, αλλά και σε άλλους. Κοίταξε και είδε τον Χίτλερ να μπαίνει σε ένα δωμάτιο, ενώ η Εύα, πλέον κυρία Χίτλερ, τον ακολούθησε“, αναφέρει ο εκδότης.

“Είδε τον Ότο Γκιούνσε, τον υπασπιστή του Φύρερ, να κλείνει την πόρτα πίσω από το νεόνυμφο ζευγάρι. Ο Γκιούνσε είπε στον Misch ότι το αφεντικό δεν ήθελε να τον ενοχλήσουν. Ο Χίτλερ αντάλλαξε μια χειραψία με τον Γκιούνσε και του είπε πως όλοι οι στρατιώτες είχαν επελευθερωθεί από τον όρκο της πίστης τους. Ο Χίτλερ είχε ήδη πει στον υπασπιστή του πως δεν ήθελε να κακοποιηθεί δημόσια, όπως είχε ήδη γίνει με το πτώμα του Μουσολίνι και πως ήθελε να το κάψουν. Αυτό είχε ήδη κανονιστεί από τον Γκιούνσε και έναν άνθρωπο των SS. Όλοι στο κρησφύγετο περίμεναν νευρικά. Τότε, επικράτησε μια αναταραχή. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ο Misch κοίταξε μέσα», συμπληρώνει ακόμη ο εκδότης.

Τα μάτια του Χίτλερ ήταν ανοιχτά, σα να κοιτούσε»

Για να συνεχίσει, παραθέτοντας τα λόγια του ίδιου του Misch: “Το βλέμμα μου έπεσε πρώτα στην Εύα. Καθόταν με τα πόδια τεντωμένα και το κεφάλι της έγερνε προς τον Χίτλερ. Τα παπούτσια της ήταν κάτω από τον καναπέ. Δίπλα της… ο νεκρός Χίτλερ. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά, σα να κοιτούσαν, το κεφάλι του έπεφτε ελαφρώς προς τα μπροστά“.

Μετά τον σοβαρό τραυματισμό του το 1939, ο Rochus Misch είχε την πρόταση να μπει στην ομάδα σωματοφυλάκων του Χίτλερ. Υπηρέτησε μέχρι το τέλος του πολέμου ως σωματοφύλακάς του, ως μεταφορέας αλλά και νοσοκόμος του, πριν τελικά προαχθεί σε επικεφαλής των επικοινωνιών.

Κοινό μυστικό η ερωτική σχέση – Πώς τους έκανε… τσακωτούς

Από την στενή του επαφή με τον δικτάτορα των Ναζί, ο Misch μπορούσε να παρατηρεί πολλά πράγματα και θεωρούσε πως ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν ήταν εραστές πολύ πριν αυτό γίνει γνωστό και επίσημα.

Για παράδειγμα, την Εύα σύστηναν στο προσωπικό και τους επισκέπτες ως η οικονόμος του σπιτιού, ωστόσο το δωμάτιό της και αυτό του Χίτλερ είχαν κρυφές πόρτες που επικοινωνούσαν. Πολύ γρήγορα, ο καθένας είχε σχηματίσει την δική του άποψη για τη σχέση τους», αναφέρει ο σωματοφύλακας του δικτάτορα.

Αδόλφος Χίτλερ και Εύα Μπράουν δειπνούν
Αδόλφος Χίτλερ και Εύα Μπράουν δειπνούν

Ο εκδότης του βιβλίου τονίζει ακόμη πως ένα βράδυ, ο Misch είδε την Εύα με ένα “αραχνοΰφαντο νυχτικό» στον ξενώνα, ενώ πήγαινε για να παραδώσει κάποια δέματα στον Φύρερ. Η Εύα έβαλε το δάχτυλο στο στόμα της, σα να του έλεγε να μην πει τίποτα.

Ο Misch βγήκε σχεδόν τρέχοντας από το δωμάτιο, όντας σίγουρος πως θα απομακρυνθεί από την φρουρά του Χίτλερ (ή κάτι… χειρότερο!) όμως η Εύα, όπως αποδείχθηκε, δεν είπε τίποτα για το περιστατικό στον δικτάτορα“, λέει ο εκδότης, ο οποίος ακόμη τονίζει πως ο Misch άκουσε τόσο την Εύα Μπράουν, όσο και την Μάγδα Γκαίμπελς (σ.σ. σύζυγο του Υπουργού Προπαγάνδας της Ναζιστικής Γερμανίας, Γιόζεφ Γκαίμπελς) να δηλώνουν αποφασιστικά πως θα πεθάνουν μαζί με τους αξιοσέβαστους συζύγους τους.

Στα αριστερά, ο Γιόζεφ Γκέμπελς
Στα αριστερά, ο Γιόζεφ Γκέμπελς Το “αντάρτικο» του Ρούντολφ Ες

Ο σωματοφύλακας ακόμη επιβεβαιώνει πως ο Ρούντολφ Ες δεν είχε την άδεια του Χίτλερ για να μεταβεί στην Αγγλία και να διαπραγματευτεί τους όρους της παράδοσης της Γερμανίας.

Στο κέντρο ο Ρούντολφ Ες, κατά την διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης
Στο κέντρο ο Ρούντολφ Ες, κατά την διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης

Αναφέρει ο εκδότης για αυτή την… τρομακτική εμπειρία του σωματοφύλακα: “Ήταν παρών την στιγμή που ο Χίτλερ έμαθε τα συγκεκριμένα νέα από τον υπασπιστή του Ες, τον Karl-Heinz Pintsch. Ο Χίτλερ ήταν έξω φρενών, επαναλαμβάνοντας ακούραστα στον εαυτό του: “Γιατί μου το έκανε αυτό»; Όποιος γνώριζε για το ταξίδι του Ες στην Αγγλίας συνελήφθη και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ζάξενχαουζεν. Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Ες, δεν είχε την άδεια του Χίτλερ να μεταβεί στην Αγγλία».

Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μετά την κίνησή του αυτή, ο Ρούντολφ Ες φυλακίστηκε και αργότερα καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση ως εγκληματίας πολέμου, ποινή που εξέτισε μέχρι το τέλος της ζωής του…

Πηγή: dailymail.co.uk
Φωτογραφίες αρχείου: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Read More

2381AAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAA

Σωματείο Οι Φίλοι του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα: Ομιλία της κα. Ελευθερίας Μαντά με θέμα Ο αλβανικός εθνικισμός και η δημόσια εικόνα του, 19ος – 21ος αι.

2381AAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAA

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Σωματείο Οι Φίλοι του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα σας προσκαλεί

την Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017, ώρα 19:30,

στην ομιλία της κας Ελευθερίας Μαντά, Λέκτορας της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας Α.Π.Θ.,

 με θέμα:

Ο αλβανικός εθνικισμός και η δημόσια εικόνα του, 19ος – 21ος  αι.

Η ομιλία εντάσσεται στη σειρά διαλέξεων με θέμα «Η εθνογένεση στα Βαλκάνια»,

η οποία τελεί υπό την αιγίδα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

Στους φοιτητές και στους εκπαιδευτικούς που θα παρακολουθήσουν τις διαλέξεις θα χορηγηθούν βεβαιώσεις παρακολούθησης.

Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων «Αλέξανδρος Χαΐτογλου»

του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Προξένου Κορομηλά 23 (πλάι στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης), τηλ. 2310 229778.

 

Ακολουθούν στο πρόγραμμα των διαλέξεων:

 

  • Τετάρτη 26 Απριλίου 2017, 19:00, Βλάσης Βλασίδης, επίκουρος καθηγητής, τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, με θέμα τον εθνικισμό στην ΠΓΔΜ.
  • Δευτέρα 15 Μαΐου 2017, 19:00,  Φωκίων Κοτζαγεώργης, επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Ιστορίας, Α.Π.Θ., με θέμα τον τουρκικό εθνικισμό. 

 

 

Με την ευκαιρία, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι κατά την Τακτική Γενική Συνέλευση του Σωματείου «Οι Φίλοι του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα» της 15ης Φεβρουαρίου, 2017, εκλέχθηκαν νέα Μέλη για το Δ.Σ. του Σωματείου, το οποίο συγκροτήθηκε σε Σώμα στην 1η συνεδρίασή του, την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου, 2017 με την παρακάτω σύνθεση.

Πρόεδρος                          Παρασκευάς Σαββαΐδης

Α’ Αντιπρόεδρος              Σωκράτης Κανέβας

Β’ Αντιπρόεδρος              Νικόλαος Ραγιάς

Γενικός Γραμματέας       Άγγελος Χοτζίδης

Ταμίας                               Βέρα Μαστραντώνη

Μέλη                                 Χρήστος Μανδατζής, Εμμανουήλ Μάνος, Ηλίας Μαρτζαβός, Ντίνα 

                                           Τσατσαμπά, Κυριάκος Χατζηκυριακίδης

Η σύνθεση του Δ.Σ. θα συμπληρωθεί με τον ορισμό από το Ίδρυμα του 11ου μέλους του, όπως ορίζεται από το άρθρο 11 του καταστατικού του Σωματείου.  

 

Read More

016

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Θεσμοί και ταυτότητες του Ελληνισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

 

Φωκίων Κοτζαγεώργης

 Θεσμοί και ταυτότητες του Ελληνισμού

στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Στόχος του σύντομου αυτού κειμένου είναι να παρουσιάσω τη συζήτηση που γίνεται περίπου την τελευταία δεκαετία γύρω από δύο κεντρικά ζητήματα για την ιστορία του ελληνισμού της Τουρκοκρατίας, τους θεσμούς και τις ταυτότητες.

Η ελληνική ιστοριογραφία στις μεγάλες ιστοριογραφικές συνθέσεις της ακολούθησε το σχήμα της ύπαρξης και λειτουργίας ελληνικών θεσμών, μέσα στους οποίους το ‘έθνος’ επιβίωσε, διατήρησε την ιδιαιτερότητά του έναντι των άλλων ‘εθνών’ και εκκόλαψε την εθνικοαπελευθερωτική ιδέα. Αυτοί οι θεσμοί αντιστοιχούσαν και αντιπροσώπευαν τους τέσσερις βασικούς τομείς που συγκροτούσαν μια κοινωνία: τη θρησκεία, την πολιτική εκπροσώπηση, το στρατό και την παιδεία. Οι τρεις πρώτοι ενσαρκώθηκαν μέσω συγκεκριμένων θεσμικών φορέων: την Εκκλησία, τις κοινότητες και τα κλεφταρματολικά σώματα. Αυτή η ιστοριογραφική προσέγγιση ανέλυε τη δομή και λειτουργία των παραπάνω θεσμών μέσα από το σχήμα «εθνική αφύπνιση-ελληνική επανάσταση». Έτσι, αναδεικνυόταν η εικόνα μιας ταυτόχρονης, παράλληλης και εν πολλοίς ανεξάρτητης λειτουργίας θεσμών με τους κρατικούς, χωρίς, όμως, πάντα να λαμβάνεται υπόψη στην ανάλυση ο ρόλος αντίστοιχων κρατικών θεσμών και του γενικότερου πολιτικού πλαισίου στη διαμόρφωση των ελληνικών αντιστοίχων. Οι ελληνικοί πληθυσμοί διαβιούσαν οιονεί αποκομμένοι από τον περίγυρό τους, ο οποίος, αν δεν απουσίαζε από την ιστορική αφήγηση, συχνά ο ρόλος του περιοριζόταν σ’ αυτόν ενός βίαιου και τυραννικού μηχανισμού καταστολής των χριστιανών. Έτσι, οι ελληνικοί πληθυσμοί, έχοντας αναπτύξει τους δικούς τους θεσμούς ζούσαν σε μια διαφορετική πραγματικότητα, η οποία αντιπαρατίθετο σ’ αυτήν της πολιτικής ένταξης σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα.

Αν αντιστραφεί η προσέγγιση και από την οπτική του ιστορικού που γράφει για να επιβεβαιώσει και να εμπεδώσει την εθνική συνείδηση στο αναγνωστικό κοινό περάσουμε σε μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του βλέμματος των ανθρώπων που διαβιούσαν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τότε η εικόνα διαγράφεται κατά το μάλλον ή ήττον διαφοροποιημένη από την παραπάνω. Η πραγματικότητα συγκροτείτο από ένα μωσαϊκό τοπικών ιδιαιτεροτήτων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής συγκρότησης και από την παρουσία συνοίκων πληθυσμών, οι οποίοι δεν ήταν πάντοτε σαφώς διαφοροποιημένοι στις βασικές κατηγορίες ετεροπροσδιορισμού τους (θρησκεία, γλώσσα, καταγωγή, συνήθειες κτλ.). Από την άλλη, και οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι Οθωμανοί υπήκοοι, γνώριζαν πολύ καλά το κρατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαβιούσαν, ακόμη κι αν επιθυμούσαν την ανατροπή του, και πολιτεύονταν με βάση τους όρους αυτού του συστήματος και συγκροτούσαν τον κόσμο τους. Όσο ρεαλιστική κι αν φαίνεται σήμερα αυτή η προσέγγιση, παρ’ όλα αυτά η ελληνική ιστοριογραφία δεν είχε επιτύχει ως πρόσφατα να την ενσωματώσει στην ιστοριογραφική παραγωγή περί Τουρκοκρατίας.

Η Εκκλησία – ως πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης – είχε αναγνωριστεί από το οθωμανικό κράτος, ήδη από την εποχή της Άλωσης, ως ένας θρησκευτικός φορέας, με οργανωμένο διοικητικό μηχανισμό, μέσα στον οποίο μπορούσαν να ενταχτούν (ή εντάσσονταν) όλοι οι πολυπληθείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι αποτελούσαν εκείνη την εποχή την πλειονότητα του πληθυσμού της αυτοκρατορίας. Ο πολιτικός στόχος ήταν σαφής: ο συνολικός έλεγχος αυτών των πληθυσμών από το κράτος μέσω ενός φορέα των ίδιων των υπηκόων του. Η πρόσδεση της Εκκλησίας στο        δημοσιονομικό σύστημα της αυτοκρατορίας με πρωτοβουλία των ίδιων των Ρωμιών αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει τη διαιώνισή του, ανεξάρτητα από την όποια συν τω χρόνω αλλαγή στην κρατική πολιτική των σουλτάνων. Η στάση των ίδιων των ορθοδόξων έναντι της Εκκλησίας συμπλήρωσε το θεσμικό ρόλο της: οι χριστιανικοί πληθυσμοί μετά την απώλεια των μεσαιωνικών κρατικών μορφωμάτων τους, είχαν μόνο την Εκκλησία ως θεσμό αναφοράς και μάλιστα σε αντιπαραβολή με την επίσημη κρατική θρησκεία, το Ισλάμ. Επιπλέον, ήταν ο φορέας, ο οποίος εν δυνάμει μπορούσε να ενοποιήσει πολιτικά όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, αν και, ουσιαστικά, η ένταξη των μη ελληνικών ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών γινόταν μόνο με πνευματικούς όρους. Στην πράξη αποτέλεσε ένα θεσμό διατήρησης και διάδοσης ελληνορθόδοξης κουλτούρας και όχι γενικά χριστιανικής.

21
 Κοσμάς ο Αιτωλός

Οι κοινότητες δεν αποτέλεσαν ούτε χρονικά ούτε γεωγραφικά ή τυπολογικά έναν ενιαίο θεσμό, ο οποίος, μάλιστα, να είχε και αυτονόητα κρατική αναγνώριση. Επρόκειτο για ad hoc μορφές κοινωνικής συσσωμάτωσης, των οποίων τη λειτουργία επέτρεπε το κράτος κυρίως για την απρόσκοπτη είσπραξη της φορολογίας και για τον αποτελεσματικό έλεγχο των εντασσόμενων σ’ αυτές υπηκόων, περιβάλλοντάς τες με ένα πλαίσιο λειτουργίας, γνωστό και από άλλες συσσωματώσεις (π.χ. επαγγελματικές). Κατά συνέπεια, η θεσμική μορφή αυτών των κοινοτήτων δεν ήταν μια ξένη πρακτική για το οθωμανικό κράτος, ούτε τέτοιου είδους συσσωματώσεις ανάπτυξαν μόνο οι ελληνικοί πληθυσμοί. Ο έντονα τοπικός χαρακτήρας και οι πολλαπλοί παράγοντες που καθόριζαν το βαθμό αυτονομίας των κοινοτήτων εντός του οθωμανικού κρατικού πλαισίου καθιστούν το κοινοτικό φαινόμενο μη ενιαίο και χωρίς ομοειδή πολιτικά χαρακτηριστικά σε ευρεία γεωγραφική και χρονολογική κλίμακα. Εξειδικεύοντας στον πολιτικό χαρακτήρα των κοινοτήτων και στις ζυμώσεις που συνέβαιναν εντός τους, από τα λίγα καλά μελετημένα παραδείγματα προκύπτει ότι οι πολιτικές ιεραρχήσεις αναπαρήγαγαν μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνικο-οικονομική ιεραρχία, η οποία είχε με τη σειρά της προκύψει από την ικανότητα προσαρμογής και ένταξης των προσώπων της στο ευρύτερο οθωμανικό κρατικό σύστημα.    

a9bd8ef873a966effdea4a6b9c087e3bΑκόμη δυσκολότερα μπορεί να συσχετιστεί η έννοια του ‘ελληνικού θεσμού’ με την περίπτωση των κλεφταρματολών. Ασφαλώς υπήρχε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των αρματολικών σωμάτων ήδη από τον 15ο αιώνα. Αυτό, όμως, λειτούργησε ως μέσο κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων και δεν αποτελούσε ενοποιητικό στοιχείο ούτε καν μέσα στα μέλη αυτών των σωμάτων. Έτσι, καθώς βάθαινε η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ελέγξει τις επαρχίες αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το φαινόμενο της ισχυροποίησης των επαρχιακών προκρίτων εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά τον 18ο αιώνα, οι χριστιανοί είχαν καταφέρει μέσω του θεσμού των αρματολικιών να αναδειχθούν σε μια τοπική χριστιανική ελίτ στις περιοχές, όπου λειτουργούσε ο θεσμός. Το έντονα συγκρουσιακό κλίμα μεταξύ των φορέων των κλεφταρματολών προκειμένου να κερδίσουν τη νομιμοποίηση της εξουσίας τους από το κράτος οδηγεί στη διατύπωση ότι επρόκειτο μάλλον για έναν κρατικό εξουσιαστικό φορέα, παρά για ένα θεσμό των χριστιανών. Η ικανότητα και το μονοπώλιο –εντός των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας – στη χρήση των όπλων φαίνεται ότι λειτουργούσε καταλυτικότερα για τα μέλη αυτών των σωμάτων από οποιαδήποτε ιδεολογική, πολιτική ή κοινωνική ένταξη.

Ακόμη κι αν δεχτεί κανείς την ύπαρξη και λειτουργία των ‘θεσμών’, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια ταυτότητα αυτοί έπρεπε να διαφυλάξουν, να προωθήσουν ή ακόμη και να διαμορφώσουν. Σήμερα δεν είναι δυνατό να προσεγγιστεί το πρόβλημα της ταυτότητας των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκοκρατίας με ουσιοκρατικούς όρους. Δε μπορεί, δηλαδή, να τεκμηριωθεί η σταθερή και σαφώς περιχαρακωμένη ελληνική εθνική ταυτότητα για όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οποία, μάλιστα, είλκε την καταγωγή της από την κλασική αρχαιότητα μέσω του βυζαντινού μεσαίωνα. Η σύγχρονη προσέγγιση για το ‘εθνικό φαινόμενο’ – που το θεωρεί ως νεωτερική κατασκευή και όχι ως την προαιώνια ουσία ενός λαού – οδηγεί σε νέα ερμηνεία του ταυτοτικού φαινομένου εν γένει. Επιπλέον, η ανθρωπολογική άποψη περί ύπαρξης πολλαπλών ταυτοτήτων σε προεθνικές κοινωνίες (κοινωνικών, θρησκευτικών, γεωγραφικών κτλ.) τοποθετεί σε νέες βάσεις τη μελέτη του ίδιου φαινομένου. Η διαμόρφωση ταυτοτήτων σε πληθυντικές κοινωνίες, όπως η οθωμανική, είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο εξελίσσεται δυναμικά μέσα στο χρόνο. Κρίσιμο πρόσκομμα για τη σφαιρικότερη διερεύνηση του θέματος αποτελεί η σχεδόν παντελής απουσία της φωνής της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών αναφορικά με τον αυτοπροσδιορισμό τους, ώστε οι όποιες εννοιολογικές σημάνσεις να προέρχονται είτε από το χώρο της ελληνικής διανόησης είτε από πρόσωπα που ανήκαν σε άλλους εθνοπολιτισμικούς χώρους (είτε, για παράδειγμα, δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης πρόσωπα ποικίλης εθνοτικής ή επαγγελματικής ένταξης, είτε εκπρόσωποι του επίσημου οθωμανικού κράτους). Γενικά, φαίνεται ότι οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι σύνοικοι πληθυσμοί, ανέπτυξαν πολλαπλές ταυτότητες, οι οποίες προσαρμόζονταν ανάλογα με το μέρος που βρίσκονταν ή με τους ανθρώπους που συναναστρέφονταν, λαμβανομένης υπόψη και της χρονικής περιόδου που μελετάται κάθε φορά. Παρ’ όλο που η εθνική ταυτότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δε φαίνεται να γνώρισε διάδοση σε ευρέα κοινωνικά στρώματα πριν από τις αρχές του 19ο αιώνα, αυτό δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν υπήρχε συνείδηση της διαφορετικότητας με εθνοτικούς όρους. Για παράδειγμα, στη συλλογική ταυτότητα του χριστιανού ορθόδοξου δεν υπήρχε ισοπεδωτική χροιά ή απουσία τονισμού εθνοτικών ιδιαιτεροτήτων τόσο από το θρησκευτικό φορέα (πατριαρχείο), όσο και από τον κοσμικό (οθωμανικό κράτος). Η διάκριση Αλβανών, Σλάβων, Ρωμιών και Βλάχων γινόταν από αμφότερες τις πλευρές και αντικατόπτριζε την καθημερινή αλλά και την ιστορική πραγματικότητα. Αυτό που εκφεύγει από τους σημερινούς ιστορικούς είναι τα κριτήρια της διάκρισης, η γεωγραφική και κοινωνική οριοθέτηση των αντίστοιχων πληθυσμών και ο βαθμός που αυτή η διάκριση αποτέλεσε ενοποιητικό πολιτικά στοιχείο. Πρόσφατα έχει αμφισβητηθεί ο αποκλειστικός ρόλος κριτηρίων, όπως η θρησκεία ή η γλώσσα, στην οικοδόμηση μιας ενιαίας ταυτότητας του συνανήκειν για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Η καταγωγή τοποθετείται όχι στη βάση μιας φυλετικού χαρακτήρα νοηματοδότησης, αλλά στη βάση του τρόπου πρόσληψης ενός κοινού ιστορικού παρελθόντος. Παρ’ όλο που η κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση και υποδοχή μιας κοινής εθνικού περιεχομένου ταυτότητας στους ελληνικούς πληθυσμούς δε μπορεί να επεκταθεί παλαιότερα των αρχών του 19ου αιώνα, είναι, καθώς φαίνεται, μακρύ ακόμη το ταξίδι που χρειάζεται να διανυθεί, προκειμένου να διατυπωθεί μια συνεκτική αφήγηση για τη διαδρομή και τις μεταμορφώσεις των ταυτοτήτων μέσα στην Τουρκοκρατία κατά την πορεία διαμόρφωσης αυτής της εθνικής ταυτότητας.

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής της Νεοελληνικής Ιστορίας (Πρώιμη Τουρκοκρατία) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ
Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής της Νεοελληνικής Ιστορίας (Πρώιμη Τουρκοκρατία) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Read More

pyrkagia

Εκδήλωση του ΑΠΘ για τα 100 χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης με τίτλο: Η πυρκαγιά του 1917 και ο ανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

Ο Κοσμήτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής Α.Π.Θ. Καθηγητής Κωνσταντίνος-Βασίλειος Κατσάμπαλος και η Διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης κυρία Πολυξένη Αδάμ Βελένη,

σας προσκαλούν στην εκδήλωση με θέμα:

Η πυρκαγιά του 1917 και ο ανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης

 

Η διοργάνωση γίνεται με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, το 1917, η οποία υπήρξε ο καταλύτης για την ανοικοδόμηση και τον εκσυγχρονισμό της πόλης,

αλλά και για το σχεδιασμό της πανεπιστημιούπολης του Α.Π.Θ.

 

Η εκδήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της έκθεσης «ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ-ΠΟΛΗ Α.Π.Θ.: 90+ ΧΡΟΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ/100+ ΧΡΟΝΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ» και θα γίνει

στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 22 Μαρτίου, ώρα 19:00

pyrkagia

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Κοσμήτωρ της Πολυτεχνικής Σχολής και περιλαμβάνει 5 παρουσιάσεις:

 

  • «Απεικονίσεις της μεγάλης πυρκαγιάς στη Θεσσαλονίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου», Πάρις Σαββαΐδης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών Π.Σ. Α.Π.Θ.
  • «Ιδεολογία και πολιτική για τον πολεοδομικό σχεδιασμό πριν 100 χρόνια: Ένα σχόλιο με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή, το 1919, για την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης», Αθηνά Γιαννακού, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης Π.Σ. Α.Π.Θ.
  • «Καταστροφή και ανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης: οι ιδιότυπες διαδρομές του εκσυγχρονισμού», Αλέκα Καραδήμου-Γερόλυμπου, Ομότιμη Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Π.Σ. Α.Π.Θ.
  • «Ιδιοκτησία και αστικοί μετασχηματισμοί στην περιοχή του ανατολικού ρήγματος: οραματισμοί και υλοποιήσεις», Αθηνά Βιτοπούλου, Δρ. Αρχιτέκτονας-Πολεοδόμος, διδάσκουσα Τμήματος Αρχιτεκτόνων και Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης Π.Σ. Α.Π.Θ.
  • «Η πυρκαγιά του 1917 ως καταλύτης για τον υβριδικό εκσυγχρονισμό της Θεσσαλονίκης», Νίκος Καλογήρου, Καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Π.Σ. Α.Π.Θ. 

8

Read More