Πολιτικό Γραφείο Σφραγίδα

Γιάννης Γκλαβίνας: Το αρχείο του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού (1917 – 1928)

Γιάννης Γκλαβίνας

Το αρχείο του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού

(1917 – 1928)

Η διεύρυνση του φάσματος των ερευνητικών προσανατολισμών της Ιστορίας τα τελευταία χρόνια, η αποδοχή της διεπιστημονικότητας και της θέσης ότι η Ιστορία δεν είναι στατική αλλά διαμορφώνεται απαντώντας στους προβληματισμούς και τα ερωτήματα που θέτουν κάθε φορά οι κοινωνίες, οδήγησαν στην συνεχή αναζήτηση νέων ιστορικών πηγών ή στην ερμηνεία των ήδη γνωστών πηγών με διαφορετική οπτική. Νέες ιστορικές πηγές συνεχώς αναδύονται από τη σκόνη και τη μούχλα δημόσιων υπηρεσιών ή ιδιωτικών αποθηκών ανανεώνοντας στοιχεία και ερμηνείες ακόμη και για περιόδους για τις οποίες θεωρούνταν –αδίκως– ότι οι γνώσεις είναι παγιωμένες. Μια τέτοια ιστορική πηγή είναι και το αρχείο του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού που αφορά την περίοδο 1917-1928 και φυλάσσεται στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους στην Αθήνα. Το αρχείο έχει ταξινομηθεί, είναι προσβάσιμο στους ερευνητές, ενώ έχει εκδοθεί από τα ΓΑΚ και το ευρετήριο του αρχείου με αναλυτική περιγραφή των φακέλων και με ευρετήριο όρων και ονομάτων.

Το κτήριο της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους στην Αθήνα
Το κτήριο της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους στην Αθήνα

Αν θα θέλαμε να οριοθετήσουμε την περίοδο που καλύπτει χρονικά το αρχείο του Πολιτικού Γραφείου αυτή ξεκινά από την επάνοδο του Βενιζέλου στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1917 και τη συγκρότηση της «Βουλής των Λαζάρων» και καταλήγει στη Β΄ Ελληνική Δημοκρατία και στη θητεία της οικουμενικής κυβέρνησης του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Η περίοδος 1917-1928 συμπυκνώνει γεγονότα σταθμούς στην πορεία της εξωτερικής πολιτικής, του πολιτικού βίου, της κοινωνικής και ιδεολογικής συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους. Ο Εθνικός Διχασμός, οι προσδοκίες και οι προκλήσεις που γέννησε η προοπτική της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η οδυνηρή Μικρασιατική Καταστροφή, η προσπάθεια αποκατάστασης των προσφύγων, η ανακήρυξη του δημοκρατικού πολιτεύματος, η αστάθεια του πολιτικού συστήματος από τις επεμβάσεις του στρατού, η ενίσχυση του εργατικού κινήματος, η διείσδυση σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών ιδεών και οι κοινωνικές εντάσεις του Μεσοπολέμου κυριαρχούν στα τεκμήρια του αρχείου του Πολιτικού Γραφείου που αποτελεί εξαιρετική πηγή για τη μελέτη της προαναφερθείσας περιόδου.

Η σημασία του αρχείου του Πολιτικού Γραφείου και η ιδιαιτερότητά του σε σχέση με τα άλλα σωζόμενα αρχεία για την περίοδο 1917-1928 έγκειται, κυρίως, στο γεγονός ότι λόγω αρμοδιοτήτων το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ασχολούνταν σχεδόν με όλες τις πτυχές της ελληνικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, ενώ η υπηρεσία και ιδίως το Ιδιαίτερο Γραφείου του Πρωθυπουργού και οι φάκελοι του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης διασώζουν έγγραφα που δύσκολα εντοπίζονται στην τυπική υπηρεσιακή αλληλογραφία μιας δημόσιας υπηρεσίας. Για να γίνει αντιληπτή η ιδιαιτερότητα του αρχείου είναι χρήσιμη μια συνοπτική παρουσίαση της διοικητικής ιστορίας του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού και του νομικού πλαισίου βάσει του οποίου ασκούνταν οι αρμοδιότητές του.

Η υπηρεσία του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1917 με το Νόμο 866 «περί συστάσεως Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού». Το Πολιτικό Γραφείο αποτελούσε στην ουσία συνέχεια του Πολιτικού Γραφείου της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης που συστάθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα 232 τον Οκτώβριο του 1916. Για τη στέγαση της υπηρεσίας μισθώθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 1922 οικία επί της οδού Ηπίτου 15, όπου σήμερα στεγάζεται το 1ο Ενιαίο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών. Το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού, σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο, ήταν: «αυτοτελής υπηρεσία υπαγομένη εις τας αμέσους διαταγάς του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου». Σκοπός της σύστασης του Πολιτικού Γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 866, ήταν: α) η τήρηση της αλληλογραφίας του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, β) η αποδοχή και εξέταση των αιτήσεων, αναφορών ή παραπόνων των πολιτών και η μέριμνα για τη νόμιμη ικανοποίησή τους, γ) η εισήγηση στον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου των απαραίτητων στοιχείων για τη διεκπεραίωση υποθέσεων στις οποίες κρίνονταν αναγκαία η παρέμβασή του.

Η οργάνωση και λειτουργία της υπηρεσίας καθορίστηκαν από το οργανόγραμμα και τον εσωτερικό κανονισμό που συντάχθηκαν από τον πρώτο γενικό διευθυντή του Πολιτικού Γραφείου Αναστάσιο Αδοσίδη. Σύμφωνα με αυτά, το Πολιτικό Γραφείο διαιρέθηκε σε δύο Τμήματα και οκτώ Γραφεία. Κάθε Γραφείο αναλάμβανε τη διεκπεραίωση αιτημάτων και υποθέσεων που εντάσσονταν στην αρμοδιότητα συγκεκριμένων υπουργείων, ενώ το Γ΄ Γραφείο ήταν αρμόδιο για τη διεκπεραίωση ζητημάτων που αφορούσαν τις εισφορές προς τον πρόεδρο της Κυβέρνησης υπέρ του Εθνικού Αγώνα, για τις απαντήσεις συγχαρητηρίων τηλεγραφημάτων και επιστολών, καθώς και για την πολιτική οργάνωση. Ξεχωριστή υπηρεσία στο πλαίσιο του Πολιτικού Γραφείου που τηρούσε ιδιαίτερο πρωτόκολλο και δική της σφραγίδα αποτελούσε το Στρατιωτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού, στην αρμοδιότητα του οποίου ήταν τα στρατιωτικά ζητήματα και τα ζητήματα των υπουργείων Στρατιωτικών και Ναυτικών. Μάλιστα το προσωπικό του Στρατιωτικού Γραφείου, σε αντίθεση με το υπόλοιπο προσωπικό της υπηρεσίας, αποτελούνταν από αποσπασμένους στρατιωτικούς. Επιπλέον, το Πολιτικό Γραφείο τηρούσε σε ξεχωριστούς φακέλους τα έγγραφα που χαρακτηρίζονταν εμπιστευτικά και τα οποία έφεραν ειδική σφραγίδα και αριθμό πρωτοκόλλου.

Στυλιανός Γονατάς (αριστερά) και Νικόλαος Πλαστήρας. Οι πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1922
Στυλιανός Γονατάς (αριστερά) και Νικόλαος Πλαστήρας. Οι πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1922

Στα επόμενα έτη η πληθώρα των υποθέσεων που διαχειριζόταν το Πολιτικό Γραφείο οδήγησε σε συνεχείς αλλαγές στο οργανόγραμμα της υπηρεσίας με αύξηση των Τμημάτων και των Γραφείων, μεγαλύτερο επιμερισμό των αρμοδιοτήτων και αύξηση βεβαίως του προσωπικού του. Με την επανάσταση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου τον Σεπτέμβριο του 1922 και την εγκαθίδρυση της κυβέρνησης της «Επαναστατικής Επιτροπής-Επανάστασις 1922» μέρος των αρμοδιοτήτων του Πολιτικού Γραφείου, που συνέχιζε κανονικά τη λειτουργία του, μεταβιβάστηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών και συγκεκριμένα στο ΙΙ Γραφείο της Επανάστασης. Τον Δεκέμβριο του 1923, μετά τις εκλογές στην Ελλάδα που σηματοδοτούν την επαναφορά στην κοινοβουλευτική άσκηση της εξουσίας, το ΙΙ Γραφείο της Επανάστασης
μεταβίβασε τις αρμοδιότητές του στα Υπουργεία Στρατιωτικών, Εξωτερικών και στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού. Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Αρχηγού της Επανάστασης Νικολάου Πλαστήρα, το ΙΙ Γραφείο της Επανάστασης μεταβίβασε στο Πολιτικό Γραφείο την αρμοδιότητα για τις υποθέσεις αντικατασκοπίας και για όλα τα άλλα ζητήματα, εκτός από εκείνα που αφορούσαν τη δράση της κομμουνιστικής προπαγάνδας στο στράτευμα, την κατασκοπεία εις βάρος του στρατεύματος και τις ενέργειες της εξωτερικής προπαγάνδας για τα οποία αρμόδια ήταν τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εξωτερικών. Επίσης, με ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης τον Μάιο του 1924 συστάθηκε Επιτροπή Οικονομιών με αρμοδιότητα τον περιορισμό των δαπανών και του προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, η οποία υπαγόταν στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού. Σημειώνεται, επίσης, ότι η υπηρεσία του Πολιτικού Γραφείου μεταστεγάστηκε τον Οκτώβριο του 1922 στο Μέγαρο Συγγρού επί της οδού Κηφισίας (σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας), στο κτήριο, δηλαδή, όπου σήμερα στεγάζεται το Υπουργείο Εξωτερικών.

Νέες αλλαγές στη διοικητική διάρθρωση του Πολιτικού Γραφείου πραγματοποιήθηκαν την περίοδο της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου. Σύμφωνα με ημερήσια διαταγή του τότε γενικού διευθυντή Μιλτιάδη Μανιατόπουλου, η δομή της υπηρεσίας αλλάζει, ενώ προστίθενται δύο νέα Γραφεία: το Γραφείο του Γενικού Διευθυντή και το Ιδιαίτερο Γραφείο του Πρωθυπουργού.

Ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος
Ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος

Το Γραφείο Γενικού Διευθυντή είχε αρμοδιότητα την παρακολούθηση του ελληνικού και ξένου Τύπου και τη συλλογή πληροφοριών του ΙΙ Γραφείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και του Υπουργείου Εσωτερικών, ενώ το Ιδιαίτερο Γραφείο τηρούσε την ατομική αλληλογραφία του Πρωθυπουργού και απαντούσε επ’ αυτής σύμφωνα με τις οδηγίες του. Σημαντική προσθήκη στις αρμοδιότητες του Πολιτικού Γραφείου ήταν η συγκρότηση τον Ιούλιο του 1925 του ΙΙ Γραφείου Πληροφοριών και Κατασκοπείας με τον τίτλο «Γραφείον Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού». Το Γραφείο Πληροφοριών αναλάμβανε την αλληλογραφία με τις στρατιωτικές, αστυνομικές και πολιτικές αρχές για ζητήματα πληροφοριών, κατασκοπείας και προπαγάνδας, τηρούσε ανεξάρτητο αρχείο και δική του σφραγίδα με τον τίτλο «Πολιτικόν Γραφείον Πρωθυπουργού ΙΙ Γραφείον». Το ΙΙ Γραφείο, αποτελώντας στην ουσία τον πρόδρομο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, είχε στην αρμοδιότητά του τα ζητήματα που αφορούσαν τον κομμουνισμό, τον μπολσεβικισμό, τους κομμουνιστικούς συλλόγους, το Εργατικό Κέντρο, τους Παλαιούς Πολεμιστές, τα θύματα πολέμου «ΜΟΠΡ» και τις απεργίες, τα ζητήματα που αφορούσαν τις εφεδρικές οργανώσεις και τα αιτήματά τους, την παρακολούθηση του ελληνικού και ξένου Τύπου και της κίνησης των διαφόρων πολιτικών ομάδων καθώς και την παρακολούθηση της ξένης προπαγάνδας στην Ελλάδα και της κίνησης των πρακτόρων. Το Γραφείο Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού συνέχισε να υφίσταται μέχρι και τις αρχές του 1926 οπότε και αντικαταστάθηκε από την Υπηρεσία Γενικής Ασφάλειας του Κράτους. Σύμφωνα με το Νομοθετικό Διάταγμα της 29ης Ιανουαρίου 1926 «περί συστάσεως Υπηρεσίας Γενικής Ασφαλείας του Κράτους» η νέα υπηρεσία υπαγόταν στον πρόεδρο της Κυβέρνησης, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις αρμοδιότητες του Γραφείου Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου. Το 1927 η Υπηρεσία Γενικής Ασφάλειας του Κράτους καταργήθηκε και οι αρμοδιότητές της μεταβιβάστηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Εκτός από την ανάδειξη της ποικιλομορφίας των πληροφοριών που περιλαμβάνει το αρχείο του Πολιτικού Γραφείου, η παρουσίαση της διοικητικής του ιστορίας είναι απαραίτητη και για να κατανοηθεί η σημασία για την ιστορική έρευνα της επιστημονικά ορθής ταξινόμησης ενός αρχείου που διασώζει όλα αυτά τα στοιχεία που συγκροτούν το πλαίσιο παραγωγής ενός αρχείου. Το πλαίσιο παραγωγής είναι όλες αυτές οι πληροφορίες για τη διοικητική ιστορία της υπηρεσίας που παρήγαγε το αρχείο, για το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου ασκούσε τις αρμοδιότητές της, για τον τρόπο που ταξινομούσε το αρχείο της και συγκροτούσε τους φακέλους των εγγράφων. Συνήθως, οι πληροφορίες αυτές θυσιάζονται στο βωμό μαζικών ψηφιοποιήσεων και επιλεκτικών αναπαραγωγών τεκμηρίων. Ωστόσο, αγνοώντας το πλαίσιο παραγωγής ενός αρχείου ο ιστορικός δεν μπορεί να ερμηνεύσει σωστά τις πηγές του κινδυνεύοντας να «πνιγεί» στα θολά νερά ενός ψηφιακού χυλού εγγράφων.

Επιστρέφοντας από τα αρχειονομικά ζητήματα στο περιεχόμενο του αρχείου του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού, είναι προφανές από τη διοικητική του ιστορία ότι η βασική του λειτουργία ήταν, κυρίως, η διευκόλυνση της επικοινωνίας των πολιτών με τους φορείς της δημόσιας διοίκησης και η προώθηση των υποθέσεών τους. Κατά συνέπεια, ο κύριος όγκος του υλικού αποτελείται από αιτήσεις πολιτών, συλλόγων, σωματείων, ενώσεων, κοινοτήτων κ.λπ., οι οποίες διεκπεραιώνονταν από το Πολιτικό Γραφείο στα αρμόδια υπουργεία και στις υπηρεσίες, που με τη σειρά τους έστελναν τις σχετικές απαντήσεις στα αιτήματα και στις καταγγελίες αυτές. Τα αιτήματα αφορούσαν, κυρίως, διορισμούς, μεταθέσεις και προαγωγές δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών, πληρωμή αποζημιώσεων, διευκολύνσεις σε εμπόρους, εταιρείες και ιδιώτες, ενώ συχνές ήταν οι καταγγελίες για υπερβάσεις εκπροσώπων των αρχών. Ανάλογος ήταν και ο ρόλος του Γραφείου στις σχέσεις κεντρικής και τοπικής εξουσίας. Πρόεδροι κοινοτήτων, νομάρχες και γενικοί διοικητές απευθύνονταν στο Πολιτικό Γραφείο, ώστε να ασκήσουν πιέσεις στα διάφορα υπουργεία για τη λύση των προβλημάτων των περιοχών δικαιοδοσίας τους.

Βέβαια, το Πολιτικό Γραφείο αποτελούσε και τμήμα του κομματικού μηχανισμού της πολιτικής παράταξης που κάθε φορά βρισκόταν στην εξουσία, προωθώντας τις υποθέσεις των «ημετέρων» ή φροντίζοντας για την εκκαθάριση των αντιφρονούντων από τη δημόσια διοίκηση και το στράτευμα. Άλλωστε, το Πολιτικό Γραφείο ιδρύθηκε σε μια περίοδο που ο Εθνικός Διχασμός βρισκόταν στο απόγειό του. Τον Σεπτέμβριο του 1917, οπότε και ψηφίστηκε ο ιδρυτικός νόμος της υπηρεσίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος μόλις είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη επιτυγχάνοντας –με την απαραίτητη βοήθεια των συμμαχικών στρατευμάτων– την ενοποίηση του ελληνικού κράτους. Οι οπαδοί των Φιλελευθέρων ζητούσαν πλέον εκδίκηση και αποκατάσταση για τις διώξεις που υπέστησαν κατά τα «Νοεμβριανά» ή από τις φιλοβασιλικές οργανώσεις των Επιστράτων. Με τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και την ήττα του Βενιζέλου οι ρόλοι του θύτη και του θύματος αντιστράφηκαν. Οι φάκελοι του αρχείου απεικονίζουν πλήρως το κλίμα του Εθνικού Διχασμού στη χώρα.

Ποίημα προς τιμή του Ελευθερίου Βενιζέλου
Ποίημα προς τιμή του Ελευθερίου Βενιζέλου

Μπορούν, λοιπόν, να αντληθούν στοιχεία για διώξεις, εκτοπίσεις και εκκαθαρίσεις «αντιδραστικών» βενιζελικών ή βασιλοφρόνων πολιτών, υπαλλήλων, εκπαιδευτικών, στρατιωτικών κ.ά., για καταγγελίες συμμετοχής αντιβενιζελικών στο ανάθεμα του Βενιζέλου, για αποζημιώσεις πολιτών που οι περιουσίες τους καταστράφηκαν κατά τα «Νοεμβριανά» ή από ενέργειες των συμμαχικών στρατευμάτων. Τα έγγραφα του αρχείου, είτε αφορούν διώξεις εκπαιδευτικών και μαθητών επειδή σε σχολική εκδρομή στη Λευκάδα τραγουδούσαν «του αετού ο γιός» είτε είναι αναφορές της Χωροφυλακής για το κλίμα στην κηδεία του αντιβενιζελικού Σπ. Λάμπρου και στους εορτασμούς για την ονομαστική εορτή του βασιλιά Αλέξανδρου ή είναι το υπόμνημα που έστειλε ο εξόριστος στην Κορσική Δημήτριος Γούναρης στον πρωθυπουργού της Γαλλίας, παρέχουν μια ακτινογραφία της σύγκρουσης του Διχασμού, κυρίως, σε τοπικό επίπεδο και στο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης και του στρατού.

Παράλληλα, το Πολιτικό Γραφείο λειτουργούσε και ως ένα είδος μηχανισμού στήριξης της εκάστοτε κυβέρνησης και του κυβερνώντος πολιτικού κόμματος. Στο πλαίσιο αυτό πολίτες, σύλλογοι και σωματεία έστελναν τηλεγραφήματα και ψηφίσματα με τα οποία εξέφραζαν την επιδοκιμασία τους σε ενέργειες της κυβέρνησης, τη στήριξή τους στο πρόσωπο του πρωθυπουργού και του εκάστοτε καθεστώτος, αλλά και την αποδοκιμασία τους σε ενέργειες πολιτικών αντιπάλων. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των φακέλων του αρχείου με τα τηλεγραφήματα καταδίκης του «κινήματος» της Λαμίας το 1918 και της απόπειρας δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι ή με τα τηλεγραφήματα στρατιωτικών σωμάτων με τα οποία εκφράζουν την αφοσίωσή τους στον βασιλιά Κωνσταντίνο και στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Για την περίοδο μάλιστα 1917-1920 οι φάκελοι του Πολιτικού Γραφείου παρέχουν πληροφορίες για τη συγκρότηση των πολιτικών συλλόγων των Φιλελευθέρων, ενώ υπάρχει φάκελος και για το πρώτο πανελλήνιο συνέδριο των πολιτικών συλλόγων Φιλελευθέρων. Η ίδια λειτουργία του Πολιτικού Γραφείου συνεχίστηκε και μετά το 1922, συνεπώς, εντοπίζονται έγγραφα με τα οποία πολίτες, σύλλογοι και σωματεία εκφράζουν τη στήριξή τους στην Επανάσταση του 1922, την καταδίκη του κινήματος Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη, τη στήριξη τoυ καθεστώτος Παγκάλου κ.ά. Υπάρχουν, ακόμη, φάκελοι με τηλεγραφήματα υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, συγχαρητηρίων για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό τον Απρίλιο του 1924 καθώς και με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος. Οι εκκαθαρίσεις βεβαίως σε κρατικό μηχανισμό και στράτευμα συνεχίστηκαν και κατά τα έτη 1922-1928, σε μία περίοδο συνεχών στρατιωτικών κινημάτων και κυβερνητικών εναλλαγών, γεγονός που αποτυπώνεται και στο υλικό του αρχείου. Άλλωστε οι εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό αφορούσαν και το προσωπικό του Πολιτικού Γραφείου.

Επιπλέον, το Πολιτικό Γραφείο λειτουργώντας επικουρικά στο έργο του πρωθυπουργού διεκπεραίωνε και υποθέσεις που σχετίζονταν με την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους. Έτσι, στο αρχείο έχουν διασωθεί σημαντικά έγγραφα που σκιαγραφούν τις ενέργειες της ελληνικής διπλωματίας, ιδιαίτερα της περιόδου 1917-1923, όπως ο φάκελος με υποστηρικτικά στοιχεία των εθνικών διεκδικήσεων που χρησιμοποίησε η ελληνική διπλωματική αποστολή στις διαπραγματεύσεις στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι.

Η άλλη όψη του Εθνικού Διχασμού
Η άλλη όψη του Εθνικού Διχασμού

Το Πολιτικό Γραφείο ήταν, επίσης, μέρος του μηχανισμού στήριξης των διεκδικήσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται φάκελοι του αρχείου, όπως για παράδειγμα, εκείνοι που συγκεντρώνουν αναφορές και ψηφίσματα μητροπόλεων, κοινοτήτων, συλλόγων, του Εθνικού Συμβούλιου του Πόντου κ.ά. που δίνουν στατιστικά στοιχεία για τον ελληνικό πληθυσμό στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Θράκη, καταγράφουν τους διωγμούς του ελληνικού πληθυσμού από τον Κεμάλ και τους Νεότουρκους και εκφράζουν την επιθυμία της ένωσης με την Ελλάδα. Υπάρχουν, ακόμη, φάκελοι με τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας για τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς τον Αύγουστο του 1923 ή την απέλαση του Οικουμενικού Πατριάρχη από την τουρκική κυβέρνηση το 1925.

Η υπηρεσία του Πολιτικού Γραφείου συγκέντρωνε και πληροφορίες που αφορούσαν τις επιχειρήσεις και την οργάνωση του ελληνικού στρατεύματος, αλλά και την εσωτερική ασφάλεια της χώρας. Έτσι, υπάρχουν φάκελοι με πληροφορίες για τις επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία με χάρτες διάταξης των ελληνικών, συμμαχικών και εχθρικών στρατευμάτων, με πληροφορίες για τα προβλήματα επιμελητείας και τις επαφές με τους Συμμάχους για την αναδιοργάνωση του ελληνικού Στρατού. Βέβαια, ο κύριος όγκος του υλικού δεν αφορά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά λιγότερο ένδοξα ζητήματα, όπως επιστολές συγγενών αγνοουμένων στρατιωτών, τα κρούσματα λιποταξίας και τις δυσκολίες διενέργειας επιστράτευσης από τη βενιζελική κυβέρνηση, τις στρατιωτικές επιτάξεις κ.λπ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι φάκελοι εκείνοι που συγκεντρώνουν πληροφορίες για τη δράση κομμουνιστικών ομάδων, αντιφρονούντων, μειονοτικών πληθυσμών και κάθε είδους προπαγάνδας στο εσωτερικό της χώρας. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, μετά το 1923 στο πλαίσιο του Πολιτικού Γραφείου λειτουργούσαν υπηρεσίες που αποτελούσαν στην ουσία τους προδρόμους της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, όπως η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού και η Υπηρεσία Γενικής Ασφάλειας του Κράτους. Η ενασχόληση με ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας και η προσπάθεια προάσπισης του κοινωνικού καθεστώτος από τον κομμουνισμό και τα εργατικά κινήματα διασώζουν στα έγγραφα του αρχείου σημαντικά στοιχεία για τη δράση και την πολιτική σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών ομάδων, εργατικών ενώσεων και συνδικάτων, ενώ δίνουν μια εικόνα για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και για την πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στην εργατική τάξη και την πολιτική της εκπροσώπηση. 

Προκήρυξη του ΚΚΕ
Προκήρυξη του ΚΚΕ

Στο αρχείο περιλαμβάνονται σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά έντυπα, προκηρύξεις του ΚΚΕ, ψηφίσματα και υπομνήματα της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, εργατικών κέντρων, συνδικάτων, σωματείων και άλλο παρόμοιο υλικό. Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του υλικού συγκεντρώνονταν από τις αρχές ασφαλείας με σκοπό την αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου» και στο πλαίσιο αυτό οι σχετικοί φάκελοι περιλαμβάνουν έγγραφα με λίστες επικίνδυνων κομμουνιστών, σχέδια αντιμετώπισης του κομμουνισμού, απεργοσπαστικά σχέδια κ.λπ. Για την περίοδο 1917-1920 το αρχείο περιλαμβάνει στοιχεία για τη βενιζελική πολιτική απέναντι στην εργατική τάξη και την αντίδραση της τελευταίας, αλλά και έγγραφα για την προσπάθεια του Βενιζέλου να προσεγγίσει τους Έλληνες σοσιαλιστές με σκοπό την υποστήριξη της εξωτερικής του πολιτικής στα διεθνή φόρουμ, όπως στο Διεθνές Εργατικό και Σοσιαλιστικό Συνέδριο στο Λονδίνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Πολιτικό Γραφείο, ως δέκτης διεκδικήσεων δικαιωμάτων και ελευθεριών από διάφορες ομάδες πολιτών, διασώζει στους φακέλους του αρχείου του πληροφορίες για το φεμινιστικό κίνημα του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, όπως ψηφίσματα του 1928 του «Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός».

Πολιτικό Γραφείο 6-1Για τον κρατικό μηχανισμό η εσωτερική ασφάλεια την περίοδο 1917-1928 δεν απειλούνταν μόνο από την κομμουνιστική ιδεολογία και τις εργατικές κινητοποιήσεις, αλλά και από την ύπαρξη και δράση μειονοτικών ομάδων εντός της ελληνικής επικράτειας. Συνεπώς, οι φάκελοι του αρχείου περιλαμβάνουν υπηρεσιακές αναφορές διοικητικών, στρατιωτικών και αστυνομικών αρχών, αλλά και υπομνήματα μειονοτικών κοινοτήτων ή βουλευτών που φωτίζουν την πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι σε μουσουλμάνους, σλαβόφωνους, βλαχόφωνους και Εβραίους. Από το υπόλοιπο υλικό του αρχείου, σημαντικά στοιχεία μπορούν να αντληθούν, επίσης, για το προσφυγικό ζήτημα τόσο πριν όσο και μετά το 1922. Για την πριν από το 1922 περίοδο οι φάκελοι του Πολιτικού Γραφείου αποτυπώνουν τις προσπάθειες του συσταθέντος το 1917 Υπουργείου Περιθάλψεως για τη στέγαση, περίθαλψη και παλιννόστηση του προσφυγικού πληθυσμού. Ανάμεσα στα υπηρεσιακά έγγραφα και στις αιτήσεις των προσφύγων υπάρχουν και εκθέσεις του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως Νίκου Καζαντζάκη σχετικά με την κατάσταση του ελληνικού πληθυσμού στον Καύκασο και την οργάνωση της περίθαλψης και αποκατάστασης των προσφύγων σε Μικρά Ασία, Θράκη και Πόντο. Για την περίοδο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το έργο της αγροτικής ή αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, ο πόνος του χαμού των συγγενών τους και η εχθρική διάθεση των ντόπιων απέναντί τους είναι ζητήματα που διαπερνούν το υλικό του αρχείου, όπως φαίνεται από τους φακέλους της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων ή της Ανώτατης Διεύθυνσης Προσφύγων, την πληθώρα υπομνημάτων προσφυγικών οργανώσεων ή τον φάκελο αναφορικά με την αιματηρή σύγκρουση προσφύγων και ντόπιων στο Κιούπ Κιοΐ (Πρώτη) Σερρών το 1924. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στους φακέλους με αιτήσεις συγγενών Ελλήνων στρατιωτών και προσφύγων με τις οποίες ζητούσαν πληροφορίες για την τύχη των δικών τους που δεν είχαν επιστρέψει από τη Μικρά Ασία.

Όπως αναφέρθηκε, το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού περιλαμβάνει στους φακέλους του υλικό σχεδόν για όλες τις πτυχές της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της χώρας την περίοδο 1917-1928. Στους φακέλους του αρχείου υπάρχουν πληροφορίες για την αγροτική πολιτική και τις απαλλοτριώσεις τσιφλικιών, για τα ζητήματα που σχετίζονται με το εμπόριο, τη βιομηχανία, την ανάπτυξη των μεταφορών, τους δασμούς, για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, τους σχεδιασμούς στην εκπαίδευση, τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού και για πλήθος άλλα ζητήματα πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και τοπικής ιστορίας.

Εκείνο, σίγουρα, που χαρακτηρίζει το σύνολο του αρχείου είναι η σχέση του Έλληνα πολίτη με τους πολιτικούς, από την οπτική όμως του πολίτη που καταφεύγει στο Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού για να βρει λύση στα προβλήματά του. Ο πολίτης μη έχοντας εμπιστοσύνη στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού αναζητεί «μεσάζοντες», διαμεσολαβητές για να προωθήσει την υπόθεσή του απευθυνόμενος στον πρωθυπουργό, τους υπουργούς ή τους βουλευτές αναγνωρίζοντας τους τον ρόλο του πάτρωνα και διαχωρίζοντας τους – κατά περίεργο τρόπο – από το «ανάλγητο» κράτος. Ίσως, ο κόσμος αυτός των αιτήσεων και των υπομνημάτων να είναι μία σημαντική πηγή για την ιστορία του πολιτικού πολιτισμού μας.

Το αρχείο του Πολιτικού Γραφείου είναι ανοικτό σε κάθε ερευνητική αναδίφηση, σε κάθε ερευνητικό ενδιαφέρον, σε κάθε οπτική για τις οποίες δεν δόθηκαν πληροφορίες στο άρθρο αυτό –και ούτε θα ήταν δυνατόν να δοθούν. Πάντως, ας σημειωθεί, ότι το αρχείο και το έγγραφο από μόνο του δεν γράφει Ιστορία, χρειάζονται να τεθούν και οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις, οι διαφορετικές οπτικές, το γενικότερο πλαίσιο.

Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Κατέχει τη θέση αρχειονόμου στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Με αυτή την ιδιότητα προέβη στην ταξινόμηση του αρχείου του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού και στη σύνταξη του σχετικού ευρετηρίου.
Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Κατέχει τη θέση αρχειονόμου στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Με αυτή την ιδιότητα προέβη στην ταξινόμηση του αρχείου του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού και στη σύνταξη του σχετικού ευρετηρίου.

Read More

Ψηφιδωτό με παράσταση κυνηγιού λιονταριού, που διακοσμούσε το δάπεδο πολυτελούς οικίας. Ύστερος                                                                                                                                               4ος αι. π.Χ.

Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη – Ιωάννης Μ.Ακαμάτης: ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΕΛΛΑΣ

Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη  – Ιωάννης Μ.Ακαμάτης

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΠΕΛΛΑΣ 

 

Η διαδικασία ανέγερσης μουσείου στην Πέλλα χρονολογείται από τη δεκαετία του ΄60, καθώς το μεγάλο πλήθος και η σπουδαιότητα  των ευρημάτων της πρώτης ανασκαφικής  περιόδου (1957-1963) έκανε επιτακτική την ανάγκη της στέγασης και προβολής τους. Παρ’ όλες ωστόσο τις διαρκείς προσπάθειες της αρχαιολογικής υπηρεσίας, την πίεση των τοπικών φορέων και τις συνεχείς διεργασίες από τις αρμόδιες Διευθύνσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, το μουσείο της Πέλλας αντιμετωπίσθηκε ουσιαστικά με άμεση προοπτική υλοποίησης στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, όταν άρχισε η συστηματική ανάδειξη των αρχαιοτήτων του ελληνικού χώρου, μέσω προγραμμάτων ενισχυμένων από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ως το 1973, τα ανασκαφικά ευρήματα, που συνεχώς βέβαια αυξάνονταν με τη συνέχιση των ανασκαφών, στεγάζονταν σε ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο και από το 1973 ως το 2009 σε ένα κτίριο 400 τμ, που είχε αναγερθεί για να χρησιμοποιηθεί ως τουριστικό περίπτερο. Ήταν ένας χώρος περιορισμένος, χωρίς μουσειακές προδιαγραφές, που διατηρήθηκε επισκέψιμος για 36 χρόνια με συνεχείς κτιριακές επισκευές και διαρκείς επανεκθετικές εργασίες, έτσι ώστε το σύνολο να είναι αποδεκτό αισθητικά και να εξυπηρετεί το στόχο του, δηλ. την προστασία και προβολή των εκτεθειμένων αντικειμένων.      

Την περίοδο 1996-2000 εκπονήθηκε και εγκρίθηκε το σύνολο των μελετών του μουσειακού κτιρίου, βάσει συγκεκριμένου κτιριολογικού προγράμματος. Η  κατασκευή του μουσείου, με ανάθεση του έργου σε σύμπραξη τεχνικών εταιρειών μετά από δημόσιο διαγωνισμό, άρχισε τον Απρίλιο του 2006, με την επίβλεψη της Δ/νσης Εκτέλεσης Έργων Μουσείων του Υπουργείου Πολιτισμού και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2009. Η τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων (τότε ΙΖ΄ ΕΠΚΑ), με τη διεύθυνση τότε της Μ. Λιλιμπάκη-Ακαμάτη, ανέλαβε την οργάνωση της έκθεσης του μουσείου με την εκπόνηση της  μουσειολογικής και  μουσειογραφικής μελέτης, και την υλοποίησή της την περίοδο Μάρτιος- Σεπτέμβριος του 2009. Έτσι, το νέο αρχαιολογικό μουσείο της Πέλλας λειτουργεί πλέον κανονικά από τις 22/9/2009.  Η κατασκευή του κτιρίου και η οργάνωση της έκθεσης ενισχύθηκαν οικονομικά από το Γ΄ΚΠΣ, ενώ οι εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, που υλοποιήθηκαν την περίοδο 2010-2015, από το ΕΣΠΑ.  

Παρά τη μακριά περίοδο αγώνων για την επίτευξη της υλοποίησης του έργου, η κατασκευή του κτιρίου και η οργάνωση της έκθεσης ολοκληρώθηκαν τάχιστα, χάρις στην πληρότητα των μελετών, την τεχνογνωσία και επάρκεια των τεχνικών εταιρειών που ανέλαβαν τις οικοδομικές εργασίες, την εξαιρετική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών του Υπουργείου,  αλλά και το ζήλο και την ακατάπαυστη εργασία του προσωπικού πολλών ειδικοτήτων της τοπικής αρχαιολογικής υπηρεσίας και των εξωτερικών συνεργατών. Σημαντικός παράγοντας της απρόσκοπτης υλοποίησης υπήρξε, ακόμα,  η  συνεργασία των βασικών συντελεστών από την εποχή  εκπόνησης του κτιριολογικού προγράμματος ως την ολοκλήρωση του έργου.  Έτσι, το μουσείο της Πέλλας προγραμματίσθηκε και σχεδιάσθηκε για να λειτουργήσει με τις συγκεκριμένες θεματικές ενότητες της σημερινής έκθεσης, χωρίς να απαιτηθούν  χωροταξικές ή τεχνικές διαφοροποιήσεις τους κατά την οργάνωσή της.

 ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ

Ο σχεδιασμός του νέου μουσείου της Πέλλας στηρίχθηκε σε δυο συνιστώσες: στην ένταξη του κτιρίου μέσα στον αρχαιολογικό χώρο και στην ανάδειξη της αρχαίας πόλης  μέσα σε ένα σύγχρονο οικοδόμημα. Οι δυο αυτοί παράγοντες οδήγησαν στην αναζήτηση  μορφών, μέσα από τις οποίες να προβάλλεται η σημαντικότητα του χώρου με διακριτικό τρόπο και σεβασμό στο χαρακτήρα του. Αλλά καθώς το μουσείο δρα και στο ευρύτερο περιβάλλον του σαν πόλος έλξης πολιτισμού, έπρεπε να δημιουργηθούν, σε συνάρτηση με την ανάδειξη και ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Πέλλας και της περιοχής της, ένας πυρήνας δραστηριοτήτων με αναπτυξιακές, μορφωτικές και πολιτιστικές διαστάσεις. Βασικά στοιχεία της κτιριακής σύνθεσης, που δημιούργησαν ο αρχιτέκτονας Κ. Σκρουμπέλος και οι συνεργάτες του, κατανοώντας απόλυτα τις βασικές αρχές του κτιριολογικού προγράμματος που έθεσαν οι συνεργάτες αρχαιολόγοι, υπήρξαν:

Α. H βύθιση του κτιρίου στο έδαφος, έτσι ώστε να αποτελεί αναδυόμενο τμήμα του και να έχει το χαρακτήρα ευρήματος.

Β. Ένα τμήμα κύκλου ίδιας φοράς με τις καμπύλες της μορφολογίας του εδάφους.

Γ. Η επανάληψη όμοιων κύκλων, που με τη μετατόπισή τους υποδεικνύουν το ξεκίνημα μιας πορείας με δυνατότητες επεκτασιμότητας.

Δ. Η αισθητική ερμηνεία του ανοικτού χώρου της έκθεσης ως αρχαιολογικού χώρου, διαιρεμένου κάθετα και οριζόντια, παραπέμποντας στο πολεοδομικό σύστημα της αρχαίας πόλης.

Ε. Η πλήρης εποπτικότητα του εκθεσιακού χώρου με μια ανοδική πορεία, που παραπέμπει στην περιήγηση του επισκέπτη στον αρχαιολογικό χώρο.

ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΕΛΛΑΣ-ΑΕΡΟΦ
Το Μουσείο της Πέλλας – αεροφωτογραφία.

 Το μουσείο της Πέλλας, έκτασης 6.000 τμ.,  βρίσκεται στις νοτιοανατολικές υπώρειες του λόφου του ανακτόρου, στο βορειοανατολικό τμήμα του επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου, σε άμεση γειτνίαση με το σύγχρονο οικισμό ανατολικά. Η ανασκαμμένη αρχαία πόλη, ο σύγχρονος οικισμός, η αγροτική κατάτμηση της περιοχής και η μορφολογία του εδάφους αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής σύλληψης, που αποβλέπει στο να δημιουργήσει ένα κτίριο σύγχρονο,  στο οποίο να αποτυπώνεται η ιστορία του χώρου και να προβάλλεται πολυδιάστατα η ανθρώπινη δραστηριότητα. Το κτίριο έχει έναν ήπιο χαρακτήρα μορφολογικά, ώστε να μην ανταγωνίζεται τον αρχαιολογικό χώρο, μέσα στον οποίο είναι ενταγμένο. Βυθίζεται στο έδαφος, μέσα από το οποίο αναδύεται, με περίγραμμα που ακολουθεί τις καμπύλες του εδαφολογικού αναγλύφου.  Απλότητα χαρακτηριζει τις λειτουργικές ενότητες, που εξυπηρετούν τις ανάγκες μιας σύγχρονης παραγωγικής μονάδας χωρίς να αποπρασανατολίζονται οι χρήστες της, ενώ με ακρίβεια και σαφήνεια καθορίζεται η βασική κίνηση των επισκεπτών στις εκθεσιακές ενότητες, ώστε να εξασφαλίζεται η σωστή παρατήρηση και η κατανόηση των ευρημάτων. Το μουσειακό κτίριο, εκτός του εκθεσιακού χώρου, διαθέτει αίθουσα πολλαπλών χρήσεων-εκπαιδευτικών προγραμμάτων, πωλητήριο εκδόσεων και αντιγράφων αρχαίων αντικειμένων, αναψυκτήριο, εργαστηριακούς, αποθηκευτικούς και χώρους διοίκησης.

Η ΕΚΘΕΣΗ   

Στο μουσείο της αρχαίας Πέλλας , που αποτελεί τη φυσική κατάληξη του επισκέπτη, μετά την περιοδεία του στον αρχαιολογικό χώρο, έχει κανείς τη δυνατότητα να ανασυνθέσει τα αρχαιολογικά στοιχεία που του παρείχαν τα μνημεία του χώρου και να κατανοήσει τις ποικίλες πτυχές της καθημερινής, αλλά και της δημόσιας ζωής της μακεδονικής πρωτεύουσας. Η έκθεση, έκτασης 2.000 τμ. περίπου,  μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μια μικρογραφία του αρχαιολογικού χώρου, γι’ αυτό και οι θεματικές ενότητες εναρμονίζονται με τους ανασκαφικούς τομείς, χωρίς να είναι αποκομμένες η μια από την άλλη. Καθώς είναι χωροθετημένες σε διαφορετικά επίπεδα, που αντιστοιχούν στο εδαφικό ανάγλυφο της περιοχής, εξασφαλίζεται η συνεχής οπτική επαφή του επισκέπτη με όλες σχεδόν τις  ενότητες, αλλά και τον ίδιο τον αρχαιολογικό χώρο, μέσω των ανοιγμάτων-παραθύρων του κτιρίου. Τη λιτή αρχιτεκτονική μορφή του κτιρίου ακολουθεί και ο λιτός χρωματισμός του, με τη χρήση κυρίως του λευκού και του σκούρου γκρίζου. Παρόμοιο διακριτικό χρωματισμό έχουν και όλες οι σύγχρονες κατασκευές στο εσωτερικό του κτιρίου, ώστε ο επισκέπτης να επικεντρώνεται στα αρχαία αντικείμενα, χωρίς να διασπάται η προσοχή του στο περιβάλλον τους. Έτσι, και οι προθήκες εντοιχισμένες ή προσαρμοσμένες στις βαθμίδες διάκρισης των επιπέδων, ενσωματώνονται στο κτίριο και δε δεσπόζουν στο χώρο. Το εποπτικό υλικό παρατίθεται σε μεγάλους πίνακες, αναρτημένους στους τοίχους, με σύντομα δίγλωσσα κείμενα, σχέδια και φωτογραφίες. Στο εσωτερικό των προθηκών κρίθηκε σκόπιμο να υπάρχουν μόνο πινακίδες ταύτισης των αντικειμένων και μικρός μόνο αριθμός φωτογραφιών, που διευκολύνουν την κατανόηση συγκεκριμένων ευρημάτων, χωρίς να δεσπόζουν στην παρουσίαση του εσωτερικού της προθήκης αποσπώντας την προσοχή του επισκέπτη από το αρχαίο αντικείμενο. Στο χώρο υποδοχής του κτιρίου ο επισκέπτης ενημερώνεται για τη θέση του μουσείου και την πορεία του στον εκθεσιακό χώρο, αλλά και γενικότερα για τον αρχαιολογικό χώρο και το μουσείο της Πέλλας, παρακολουθώντας δυο σύντομες ταινίες με αγγλικούς υποτίτλους.

 

  Μαρμάρινη κεφαλή που αποδίδεται στον Μ.  Αλέξανδρο. Τέλος  4ου αι. π.Χ.
Μαρμάρινη κεφαλή που αποδίδεται στον Μ.  Αλέξανδρο. Τέλος  4ου αι. π.Χ.

Τον επισκέπτη υποδέχεται στον εκθεσιακό χώρο η μαρμάρινη κεφαλή του Αλεξάνδρου Γ΄, συνοδευόμενη από χάρτη της κοσμοκρατορίας του και πίνακες με τη μορφή του διαχρονικά μέσα από έργα τέχνης.  Στην ενότητα της ενημέρωσης παρέχονται  με κείμενα, φωτογραφίες, χάρτες, σχέδια και μια μεγάλη μακέτα του αρχαιολογικού χώρου με ηλεκτρονική σήμανση των ανασκαμμένων τομέων της πόλης, τα απαραίτητα στοιχεία για την γνωριμία με την Πέλλα: τη γεωμορφολογική εξέλιξη της περιοχής, ιστορικά στοιχεία για την πόλη και τις ανασκαφές, για το πολεοδομικό σύστημα και τις οχυρώσεις. Την ταυτότητα της πόλης βεβαιώνουν ενεπίγραφες κεραμίδες οροφής με το όνομά της (ΠΕΛΛΗΣ), ενώ τις ιστορικές της φάσεις εκπροσωπούν επιλεγμένα νομίσματα από τις ανασκαφές διαφόρων χώρων, κοπές μακεδόνων βασιλέων, αλλά και των χρόνων μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση του 168/167 π.Χ.  Προχωρώντας προς τον κυρίως εκθεσιακό χώρο, ο επισκέπτης διέρχεται βόρεια ενός ορθογώνιου αιθρίου, φραγμένου με υαλοστάσια περιμετρικά, που αποτελεί αναφορά στην κεντρική περίστυλη αυλή των οικιών της Πέλλας. Εδώ εκτίθενται. προστατευμένα από ελαφριά στέγαστρα από μέταλλο και γυαλί, αρχιτεκτονικά μέλη, επιτύμβιες στήλες και ένα ψηφιδωτό δάπεδο με φυτική διακόσμηση. Πριν από την είσοδό του στις κύριες θεματικές ενότητες  ο επισκέπτης αντικρίζει ακόμα ένα γλυπτό που ταυτίζεται με τον Αλέξανδρο Γ΄,  με τα χαρακτηριστικά κέρατα του Πάνα στο κεφάλι παραπέμποντας στην διαδεδομένη λατρεία του θεού των δασών στην Πέλλα. 

Α.  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

Η πρώτη θεματική ενότητα του κυρίως εκθεσιακού χώρου αναφέρεται στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Πέλλας. Την είσοδο στην ενότητα υποδεικνύει η αποκατάσταση ξύλινης θύρας με προσαρμοσμένες επάνω της χάλκινες εφηλίδες (καρφιά) θυρών, που έχουν βρεθεί σε ανασκαφές κατοικιών. Κύρια εκθέματα της ενότητας αποτελούν τα ψηφιδωτά δάπεδα των οικιών του Διονύσου και της Ελένης.  Στη θέση των ψηφιδωτών της οικίας της Ελένης υπάρχουν σήμερα ψηφιακές φωτογραφίες σε κλίμακα 1/1, καθώς δεν έχει γίνει ακόμα η αποκόλληση των πρωτοτύπων από τη θέση τους στον αρχαιολογικό χώρο, όπου υπήρχε πρόβλεψη να τοποθετηθούν αντίγραφα, μετά τη μεταφορά των πρωτοτύπων στο μουσείο. Τα πρωτότυπα ψηφιδωτά, στο δάπεδο του μουσείου, περιβάλλονται από ψηφίδες όμοιες σε μέγεθος, χρωματισμό και τοποθέτηση με τις αρχαίες, βαλμένες πάνω σε στρώμα στερεοποιημένου άμμου, μια τοποθέτηση αναστρέψιμη, που δεν εμποδίζει μια διαφορετική παρουσίαση στο  μέλλον. Τα ψηφιδωτά της Πέλλας, κατασκευασμένα από φυσικές ψηφίδες, έργα οργανωμένων εργαστηρίων ψηφιδωτών της πόλης, αποτελούν σημαντικά δείγματα της πολυτέλειας των εσωτερικών χώρων των πλούσιων κατοικιών.

Ψηφιδωτό Διονύσου πάνω σε πάνθηρα, που διακοσμούσε το δάπεδο πολυτελούς οικίας. Ύστερος 4ος αι. π.Χ.
Ψηφιδωτό Διονύσου πάνω σε πάνθηρα, που διακοσμούσε το δάπεδο πολυτελούς οικίας.
Ύστερος 4ος αι. π.Χ.
 Ψηφιδωτό με παράσταση κυνηγιού λιονταριού, που διακοσμούσε το δάπεδο πολυτελούς οικίας. Ύστερος 4ος αι. π.Χ.
Ψηφιδωτό με παράσταση κυνηγιού λιονταριού, που διακοσμούσε το δάπεδο πολυτελούς οικίας. Ύστερος 4ος αι. π.Χ.

Η αποκατεστημένη χρωματική διακόσμηση του βόρειου τοίχου  αίθουσας της λεγόμενης οικίας των κονιαμάτων, ύψους 5 μ., δεσπόζει στο βόρειο τμήμα της θεματικής αυτής ενότητας, αναδεικνύοντας τη μεγαλοπρεπή εσωτερική διακόσμηση των κατοικιών. Η διακόσμηση αυτή, με απεικόνιση της διόροφης πρόσοψης σπιτού με τα τυπικά δομικά της στοιχεία, βεβαιώνει ότι η μορφή αυτής της τρισδιάστατης αρχιτεκτονικής απόδοσης με  χρωματιστά κονιάματα, γνωστή ως α΄ Πομπηιανό στυλ, ήταν διαδεδομένη στην Πέλλα.

Οικία κονιαμάτων. Μέρος αποκατεστημένης διακόσμησης τοίχου με αρχιτεκτονικά στοιχεία κατά το λεγόμενο δεύτερο πομπηιανό στιλ.
Οικία κονιαμάτων. Μέρος αποκατεστημένης διακόσμησης τοίχου με αρχιτεκτονικά στοιχεία κατά το λεγόμενο δεύτερο πομπηιανό στιλ. 

Στον 3ο αι. π.Χ, για την κατανόηση της μορφής και της λειτουργίας των κατοικιών υπάρχουν αποκαταστάσεις διαφόρων επίπλων [συμποσιακή κλίνη, δίφρος, κυλικείο (πιατοθήκη)], καθώς  και οι μακέτες των οικιών του Διονύσου και της Ελένης. Στην ανατολική πλευρά της ενότητας, προς το αίθριο, εκτίθενται οι επιστέψεις λίθινων κιόνων και πεσσοκιόνων, στοιχεία των στοών που περιέβαλλαν τις κεντρικές αυλές, καθώς και τμήματα κεραμώσεων της οροφής των κτιρίων.  Ελεύθερα εκτίθενται ένα χάλκινο πύραυνο (μαγγάλι),  μαρμάρινο αγαλμάτιο ιππέα,  λίθινη πλάκα τραπεζιού με εγχάρακτη φυτική και γεωμετρική διακόσμηση και χάλκινο αγαλμάτιο του θεού Ποσειδώνα, του γνωστού λυσιππικού τύπου του Μουσείου του Λατερανού, ευρήματα οικιακού ιερού τα δυο τελευταία. 

Στις προθήκες  της ενότητας αυτής  παρουσιάζονται ανασκαφικά ευρήματα που παρέχουν πλήθος στοιχείων για τη δομή και τη λειτουργία των χώρων των κατοικιών, τον εξοπλισμό τους, την καθημερινή ζωή των ενοίκων τους, την ένδυση, τον καλλωπισμό, τις ασχολίες τους, την άθληση, την εκπαίδευση, τη διασκέδαση, τις λατρευτικές τελετές στα οικιακά ιερά. Τα  εκτεθειμένα ευρήματα, λατρευτικά ειδώλια και  αγαλμάτια,  δομικά και διακοσμητικά αντικείμενα, επιπλώσεις, χρηστικά σκεύη, συνθέτουν την εικόνα ενός ποικιλόμορφου εξοπλισμού, σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά πολυτελούς, ο οποίος μαζί με τα υπόλοιπα ανασκαφικά στοιχεία, βεβαιώνει την ύπαρξη μιας πολύπλευρης τεχνογνωσίας, αλλά και το ιδιαίτερα υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της Πέλλας.

 Β. Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΖΩΗ

 Η δεύτερη θεματική ενότητα έχει ως αντικείμενο τη δημόσια ζωή στην Πέλλα με ευρήματα κυρίως από την Αγορά, η ανασκαφική έρευνα της οποίας διεξάγεται από το ΑΠΘ με τη διεύθυνση του καθηγητή Ι. Ακαμάτη, ο οποίος είχε και την ευθύνη της οργάνωσης αυτής της εκθεσιακής ενότητας. Τα ευρήματα, που εκτίθενται εδώ, σχετίζονται με τους διοικητικούς θεσμούς, τις παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες της πόλης. 

Την αρχιτεκτονική μορφή του συγκροτήματος της Αγοράς απεικονίζει μακέτα στην είσοδο της ενότητας.  Πήλινα σφραγίσματα δημόσιων εγγράφων, προερχόμενα από το δημόσιο αρχείο της πόλης, γραφίδες και μελανοδοχεία, επίσημα μεταλλικά βάρη, νομισματικοί θησαυροί και νομίσματα των ανασκαφών της Αγοράς (μακεδόνων βασιλέων, ελληνικών πόλεων, ρωμαιοκρατίας), επιγραφές και δείγματα μνημειακής πλαστικής (τμήματα χάλκινων και μαρμάρινων αγαλμάτων και αναγλύφων ) παρέχουν σημαντικά στοιχεία  για την διοίκηση και την οικονομία. Οι επιγραφές σε πήλινα σφραγίσματα (ΠΕΛΛΗΣ ΠΟΛΙΤΑΡΧΩΝ, ΠΕΛΛΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ κ.ά.) βεβαιώνουν την ύπαρξη συγκεκριμένων διοικητικών αξιωματούχων στην πόλη, αλλά και τις ποικίλες δραστηριότητες του συγκροτήματος της Αγοράς. Η αναφορά στα σφραγίσματα αυτά ονομάτων πόλεων και των αξιωματούχων τους, υποδεικνύει  επικοινωνιακές σχέσεις της Πέλλας με άλλες ελληνικές πόλεις, ενώ η απεικόνιση θεοτήτων παρέχει στοιχεία για τις υπάρχουσες λατρείες.  Ονόματα 6 πολιταρχών αναγράφονται σε λίθινη πλάκα που βρέθηκε στη βόρεια πτέρυγα της Αγοράς, στην οποία βρισκόταν η έδρα αυτών των αρχόντων, ενώ τη λατρεία του Ερμή Αγοραίου, προστάτη του εμπορίου, μαρτυρά η επιγραφή σε  βάση αναθήματος που αφιέρωσε στο θεό ο Ρωμαίος Γάιος Φικτώριος, ο επικαλούμενος Αλέξανδρος (τέλος 2ου αι. π.Χ.).

Αποκατάσταση καταστήματος της αρχαίας αγοράς στο εσωτερικό του μουσείου, με το σύνολο των ευρημάτων, όπως βρέθηκαν στην ανασκαφή, μετά από σεισμική καταστροφή στις αρχές του 1ου αι. π.Χ.
Αποκατάσταση καταστήματος της αρχαίας αγοράς στο εσωτερικό του μουσείου, με το σύνολο των ευρημάτων, όπως βρέθηκαν στην ανασκαφή, μετά από σεισμική καταστροφή στις αρχές του 1ου αι. π.Χ.

Τις εμπορικές δραστηριότητες της πόλης μαρτυρούν οξυπύθμενοι αμφορείς, οι ενσφράγιστες λαβές των οποίων βεβαιώνουν στενές εμπορικές σχέσεις της Πέλλας με τη Θάσο, τη Ρόδο, την Κόρινθο, την Κνίδο, την Κω, την Πάρο, τη Σινώπη, την Αφρική, την  Ιταλική Χερσόνησο και την Ιβηρική Χερσόνησο. Τις ευρύτατες παραγωγικές δραστηριότητες υποδεικνύει το πλήθος των πήλινων αγγείων και ειδωλίων, που βρέθηκαν σε εργαστήρια – καταστήματα της Αγοράς, στα στρώματα καταστροφής, αλλά και σε  πηγάδια-αποθέτες.  Αγγεία του στρώματος καταστροφής ενός καταστήματος πώλησης κεραμικής εκτίθενται, όπως βρέθηκαν στην ανασκαφή, σε αναπαράσταση του χώρου στο νότιο τμήμα της ενότητας.  Την ιδιαίτερα σημαντική  παραγωγή στην Αγορά της Πέλλας ανάγλυφων αγγείων, δηλώνει η έκθεση μεγάλου αριθμού μητρών για την κατασκευή ανάγλυφων σκύφων σε κεντρική προθήκη της ενότητας, διακοσμημένες με φυτικά θέματα, εμπνευσμένα από την καθημερινή  ζωή, τη λογοτεχνία, θεατρικά έργα, τη μυθολογία, που μαρτυρούν την εξοικείωση των κατοίκων με την προφορική και γραπτή παράδοση, αλλά και τη θεατρική τέχνη. Ανάλογη με την κεραμική παραγωγή ήταν στην Αγορά της Πέλλας και η παραγωγή πήλινων ειδωλίων. Στα εργαστήρια κοροπλαστικής της Αγοράς, αλλά και σε άλλα εργαστήρια της πόλης, βρέθηκε ένας πολύ μεγάλος αριθμός μητρών για την κατασκευή ειδωλίων. Ορισμένες από αυτές και τα παράγωγά τους εκτίθενται στην ενότητα αυτή, καθώς και τα σύνεργα των τεχνιτών (π.χ. παλέτα με υπολείμματα χρωμάτων) . Την ύπαρξη, τέλος, εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας μαρτυρούν εκτεθειμένα ευρήματα, που αποτελούν μέρος του εξοπλισμού τους (π.χ. μήτρες για την κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων), αλλά και υπολείμματα εργαστηριακών καταλοίπων (χαλκού, σιδήρου, μολύβδου, αργύρου κλπ.).

Γ. ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΛΑΤΡΕΙΕΣ

  Στην τρίτη θεματική ενότητα της έκθεσης εκτίθενται ευρήματα των ιερών της Πέλλας και παρέχονται πληροφορίες για τους λατρευόμενους θεούς, αλλά και την οργάνωση και  λειτουργία των θρησκευτικών κτιρίων. Στο δάπεδο είναι εκτεθειμένα δυο ψηφιδωτά τοποθετημένα στο δάπεδο,  των αρχών του 3ου αι. π.Χ., από κτίρια της περιοχής του ιερού του Δάρρωνος, τοπικού θεραπευτή θεού, που η λατρεία του επιβεβαιώθηκε για πρώτη φορά επιγραφικά στην Πέλλα. Την είσοδο στην ενότητα σηματοδοτεί το ψηφιδωτό της Κενταυρίνας, που σπένδει μπροστά στο άνοιγμα μιας σπηλιάς. Το ψηφιδωτό αυτό ήταν τοποθετημένο μπροστά από το κατώφλι μιας αίθουσας παροχής γευμάτων σε κτίριο που έχει ερμηνευθεί ως εστιατόριο Το άλλο ψηφιδωτό, που είχε αποκαλυφθεί την περίοδο 1957-63 και  εκτίθεται για πρώτη φορά, με πλούσια φυτική διακόσμηση και αρπαγή ζώων μπροστά στην είσοδο, αποτελούσε δάπεδο κυκλικού δωματίου σε κυκλικό κτίριο, που έχει σχετισθεί με άσκηση της ηρωικής λατρείας του τοπικού θεραπευτή θεού Δάρρωνος.  Τα αναθήματα, που εκτίθενται στις προθήκες αυτής της ενότητας προέρχονται από δυο αστικά ιερά, ενταγμένα σε οικοδομικά τετράγωνα της πόλης, του τοπικού θεραπευτή θεού Δάρρωνος και της Μητέρας των Θεών και της Αφροδίτης, καθώς και από το αγροτικό ιερό της Δήμητρας Θεσμοφόρου, ΒΑ της πόλης. Τα εκτεθειμένα αναθήματα βεβαιώνουν ότι στα ιερά οι αναθέσεις γίνονταν όχι μόνο στις κύριες τιμώμενες θεότητες, αλλά και σε άλλες με συγγενικές υποστάσεις. Άλλα ευρήματα μαρτυρούν την ύπαρξη σ’ αυτά χώρων παροχής  γευμάτων, αλλά και εργαστηρίων και αποθηκών, που εξυπηρετούσαν τις λειτουργικές ανάγκες των συγκροτημάτων. 

 Δ. ΤΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ

Η τέταρτη θεματική ενότητα της έκθεσης, των νεκροταφείων, είναι η μόνη αποκλεισμένη από τις υπόλοιπες, λόγω του ιδιαίτερου, ταφικού, χαρακτήρα των ευρημάτων. Στη δυτική πλευρά της αίθουσας εκτίθενται δυο ταφές με τα κτερίσματά τους: ένας ενταφιασμός  σε πήλινο πίθο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2440-2140 π.Χ.) και ένας του α΄ μισού του 4ου αι. π.Χ. σε αποκατεστημένο κιβωτιόσχημο τάφο. Στις προθήκες αυτής της ενότητας εκτίθενται κτερίσματα ταφών της Εποχής του Σιδήρου (9ος-7ος αι. π.Χ.), του 5ου,  4ου αι. π.Χ. και των ελληνιστικών χρόνων. Είναι αντικείμενα ταφικών τελετών, προσωπικά αντικείμενα των νεκρών, άλλα έχουν συμβολικό χαρακτήρα και άλλα είναι τεφροδόχα (περιέχουν τα υπολείμματα της καύσης του νεκρού). Όλα μαρτυρούν την ομοιογένεια των ταφικών εθίμων σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο από ανθρώπους που είχαν κοινή καταγωγή και παράλληλη πολιτισμική εξέλιξη. Ελεύθερα εκτίθενται: μια τεφροδόχος ερυθρόμορφη υδρία του τέλους του 5ου αι. π.Χ., εισαγμένη από την Αθήνα (του κύκλου του ζ. του Προνόμου), με την παράσταση του αγώνα της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για το όνομα της Αθήνας, η ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη του νεαρού Ξάνθου, ένα από τα πρωιμότερα μέχρι σήμερα γλυπτά της Πέλλας, του τέλους του 5ου αι. π.Χ., ανάγλυφη στήλη των αρχών του 4ου αι. π.Χ. με έντονη επιρροή της αττικής τέχνης και μια τεφροδόχος ερυθρόμορφη πελίκη, ρυθμού Κερτς (350-325 π.Χ.), του ζ. της Γαμήλιας πομπής, με παράσταση επαυλίων (προσφορά δώρων στη νύφη την πρώτη ή δεύτερη μέρα του γάμου)  και της πομπής του γάμου του Διονύσου και της Αριάδνης. Για να τονισθεί η σπουδαιότητά του, αναδεικνύεται μόνο του σε μια προθήκη ένα ενεπίγραφο μολύβδινο έλασμα (κατάδεσμος) με εκτενές διαλεκτικό κείμενο του πρώτου μισού του 4ου αι. π.Χ.  Το κείμενο αποτελεί σημαντικό δείγμα της δωρικής διαλέκτου που μιλούσαν  κάτοικοι της Πέλλας, όπως βεβαιώνεται και από τα ονόματα των νεκρών σε επιτύμβιες στήλες, αλλά και σε χρυσά φύλλα, που βρέθηκαν μέσα σε τάφους. Διακοσμητικά στοιχεία νεκρικών κλινών και κιβωτιδίων, μαζί με την αποκατάσταση της διακόσμησης μιας νεκρικής κλίνης, συμβάλλουν στη γνώση του εξοπλισμού των τάφων, που ήταν ιδιαίτερα πλούσιος σε πολλές περιπτώσεις.  Μεγάλος αριθμός κτερισμάτων λαξευτών θαλαμωτών τάφων και ενός μακεδονικού τάφου,  εκτίθεται στις προθήκες του τελευταίου μέρους της ενότητας, βεβαιώνοντας τη  μακροχρόνια χρήση πολλών τάφων του 3ου και 2ου αι. π.Χ., αλλά και την μεγάλη παραγωγική δραστηριότητα στη μακεδονική πρωτεύουσα σ΄ όλη την ελληνιστική εποχή. Στους τοίχους αυτής της ενότητας είναι αναρτημένοι πίνακες με απεικονίσεις της διακόσμησης και της αρχιτεκτονικής μορφής ταφικών μνημείων, που μπορεί να επισκεφθεί κανείς (κιβωτιόσχημος τάφος με απεικόνιση μορφών φιλοσόφων στα τοιχώματα, φιλοσόφων, μεγάλος πολυθάλαμος τάφος λαξευτός στο φυσικό βράχο).  Την παρουσία  στην Πέλλα από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. ανθρώπων από διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου μαρτυρά η ενεπίγραφη πλίνθος της Κορίνθιας Τιμαρέτης, τελευταίο έκθεμα αυτής της ενότητας.

Ολοκληρώνοντας ο επισκέπτης την περιήγησή του στη θεματική ενότητα των νεκροταφείων, διασχίζει έναν ανηφορικό διάδρομο  καταλήγοντας στην αίθουσα του ανακτόρου. Αριστερά έχει οπτική επαφή με τις προηγούμενες εκθεσιακές ενότητες και δεξιά, μέσω μικρών ανοιγμάτων του κτιρίου, με τον αρχαιολογικό χώρο.

Χάλκινο κράνος μακεδόνα πολεμιστή
Χάλκινο κράνος μακεδόνα πολεμιστή

 

Χρυσός στατήρας Μ. Αλεξάνδρου με μορφή Νίκης
Χρυσός στατήρας Μ. Αλεξάνδρου με μορφή Νίκης

Στην ενότητα του ανακτόρου, από την οποία είναι ορατή η αρχαία πόλη, μέσω  υαλοπετάσματος , εκτίθενται αρχιτεκτονικά μέλη και κεραμώσεις του συγκροτήματος και παρέχονται στοιχεία για την αρχιτεκτονική μορφή και τις λειτουργίες του. Από την ενότητα αυτή μια κλίμακα οδηγεί στο διάδρομο-εξώστη  του ορόφου, από τον οποίο έχει κανείς τη δυνατότητα μιας πανοραμικής θέασης του συνόλου  των εκθεμάτων  του ισογείου. Τμήμα του ορόφου αυτού είναι προορισμένο για την οργάνωση περιοδικών εκθέσεων. Έχουν οργανωθεί δυο εκθέσεις, με ανασκαφικά ευρήματα νεκροταφείων του Αρχοντικού Γιαννιτσών και  των Αιγών η μια, και ανασκαμμένων χώρων της Πελλαίας χώρας η άλλη. 

Το νέο μουσείο της Πέλλας, όνειρο χρόνων πολλών ανθρώπων και υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτελεί πλέον μια πραγματικότητα που επηρεάζει δυναμικά τα αρχαιολογικά-πολιτιστικά δρώμενα του ελληνικού χώρου. Το μουσείο της Πέλλας είναι όμως και μια αναπτυξιακή μονάδα, που απαιτεί τη διαρκή φροντίδα της πολιτείας για την απρόσκοπτη και καλή λειτουργία του, αλλά και το ενδιαφέρον των τοπικών φορέων για την εξασφάλιση της άνετης προσέγγισης των επισκεπτών, την υιοθέτηση προδιαγραφών για  τη δημιουργία σύγχρονων εγκαταστάσεων προσαρμοσμένων στο χαρακτήρα του χώρου και του μουσείου, αλλά και την οργάνωση ανάλογων  πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Αν επιτευχθούν όλα αυτά, το μουσείο της Πέλλας μπορεί να αποτελέσει τον κύριο πυρήνα μιας αρχαιολογικής- πολιτιστικής διαδρομής στην πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου και στα μνημεία της περιοχής της, μιας διαδρομής που έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει πολύπλευρα την ανάπτυξη των σύγχρονων κοινωνικών και οικονομικών δομών της περιοχής αυτής του ελληνικού χώρου

H Δρ. Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη είναι Επίτιμη Προϊσταμένη της ΙΖ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων.
H Δρ. Μαρία Λιλιμπάκη-Ακαμάτη είναι Επίτιμη Προϊσταμένη της ΙΖ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων.

 

Ο Ιωάννης Μ. Ακαμάτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Κλασσικής Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.
Ο Ιωάννης Μ. Ακαμάτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Κλασσικής Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας

Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας from apostolidouge on Vimeo.

 

Εικονική αναπαράσταση της «Οικίας του Διονύσου» στην Πέλλα

Read More

assets_LARGE_t_420_4081245_type13145

Ημερίδα – Η πανεπιστημιακή ανασκαφή του Δίου, νεότερες μελέτες

Ημερίδα – Η πανεπιστημιακή ανασκαφή του Δίου, νεότερες μελέτες

Την Παρασκευή 12 Μαΐου 2017, κατά τις ώρες 10.00 – 16.30, στο Μουσείο Εκμαγείων της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, θα διεξαχθεί ημερίδα με θέμα την πανεπιστημιακή ανασκαφή του Δίου, στην οποία θα οι παρουσιαστούν νεότερες μελέτες σχετικά με αυτήν.

Πρόγραμμα ημερίδας:
10.00-10.10 Έναρξη. Χαιρετισμοί.

Πρόεδρος: B. Σμιτ-Δούνα
10.10-10.30 Δ. Παντερμαλής, Από το Δίον στο Μανχάταν.
10.30-10.50 Μ. Ιατρού, Δίον. Ξαναδιαβάζοντας τους περιηγητές.
10.50-11.10 Ε. Παυλοπούλου, Η νομισματική κυκλοφορία στο Δίον ως τους χρόνους του Αυγούστου.
11.10-11.30 Δ. Τσιάφης, Οι μακεδονικοί τάφοι του Δίου.
11.30-11.45 Συζήτηση
11.45-12.00 Διάλειμμα

Πρόεδρος: Α. Μέντζος
12.00-12.20 Γ. Γαλάνη, Η νομισματική μαρτυρία για τη ρωμαϊκή αποικία του Δίου από
τον Αύγουστο έως τον Αδριανό.
12.20-12.40 Α. Ουλκέρογλου, Δημόσια λουτρικά συγκροτήματα στο Δίον.
12.40-13.00 Ε. Τεστεκίδου, Τα καταστήματα του κεντρικού δρόμου του Δίου.
13.20-13.40 Μ. Κοτσάκη, Δίον. Ο ιδιωτικός χώρος.
13.40-14.00 Κ. Φραγκούλης, Η επισκοπική βασιλική της πρωτοβυζαντινής πόλης του Δίου.
14.00-14.15 Συζήτηση
14.15-14.30 Διάλειμμα

Πρόεδρος: Π. Τσέλεκας
14.30-14.50 Κ. Βαστέλη, Το υδραγωγείο και η κεντρική δεξαμενή του Δίου.
Πρόταση συντήρησης και ανάδειξης.
14.50-15.10 Ε. Παπανικολάου, Διερεύνηση των αιτιών διάβρωσης των δομικών λίθων
από το ιερό της Δήμητρας και του Ασκληπιού στο Δίον.
15.10-15.30 Ι. Βασιλειάδου, Πιερική-Μακεδονική πίσσα.
15.30-15.50 Ε. Παπαγιάννη, Επιτύμβιες στήλες και ανάγλυφα από το Δίον και την ευρύτερη περιοχή.
15.50-16.10 Π. Παπαγεωργίου, Ταφικοί βωμοί αυτοκρατορικών χρόνων από το Δίον.

16.10-16.30 Συμπεράσματα

 

Read More

drougou stella

Παρουσίαση Τιμητικού τόμου για την Ομότιμη Καθηγήτρια κ. Στέλλα Δρούγου

Παρουσίαση Τιμητικού τόμου για την Ομότιμη Καθηγήτρια κ. Στέλλα Δρούγου

Το έργο θα παρουσιάσουν:

Μιλτιάδης Χατζόπουλος Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών, Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος, Ακαδημαϊκός

Jutta Stroszeck Διευθύντρια της ανασκαφής στον Κεραμεικό, Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών

Παύλος Τριανταφυλλίδης Προϊστάμενος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου

 

Τρίτη 9 Μαΐου 2017 και ώρα 19.00

Αμφιθέατρο του Μουσείου Εκμαγείων της Φιλοσοφικής Σχολής [Νέο κτήριο]

Read More

1

ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ: Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941)

 

ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ

Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1941)

 

 

  Την 18η Απριλίου 1941, αυτοκτόνησε (κατά την κρατούσα εκδοχή) ο πρωθυπουργός της χώρας Αλέξανδρος Κορυζής. [1] Το θλιβερό αυτό γεγονός προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε ξεκάθαρα το μείζον πολιτικό πρόβλημα, το οποίο είχε δημιουργηθεί μετά τον θάνατο του Μεταξά. Ο έντιμος, συνετός και πράος Κορυζής είχε έναν μάλλον διακοσμητικό ρόλο στη διακυβέρνηση καθώς τα ηνία της χώρας είχαν αναλάβει ουσιαστικά ο ίδιος ο Βασιλεύς, με τη βοήθεια των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου (ιδίως του Μανιαδάκη) και του Αρχιστράτηγου Αλεξάνδρου Παπάγου. Παρασκηνιακά, βαρύνοντα λόγο στις εξελίξεις είχαν οι Βρετανοί. Δύο ώρες μετά τον θάνατο του Κορυζή, ο Βασιλεύς ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως στον πρώην υπουργό Διοικήσεως Πρωτευούσης Κωνσταντίνο Κοτζιά. Σημειωτέον ότι αυτός ήταν γενικός διοικητής Θράκης κατά την περίοδο εκείνη. Ο τελευταίος άρχισε επαφές για τον σχηματισμό της κυβερνήσεως, στην οποία θα προήδρευε ο Βασιλεύς και ο ίδιος θα διατηρούσε το αξίωμα του αντιπροέδρου. Δέχθηκαν να συμμετάσχουν ο Αντιναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου, o εκδότης της εφημερίδος «Εστία» Αχιλλεύς Κύρου καθώς και οι Αριστείδης Δημητράτος, Ηλίας Κριμπάς και Ανδρέας Μιχαλόπουλος. Ο Κοτζιάς είχε τη φήμη του γερμανόφιλου, ως εκ τούτου οι Βρετανοί, μέσω του πανίσχυρου πρεσβευτή τους στην Αθήνα Σερ Μάϊκλ Πάλαιρετ (Sir Michael Palairet), εξέφρασαν εξ αρχής τη διαφωνία τους για την επιλογή του. Ο Γεώργιος, όμως, επέμεινε στην επιλογή του και παρουσίασε τον Κοτζιά στον δύσθυμο Πάλαιρετ. Ο τελευταίος τον συνεχάρη αλλά έσπευσε να του τονίσει ότι υπήρχαν αμφιβολίες για το πρόσωπό του. Ο εντολοδόχος αντιπρόεδρος του απάντησε ότι δεν τον ενδιέφεραν οι αμφιβολίες γιατί και ο ίδιος είχε αμφιβολίες για τη βρετανική κυβέρνηση! Η θαρραλέα απάντηση του Κοτζιά προξένησε τρομερή εντύπωση στον προκλητικό Πάλαιρετ, η συμπεριφορά του οποίου είχε προκαλέσει πολλές αντιδράσεις στην πρωτεύουσα. Ως εκ τούτου, ποιών την ανάγκη φιλοτιμίαν, o τελευταίος έσφιξε το χέρι του Κοτζιά. Αμέσως μετά, όμως, του ζήτησε τον κατάλογο με τα ονόματα των νέων μελών της κυβερνήσεως. Ο Κοτζιάς εξεμάνη και του απήντησε : «Αυτό ποτέ! Δεν θυσιάσθηκε και θυσιάζεται η Ελλάς δια να υποβάλει τους καταλόγους των υπουργών της εις ξένον πρέσβην όσον σύμμαχος και φίλη και αν είναι η χώρα του». Κατέστη πλέον φανερόν ότι δεν υπήρχε δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ Κοτζιά και Πάλαιρετ με αποτέλεσμα ο πρώτος να υποβάλει την παραίτησή του στον Βασιλέα για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. 

unnamed (1)
Αλέξανδρος Κορυζής  

 Ο Γεώργιος ξεκίνησε έναν γύρο διερευνητικών επαφών και τελικώς κατέληξε στον απόστρατο αντιστράτηγο Αλέξανδρο Μαζαράκη-Αινιάν. Επρόκειτο για μία έξοχη επιλογή καθώς ο εντολοδόχος ήταν μετριοπαθής βενιζελικός, ο οποίος, όμως, έχαιρε ευρυτέρας εκτιμήσεως.  Εθεωρείτο έμπειρος και καλός αξιωματικός και ήταν από τους πρώτους ακαδημαϊκούς. Ο τελευταίος αξίωσε να ενημερωθεί επί της στρατιωτικής καταστάσεως και το πρωΐ του Πάσχα (20η Απριλίου) συγκάλεσε σύσκεψη, παρουσία του Κων. Βαρβαρέσσου (Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος), των αποστράτων αξιωματικών Θεοδ. Μανέτα και Δημ. Νότη Μπότσαρη, του Στ. Παπαφράγκου (συνταξιούχου δικαστικού) και του Ιωαν. Πολίτη (τέως πρεσβευτή στη Ρώμη). Όλοι αυτοί είχαν δεχθεί να συμμετάσχουν στη νέα κυβέρνηση. Όταν, όμως, ο Μαζαράκης τους περιέγραψε την τραγική στρατιωτική κατάσταση, ορισμένοι θεώρησαν ότι ουδείς λόγος συνέτρεχε πλέον για τον σχηματισμό κυβερνήσεως. Την άποψη συμμερίστηκαν και οι υπόλοιποι παριστάμενοι, παρασύροντας και τον Μαζαράκη, ο οποίος κατέθεσε την εντολή. Ο Πάλαιρετ τον επίεσε, τονίζοντάς του ότι ήταν επιτακτική ανάγκη ο σχηματισμός κυβερνήσεως «δια την ασφάλειαν των Βρετανών στρατιωτών». Ο Μαζαράκης, όμως, ήταν αμετάπιστος και δήλωσε στον Βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ευχαριστώ δια την τιμήν, αλλά καταθέτω την εντολήν, διότι δεν επιθυμώ να αναλάβω τις ευθύνες μίας ήττας και να γίνω ο νεκροθάπτης της Ελλάδος».

Ο Βασιλεύς βρέθηκε εκ νέου προ αδιεξόδου. Ήταν το πρωΐ του Πάσχα και η χώρα ευρίσκετο κυριολεκτικά επί του σταυρού. Προ της λήψεως της οιασδήποτε αποφάσεως, σκέφτηκε να μεταβεί στους στρατώνες για να ευχηθεί στους αξιωματικούς και τους οπλίτες, ο οποίοι μαζί με τους τραυματίες θα τιμούσαν κατά τον πατροπαράδοτο τρόπο τη μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας. Πράγματι, πήγε στους στρατώνες, όπου επικρατούσε βαρύ κλίμα. Η παρουσία, όμως, του Βασιλέα άρχισε να μεταβάλει την ατμόσφαιρα, καθώς όλοι υπέθεσαν ότι εάν η κατάσταση ήταν όντως τραγική, εκείνος δεν θα μετέβαινε στους στρατώνες. Σιγά-σιγά, άρχιζαν να τον περιτριγυρίζουν αξιωματικοί αλλά και οπλίτες, οι οποίοι ρωτούσαν περί της στρατιωτικής καταστάσεως. Εκείνος κατέβαλε προσπάθεια να τους εμψυχώσει. Σύντομα, αυτό κατέστη περιττό διότι όλοι τους τάσσονταν υπέρ της συνέχισης του αγώνα και του εξέφραζαν την πίστη τους στην τελική νίκη. Χαρακτηριστική ήταν η συμπεριφορά των τραυματιών, οι οποίοι των διαβεβαίωναν ότι θα πήγαιναν και πάλι στο μέτωπο αμέσως μετά την αποθεραπεία τους. Σύντομα, «ο πάγος έσπασε», το πρωτόκολλο καταργήθηκε και δεκάδες αξιωματικοί και οπλίτες έτρεχαν να του σφίξουν το χέρι, λέγοντας του «κουράγιο βασιλιά μας και θα τους φάμε στο τέλος», «πάρτε μας μαζί σου βασιλιά, όπου κι αν πας» [2] κ.ο.κ.. Ο Γεώργιος προσπαθούσε με δυσκολία να κρύψει τη συγκίνησή του και επέστρεψε στα ανάκτορα αναβαπτισμένος στα ύδατα της αθάνατης ψυχής του απλού Έλληνα. 

Emmanuel_Tsouderos
Εμμανουήλ Τσουδερός

Η επίσκεψη στους στρατώνες του εμφύσησε και πάλι αισιοδοξία και ύστερα από λίγες ώρες ανακοίνωσε ότι ανελάμβανε ο ίδιος τα καθήκοντα του πρωθυπουργού με αντιπρόεδρο τον Αντιναύαρχο Σακελλαρίου και υπουργό Εξωτερικών τον πρώην διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερό. Εντούτοις, η κατάσταση μεταβλήθηκε εκ νέου και τελικώς ο Τσουδερός ανέλαβε τα ηνία της κυβερνήσεως. Η νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε την 21η Απριλίου και σε αυτήν συμμετείχαν πολλά στελέχη του καθεστώτος Μεταξά, όπως οι Αρ. Δημητράτος, Στ. Θεοφανίδης, Κων. Μανιαδάκης, Θεολ. Νικολούδης, Παν. Νικολαΐδης κ.α.. Ο   Τσουδερός απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, στο οποίο τονιζόταν ότι ο αγώνας θα συνεχιζόταν μέχρι την τελική νίκη. Το διάγγελμα αυτό μεταδόθηκε στις 12.30 μ.μ. της 21ης Απριλίου και αφού είχε ήδη γνωστό το πρωτόκολλο παραδόσεως, το οποίο είχε υπογράψει ο Τσολάκογλου με τους Γερμανούς. Μάλιστα, το διάγγελμα αυτό εξόργισε τους Γερμανούς και απετέλεσε μία από τις αιτίες της υπογραφής του δευτέρου σκληρότερου πρωτοκόλλου. Το κείμενο αυτό είχε ως εξής :              

Πρωτόκολλον Παραδόσεως (ΙΙ)

 Εν μετώπω, τη 21η Απριλίου 1941

Μεταξύ της Ανωτέρας Διοικήσεως των γερμανικών στρατευμάτων εν Ελλάδι αντιπροσωπευομένης από τον αρχηγόν του γερμανικού επιτελείου Αντιστράτηγον Γκράϊφενμπεργκ και της Ανωτέρας Διοικήσεως της Βασιλικής Ελληνικής Στρατιάς  Ηπείρου και Μακεδονίας αντιπροσωπευομένης από τον Στρατηγόν Τσολάκογλου συνεφωνήθησαν τα κάτωθι :

  1. H Aνωτέρα Διοίκησις των γερμανικών στρατευμάτων εν Ελλάδι αποδέχεται την άνευ όρων παράδοσιν της Ελληνικής Βασιλικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας.
  2. Οι ανήκοντες εις την Ελληνικήν Βασιλικήν Στρατιάν Ηπείρου και Μακεδονίας είναι αιχμάλωτοι πολέμου. Τα όπλα, ολόκληρον το πολεμικόν υλικόν και άπαντα τα είδη εφοδιασμού της Στρατιάς αυτής είναι λεία πολέμου του γερμανικού στρατεύματος.
  3. Η Aνωτέρα Διοίκησις των εν Ελλάδι γερμανικών στρατευμάτων αναγνωρίζει ότι τα ελληνικά στρατεύματα ηγωνίσθησαν γενναίως και εκράτησαν επί του πεδίου των μαχών την στρατιωτικήν τιμήν.

Ως εκ τούτου, οι Έλληνες αξιωματικοί διατηρούν τον οπλισμόν των και τας εξαρτύσεις των.

  1. Η Ανωτέρα Διοίκησις των Ελληνικών Στρατευμάτων αφ’ ενός θα μεριμνήση δι’ όλων των μέσων όπως διακοπώσιν αι εχθροπραξίαι, παύση δε κάθε διασπορά και καταστροφή υλικού, αι δε οδοί αι ευρισκόμεναι εις την περιοχήν της Στρατιάς νοτίως της ζώνης διαχωρισμού (ιδέ παράγραφον 9) θα επισκευασθώσιν αμέσως.

Η Ανωτέρα Γερμανική Διοίκησις αφ’ ετέρου θα διατάξη τα γερμανικά στρατεύματα να παύσωσι τας εχθροπραξίας ευθύς ως το πρωτόκολλον τούτο αναγνωρισθή και υπογραφή.

  1. Ο έκπλους παντοειδών πλοίων εκ των λιμένων περιοχής της Στρατιάς Ηπείρου δέον ν’ απαγορευθή αμέσως. Η Ανωτέρα Ελληνική Διοίκησις θα μεριμνήση ίνα τα εις τους λιμένας ευρισκόμενα πλοία παραμείνωσιν αυτόθι μέχρι νεωτέρας διαταγής των υπό επίβλεψιν ελληνικών στρατευμάτων.
  2. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου θα παραμείνωσι προς το παρόν εις χώρους συγκεντρώσεως. Μετά το πέρας των πολεμικών διαπραγματεύσεων, προβλέπεται η απελευθέρωσις απάντων των μονίμων και εφέδρων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών.
  3. Η Ανωτέρα Ελληνική Διοίκησις θέλει μεριμνήσει ίνα τα ελληνικά τμήματα παραμείνωσιν υπό την ηγεσίαν των αξιωματικών των ως και δια τη λήψιν μέτρων δια την κανονικήν εκτέλεσιν των όρων ανακωχής.

Ο εφοδιασμός και η ιατρική περίθαλψις των εν αιχμαλωσία στρατευμάτων θα γίνεται μερίμνη της Ανωτέρας Ελληνικής Διοικήσεως.

  1. Η Ανωτέρα Διοίκησις των ελληνικών στρατευμάτων θα ορίση πληρεξούσιον επιτελικόν σύνδεσμον προς διακανονισμόν των λεπτομερειών της εκτελέσεως των όρων παραδόσεως μετά σχετικού γερμανικού συνδέσμου ορισθησομένων αργότερον.

Ο σύνδεσμος ούτος θα επιδώση το ταχύτερον δυνατόν μίαν συνολικήν κατάστασιν  εμφαίνουσαν τη δύναμιν, τον εξοπολισμόν και την στρατιωτικήν συγκρότησιν της τέως Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας.

  1. Με την Βασιλικήν Ιταλικήν Ανωτέραν Διοίκησιν εν Αλβανία θα ορισθή ζώνη διαχωρισμού, ίνα επιτευχθή μία ταχεία παύσις εχθροπραξιών εφ’ ολοκλήρου του μετώπου και η κατά το δυνατόν άνευ προστριβής εκτέλεσις της παραδόσεως.

Ποίον πολεμικόν υλικόν και ποία όπλα θα παραδοθώσιν εις την Ανωτέραν Ιταλικήν Διοίκησιν θέλει διακανονισθή βραδύτερον.

 O Στρατηγός Διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας

Γ. Τσολάκογλου

 

Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των εν Ελλάδι γερμανικών στρατευμάτων

Γκράϊφενμπεργκ

 

Το κείμενο αυτό εμπεριείχε σαφώς δυσμενέστερους όρους για τα ελληνικά στρατεύματα εν συγκρίσει με το πρώτο πρωτόκολλο παραδόσεως. Πρώτον, οι αξιωματικοί και οι οπλίτες του ελληνικού στρατού θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου. Δεύτερον, όλο το πολεμικό υλικό εθεωρείτο λεία πολέμου του γερμανικού στρατού και ως εκ τούτου ένα τμήμα αυτού θα παραδιδόταν στους Ιταλούς. Τρίτον, ενώ το πρώτο πρωτόκολλο όριζε ότι η ελληνοαλβανική μεθόριος αποτελούσε το απώτατο όριο της συμπτύξεως των ελληνικών στρατευμάτων, στο δεύτερο κείμενο υπήρχε σχετική ασάφεια σχετικά το όριο αυτό. Δεν καθοριζόταν ούτε σε ποιο σημείο θα ετίθετο το όριο αυτό ούτε από πότε θα έπαυαν οι εχθροπραξίες με τους Ιταλούς, αν και στο πρώτο κείμενο γινόταν σαφής μνεία για το πρωΐ της 21ης Απριλίου.[3]

saloniki-nazi-3
Η είσοδος των Γερμανών στην Θεσσαλονίκη  

Εντούτοις, ούτε το κείμενο αυτό έμελλε να ισχύσει λόγω των σφοδρών αντιδράσεων των Ιταλών, οι οποίοι ήθελαν οι Έλληνες να παραδοθούν και σε αυτούς! Ο Μουσσολίνι δήλωσε ξεκάθαρα στον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο στη Ρώμη Enno von Rintelen ότι δεν θα συμμετείχε σε κανενός είδους διαπραγμάτευση και δεν θα συμμορφωνόταν με τους όρους μίας συμφωνίας συνθηκολογήσεως, εάν οι Έλληνες δεν υπέγραφαν προηγουμένως την παράδοσή τους στις ιταλικές δυνάμεις. «Έξι μήνες αγωνίστηκε ο ιταλικός στρατός εναντίον των Ελλήνων. Πεντακόσιες χιλιάδες άνδρες σήκωσαν το βάρος του πολέμου αυτού. Εξήντα τρεις χιλιάδες χάθηκαν. Ήρθε η ώρα να αποκτήσει και ο ιταλικός στρατός την ικανοποίηση της επιτυχίας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ιταλός ηγέτης, τονίζοντας την κάθετη διαφωνία του και με την πρόθεση του Χίτλερ να αφήσει στους Έλληνες αξιωματικούς τα όπλα τους. Ο Γερμανός αξιωματικός αντέδρασε, λέγοντας χαρακτηριστικά : «Όλη η υφήλιος παρακολούθησε με θαυμασμό και κατάπληξη τη στρατιωτική αντίσταση των Ελλήνων. Οφείλουμε οπωσδήποτε να αναγνωρίσουμε ότι οι Έλληνες αγωνίστηκαν με γενναιότητα και αγάπη προς την πατρίδα τους». Την αυτή άποψη συμμεριζόταν και το σύνολο των Γερμανών αξιωματικών. Εντούτοις, ο Μουσσολίνι κατέφυγε στον ίδιο τον Χίτλερ. Ο τελευταίος ενέδωσε για να μην διαταραχτεί περαιτέρω η συμμαχική ενότητα με τους Ιταλούς και έδωσε τη σχετική διαταγή, η οποία προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις μεταξύ των Γερμανών αξιωματικών. Τελικώς, ο Αντιστράτηγος Μπίλερ αξίωσε από τον Τσολάκογλου να αποστείλει κήρυκες και προς τους Ιταλούς. Ο Τσολάκογλου αντέδρασε εντονότατα, διαμαρτυρήθηκε, συνέγραψε επιστολές αλλά τελικώς αναγκάστηκε να υποκύψει. Συνεννοήθηκε με τον Αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα (Διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού) και τον Υποστράτηγο Γεώργιο Μπάκο (Διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού) και απέστειλε προς τους Ιταλούς τον Συνταγματάρχη Σπυρίδωνα Σύρρο και τον Επίλαρχο Κωνσταντίνο Βλάχο[4], στις 18.30 μ.μ. της 22ας Απριλίου. Οι Ιταλοί είχαν στήσει ολόκληρο κινηματογραφικό συνεργείο για να αποθανατίσει την ιστορική στιγμή, κατά την οποία «οι Έλληνες, καμφθέντες από τα συνεχή και καίρια πλήγματα του νικηφόρου ιταλικού στρατού, προσερχόντουσαν στο ιταλικό αρχηγείο για να παραδοθούν». Είναι απορίας άξιον εάν πίστευε έστω και ένας Ιταλός αρμόδιος ότι αυτά τα προφανή ψεύδη θα μπορούσαν να ξεγελάσουν ακόμα και τους αγράμματους συμπατριώτες του, προς τους οποίους κυρίως απευθύνονταν.

 Στο άκουσμα της ειδήσεως ότι επέκειτο συνθηκολόγηση και με τους Ιταλούς, οι Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες πανικοβλήθηκαν και έσπευσαν να κατευθυνθούν το ταχύτερο δυνατόν στα νότια της υπό διαμόρφωση ζώνης προκειμένου να αποφύγουν την αιχμαλωσία από τα στρατεύματα της Ρώμης. Μάλιστα, για να κερδίσουν χρόνο, άφηναν τον οπλισμό τους (ο οποίος ούτως ή άλλως θα κατέληγε στα χέρια του εχθρού καθώς τότε δεν υπήρχε σκέψη για τη συγκρότηση ανταρτικού κινήματος) και έτρεχαν κυριολεκτικά με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί κάθε έννοια συνοχής και πειθαρχίας. Εντούτοις, υπήρχαν μονάδες, όπως η ΧΙΙΙ Μεραρχία, οι οποίες διατηρούσαν τη συνοχή τους και υποχωρούσαν με τάξη, μεταφέροντας και πενήντα (50) Ιταλούς, τους οποίους είχαν αιχμαλωτίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών. Άλλωστε, όπως έχει προαναφερθεί, όπου διεξαγόταν μάχη μεταξύ των Ιταλών και συγκροτημένων ελληνικών δυνάμεων (ακόμα και μετά την εκδήλωση της γερμανικής επιθέσεως), οι Έλληνες κατήγαγαν περίλαμπρες νίκες.

Στις 6.25 π.μ., οι Έλληνες κήρυκες επανήλθαν από το ιταλικό αρχηγείο, φέρνοντας μαζί τους ένα προκαταρκτικό πρωτόκολλο ανακωχής, το οποίο θα ίσχυε από τις 23.00 μ.μ. της ημέρας εκείνης δηλαδή μετά από δεκαεπτά (17) ώρες!. Ακόμα και τότε οι Ιταλοί προσπαθούσαν κουτοπόνηρα να κερδίσουν όσα περισσότερα εδάφη μπορούσαν για να περισώσουν κάτι από την καταρρακωμένη αξιοπρέπειά τους. Μόνο που για να το πετύχουν έπρεπε να έχουν απέναντί τους φυγάδες και όχι συγκροτημένο εχθρό. Οι Γερμανοί, διαβλέποντες την αγανάκτηση των Ελλήνων αξιωματικών του μετώπου, ζήτησαν από τον Τσολάκογλου να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψει το τρίτο πρωτόκολλο συνθηκολογήσεως προκειμένου να αποφευχθούν απρόοπτες εξελίξεις. Οι Ιταλοί ζήτησαν την αλλαγή του τίτλου το κειμένου, το οποίο από «πρωτόκολλον παραδόσεως» μετατράπηκε σε «σύμβασις συνθηκολογήσεως». Το πλήρες κείμενο έχει ως εξής :

 

Σύμβασις Συνθηκολογήσεως

 

Μεταξύ της Ανωτάτης Διοικήσεως του γερμανικού στρατού και της Ανωτάτης Διοικήσεως του εν Αλβανία ιταλικού στρατού αφ’ ενός και της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας αφ’ ετέρου :

Η Ανωτάτη Διοίκησις της Βασιλικής Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας, αντιπροσωπευομένη υπό του Στρατηγού Τσολάκογλου, προέβη εις διάβημα παρά τη Ανωτάτη Διοικήσει των γερμανικών στρατευμάτων εν Ελλάδι και τη Ανωτάτη Ιταλική Διοικήσει του εν Αλβανία στρατού με την παράκλησιν της αποδοχής της άνευ όρων συνθηκολογήσεως της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας.

Άρθρον 1ον. Η Ανωτάτη Γερμανική και Ιταλική Διοίκησις αποδέχονται την τοιαύτην άνευ όρων παράδοσιν της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας.

Άρθρον 2ον. Οι ανήκοντες εις την Ελληνικήν Στρατιάν Ηπείρου-Μακεδονίας είναι αιχμάλωτοι πολέμου. Λαμβανομένης υπ’ όψιν της υπό των ελληνικών στρατευμάτων επιδειχθείσης ανδρείας επί του πεδίου της μάχης και της ως εκ τούτου διατηρήσεως της στρατιωτικής τιμής, διατηρούσιν οι Έλληνες αξιωματικοί ξίφος και εξάρτυσιν.

Άπαντες οι Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου, οίτινες υπάρχουν εν τη περιοχή της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας πρέπει να παραδοθώσιν αμέσως εις τα ιταλικά στρατεύματα. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου θα συγκεντρωθώσιν επί του παρόντος εις στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Μετά το πέρας των εχθροπραξιών επί του ελληνικού ηπειρωτικού εδάφους και των Ιονίων νήσων, προβλέπεται η απελευθέρωσις απάντων των αξιωματικών και στρατιωτών.

Άρθρον 3ον. Η Ανωτάτη Ελληνική Διοίκησις θα φροντίση όπως τα ελληνικά τμήματα παραμείνωσιν υπό την διοίκησιν των αξιωματικών αυτών και όπως λάβωσι πάντα τα μέτρα δια την τακτικήν διεκπεραίωσιν της συνθηκολογήσεως.

            Ο εφοδιασμός και η ιατρική περίθαλψις των εν αιχμαλωσία στρατευμάτων είναι κατ’ αρχήν έργον της Ανωτάτης Ελληνικής Διοικήσεως.

Άρθρον 4ον. Τα όπλα, άπαν το πολεμικόν υλικόν και τα αποθέματα της Στρατιάς ταύτης, συμπεριλαμβανομένου και του αεροπορικού υλικού, ως και αι επίγειοι εγκαταστάσεις της αεροπορίας είναι λεία πολέμου.

Άρθρον 5ον. Η Ανωτάτη Διοίκησις των ελληνικών στρατευμάτων θα φροντίση με παν μέσον όπως αι εχθροπραξίαι καταπαύσωσιν άνευ χρονοτριβών, όπως πάσα καταστροφή ή εκμηδένισις πολεμικού υλικού και προμηθειών παύση και όπως αι εν τη περιφερεία της Στρατιάς υπάρχουσαι οδοί επισκευασθώσι πάραυτα.

Georgios_Tsolakoglou-2-31de9v9x3inu8zsygqr8y2
Ο Τσολάκογλου υπογράφει τη Σύμβαση Συνθηκολογήσεως

 

Άρθρον 6ον. Ο απόπλους πλοίων πάσης φύσεως εκ των λιμένων και πάσα αεροπορική επικοινωνία εν τη περιφερεία της Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας πρέπει ν’ απαγορευθή, με άμεσον ισχύν του όρου τούτου. Η Ανωτάτη Διοίκησις της Ελληνικής Στρατιάς είναι υπεύθυνος όπως κατασχεθώσι τα εις τους λιμένας ευρισκόμενα πλοία, συμπεριλαμβανομένων και των φορτίων των, ως και των λιμενικών εγκαταστάσεων και όπως ταύτα παραμείνωσιν υπό την επίβλεψιν των ελληνικών στρατευμάτων, μέχρις ότου ληφθή οριστική απόφασις περί αυτών.

Άρθρον 7ον. Η Ανωτάτη Διοίκησις των ελληνικών στρατευμάτων θα ορίση πληρεξουσίους επιτελικούς συνδέσμους, οίτινες θα καθορίσωσι τας λεπτομερείας της διεκπεραιώσεως της συνθηκολογήσεως μετά των γερμανικών και των ιταλικών υπηρεσιών, αίτινες θα κατονομασθώσιν.

            Οι επιτελικοί ούτοι σύνδεσμοι θα παραδώσωσι, όσο το δυνατόν ενωρίτερα, μίαν (συγκεντρωτικήν) κατάστασιν της δυνάμεως, του εξοπλισμού και της πολεμικής συνθέσεως της μέχρι τούδε Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας.

Άρθρον 8ον. Η κατάστασις των εχθροπραξιών μεταξύ των γερμανικών στρατευμάτων και των ελληνικών στρατευμάτων της Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας παραμένει ως καθορίζεται εν τω πρωτοκόλλω παραδόσεως της 21ης Απριλίου. Η κατάστασις των εχθροπραξιών μεταξύ ιταλικών στρατευμάτων και της Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας τίθεται εν ισχύι μόνον την 23ην Απριλίου, 18ην ώραν, εκτός εάν τα ελληνικά στρατεύματα προ του ιταλικού μετώπου κατέθεσαν τα όπλα προηγουμένως ήδη.

Άρθρον 9ον. Δια της συμβάσεως ταύτης τίθεται εκτός ισχύος το πρωτόκολλον παραδόσεως της 21ης Απριλίου, το συνταχθέν μεταξύ της Ανωτάτης Διοικήσεως των γερμανικών στρατευμάτων εν Ελλάδι και του Ανωτάτου Διοικητού της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας.

  

Δια την ιταλικήν Ανωτάτην Διοίκησιν                                Δια την γερμανικήν Ανωτάτην Στρατιωτικήν

     εν Αλβανία                                                                                                                   Διοίκησιν

       Φερρέρο                                                                                                                       Γιοντλ

 Ο Αρχιστράτηγος της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας

    Τσολάκογλου

 Στην Αθήνα, είχαν ήδη ξεκινήσει οι προετοιμασίες για την αναχώρηση του Βασιλέα και της πολιτικής ηγεσίας για τη Μέση Ανατολή. Μάλιστα, ήδη από την 11η Απριλίου, ο Μανιαδάκης είχε στείλει τον υποδιευθυντή της Εθνικής Ασφαλείας Αντισυνταγματάρχη Μπαηλάκη στο Κάϊρο για να βρει ένα οίκημα για τα μέλη της βασιλικής οικογενείας δια παν ενδεχόμενον. [5] Επίσης, περί τα μέσα Απριλίου, ο διοικητής της Ειδικής Ασφαλείας Υποστράτηγος Αγγελόπουλος μετέβη αεροπορικώς στα Χανιά για τον ίδιο σκοπό. Η αναχώρηση του Βασιλέα και της κυβερνήσεως για την Κρήτη προγραμματιζόταν να λάβει χώρα το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης 17ης Απριλίου. Μάλιστα, ο υφυπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Παπαδήμας απέστειλε μία επείγουσα ημερησία διαταγή για να δημοσιευθεί στον Τύπο. Η διαταγή αυτή απευθυνόταν προς τον μαχόμενο ελληνικό στρατό και κατέληγε ως εξής : «…Δια την συνέχειαν του πολέμου επιβάλλεται εντεύθεν η αναχώρησις του Βασιλέως και της κυβερνήσεως. Ακολουθών τούτους αποχωρίζομαι Υμών. Δεν σας εγκαταλείπω. Αναχωρώ ίνα συνεχίσωμεν τον πόλεμον με πλήρη βεβαιότητα δια την τελικήν νίκην. Ουδείς υμών να λιποψυχίση. Πολεμούμεν υπέρ βωμών και εστιών, πολεμούμεν υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας μας. Είναι βέβαιον ότι υπάρχει Θεός. Είναι εξ ίσου βέβαιον ότι θα δικαιωθώμεν»

Εντούτοις, περί τις 20.00 μ.μ., οι συντάκτες των εφημερίδων ειδοποιήθησαν από την Υπηρεσία Λογοκρισίας του Υφυπουργείου Τύπου να αποσύρουν το κείμενο και να το επιστρέψουν στην υπηρεσία αμέσως. Η απόσυρση αυτή οφειλόταν στη ματαίωση της αναχωρήσεως της πολιτικής ηγεσίας της χώρας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο προκάλεσε την άμεση αντίδραση των Βρετανών. Οι τελευταίοι διεμήνυσαν στον Βασιλέα (μέσω του Πάλαιρετ) ότι θεωρούσαν αδιανόητη κάθε τέτοια σκέψη για όσο διάστημα πολεμούσαν βρετανικά στρατεύματα σε ελληνικό έδαφος. Άλλωστε, διάφορες εκτιμήσεις έκαναν λόγο ακόμα για την προβολή επιτυχούς αμύνης επί ένα μήνα. Ο Βασιλεύς ήλθε σε δύσκολη θέση και αποδέχτηκε το αίτημά τους. Πάντως, το βρεταννικό αίτημα τον διευκόλυνε διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υποχρεωνόταν να αποκαλύψει την πραγματική αιτία της ματαιώσεως του ταξιδιού στην Κρήτη. Σύμφωνα με στοιχεία τα οποία ήλθαν στο φως μεταπολεμικά, η αναχώρηση θα γινόταν με δύο αντιτορπιλικά (τα οποία ναυλοχούσαν στον όρμο των Μεγάρων) και το επιβατικό ατμόπλοιο «Σοφία». Το τελευταίο βρισκόταν στον Ωρωπό και θα μετέφερε διαφόρους αξιωματικούς, κρατικούς λειτουργούς και αποσκευές. Τα πληρώματα, όμως, των δύο αντιτορπιλικών ουσιαστικά στασίασαν, αρνούμενα την επιβίβαση του Βασιλέως και των μελών της κυβερνήσεως σε αυτά. Ακολούθησαν συνεχείς διαβουλεύσεις και με την παρέμβαση ορισμένων ανωτάτων αξιωματικών κατέστη δυνατός ο απόπλους του ενός αντιτορπιλικού. Μεσολάβησε, όμως, ο θάνατος του Κορυζή και το όλο εγχείρημα ματαιώθηκε.[6]

Αξίζει να μνημονευθεί ότι κατά τις ημέρες εκείνες έλαβε χώρα και η αποστολή των αποθεμάτων χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος στο εξωτερικό. Ήδη από τις 16 Απριλίου ο Κορυζής παρότρυνε τον Βαρβαρέσσο να στείλει τα αποθέματα χρυσού της Τραπέζης στη Μεγ. Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πράγματι, όταν οι Γερμανοί διέσπασαν την αμυντική γραμμή στον Όλυμπο και κατέστη φανερό ότι ουδεμία ελπίδα συγκρατήσεώς τους υπήρχε, δεκάδες κιβώτια απεστάλησαν (συνοδεία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων) στον Πειραιά για να φορτωθούν σε πλοία με προορισμό τη Κρήτη και το Κάϊρο. Τελικώς, λίγες ώρες μετά από την αναχώρηση του Βασιλέα και της κυβερνήσεως για την Κρήτη, ολόκληρο το περιεχόμενο των χρηματοκιβωτίων της Τραπέζης (το οποίο ανερχόταν σε 7.500.000.000 δρχ χωρίς να υπολογίζεται το εξωτερικό συνάλλαγμα) παρεδόθη στον διοικητή και τον υποδιοικητή αυτής Βαρβαρέσσο και Ιωαν. Μαντζαβίνο αντιστοίχως. Στην Τράπεζα, έμεινε ένα μικρό ποσόν για να αντιμετωπιστούν τρέχουσες και επείγουσες ανάγκες. Το ταξίδι των χρημάτων αυτών ήταν περιπετειώδες. Η γερμανική αεροπορία κυριαρχούσε στους αιθέρες και το πλοίο, το οποίο μετέφερε τον «κρατικό θησαυρό», αναγκάστηκε να κατευθυνθεί προς το Ηράκλειο. Εκεί, τα χρήματα φορτώθηκαν στο βρετανικό πλοίο «Σάλβια» με προορισμό τη Σούδα. Δυστυχώς, όμως, το πλοίο απετέλεσε στόχο των γερμανικών βομβαρδιστικών και επλήγη επανειλημμένως. Μάλιστα, οι άνδρες του πληρώματος έδωσαν σκληρό αγώνα προκειμένου το πλοίο να καταφέρει να φθάσει στον προορισμό του. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια μίας αεροπορικής επιδρομής ένα μέρος των χρημάτων σκορπίστηκε στο πλοίο. Εντούτοις, αργότερα περισυνελέγη όλο το ποσό στο ακέραιο. Ακολούθως, το πολύτιμο φορτίο μεταφέρθηκε στο πλοίο «Διδώ». Κατά τη μεταφορά στο πλοίο αυτό, μέρος των χρημάτων σκορπίστηκε στα αμπάρια του πλοίου. Ο πλοίαρχος διέταξε τους ναύτες να μαζέψουν αμέσως τις σκορπισμένες χρυσές λίρες, εκ των οποίων έλειπε μόνο μία κατά την τελική καταμέτρηση. Την 22α Απριλίου, το «Διδώ» απέπλευσε από τη Σούδα και αυθημερόν κατέπλευσε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί, ο «κρατικός θησαυρός» τοποθετήθηκε στα υπόγεια της «Εθνικής Τραπέζης της Αιγύπτου». Αργότερα, και αφού ξεπεράστηκαν πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια, τα χρήματα αυτά φορτώθηκαν σε καμιόνια και συνοδεία αρμάτων μεταφέρθηκαν (διαμέσου της ερήμου) στο Σουέζ με προορισμό τη Νότια Αφρική. Εκεί, το ποσό μετατράπηκε σε ράβδους χρυσού και υπό αυτή τη μορφή επέστρεψε στην Ελλάδα μεταπολεμικώς. Αξίζει να σημειωθεί ότι καθ’ όλο αυτό το διάστημα ο «κρατικός θησαυρός» παρέμενε ανασφάλιστος! 

Η κατάσταση στο μέτωπο διαγραφόταν ζοφερή. Την 20η Απριλίου, «έπεσαν» η Λάρισα και τα Τρίκαλα, ενώ την 22α κατελήφθησαν ο Βόλος και η Λαμία. Τη νύκτα της 24ης προς 25η Απριλίου, εγκατελείφθη και η αμυντική γραμμή στον Αλιάκμονα. Στην Ήπειρο, αν και είχαν ήδη υπογραφεί δύο πρωτόκολλα παραδόσεως, ο αγώνας συνεχιζόταν σε ορισμένες περιοχές. Μάλιστα, ο Υποστράτηγος Μπάκος είχε ήδη εκδώσει σχετικές διαταγές περί καταπαύσεως του πυρός από την 20η Απριλίου. «Παρά την αντίθεσιν διοικητού Στρατιάς, έχων υπ’ όψιν ως υποχρεωτικήν εντολήν εξουσιοδότησίν σας λόγω οικτράς καταστάσεως ανδρών αρνουμένων να πολεμήσωσιν, ανέλαβον με συντριβήν πρωτοβουλίαν μετά λοιπών σωματαρχών και απεστάλησαν σήμερον πρωΐαν κήρυκες προς Γερμανούς προς συνθηκολόγησιν. Εξορκίζω τους πάντας συγκρατήσωμεν ότι δυνατόν, ίνα τηρούντες σύνορα έναντι Ιταλών μέχρι λήψεως αποφάσεως περισώσωμεν ότι απομένει από τιμήν», ανέφερε χαρακτηριστικά. Δυστυχώς, τα γεγονότα διέψευσαν τις προσδοκίες του Μπάκου. Εντούτοις, ο Αντιστράτηγος Μπίλερ διέταξε τα στρατεύματά του να παραμείνουν στις αρχικές τους θέσεις και να μην επιτρέψουν στους Ιταλούς να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται την υποχώρηση των Ελλήνων. Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τις ημέρες της παραδόσεως αρκετοί ήταν οι αξιωματικοί οι οποίοι προτίμησαν την αυτοκτονία από την ατίμωση, όπως ο Ταγματάρχης Κων. Βερσής, διοικητής της 8ης Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού της VIII Μεραρχίας. Η είσοδος των Γερμανών στην πρωτεύουσα ήταν πλέον θέμα ημερών και την 22α Απριλίου ανεχώρησαν τα μέλη της κυβερνήσεως, επιβαίνοντα στο αντιτορπιλλικό «Βασίλισσα Όλγα».[7] Την επομένη, ανεχώρησε και ο Βασιλεύς μαζί με τον Πάλαιρετ. Λίγο πριν από την αναχώρησή του, ο Γεώργιος απηύθυνε το παρακάτω διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό :

βασιλευς γεωργιος β' 1900
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄

Ta σκληρά πεπρωμένα του πολέμου αναγκάζουν Ημάς σήμερον όπως μετά του Διαδόχου του Θρόνου και της νομίμου κυβερνήσεως της χώρας απομακρυνθώμεν εξ Αθηνών και μεταφέρωμεν την πρωτεύουσαν του κράτους εις Κρήτην, οπώθεν θα δυνηθώμεν να συνεχίσωμεν τον αγώνα, τον οποίον η θέλησις του Έθνους ολοκλήρου και το καθήκον της περιφρουρήσεως της ακεραιότητος και της ανεξαρτησίας της χώρας επέβαλλον ημίν ν’ αναλάβωμεν, μετά την απρόκλητον επίθεσιν ήν υπέστημεν εκ μέρους δύο αυτοκρατοριών. Η θέλησις ημών, της κυβερνήσεως και του ελληνικού λαού, ποικιλοτρόπως διατρανωθείσα μέχρι σήμερον, προϋπέθετε την μέχρις εσχάτων αντίστασιν των ελληνικών στρατευμάτων, άτινα παρά τον άνισον αγώνα, ιδίως μετά την γερμανικήν εισβολήν εις τα εδάφη μας, πεισμόνως ηγωνίσθησαν κατά του εχθρού, έχοντα συνεπίκουρα και τα βρεταννικά στρατεύματα, τα οποία έσπευσαν εις βοήθειάν μας και τα οποία λαμπρώς ηγωνίσθησαν και αγωνίζονται ακόμη επί της ελληνικής γης, υπέρ μιας δικαίας υποθέσεως. Τα στρατεύματα ημών, εξηντλημένα εκ του τραχέος και νικηφόρου πολέμου τον οποίον διεξήγον επί εξ μήνας εναντίον πολύ ισχυροτέρου εχθρού, γράψαντα τας ενδοξοτέρας σελίδας της στρατιωτικής ημών ιστορίας, συνέχισαν τον κατά της Γερμανίας αγώνα μετ’ αφαντάστων ηρωϊσμών. Αγνοούμεν υπό ποίας συνθήκας επακριβώς ευρεθείς ο στρατός της Ηπείρου υπέγραψεν ανακωχήν μετά του εχθρού, εν αγνοία Ημών, του Αρχιστρατήγου και της κυβερνήσεως. Η πράξις αύτη κατ’ ουσίαν δεν δεσμεύει την ελευθέραν βούλησιν του Έθνους, του Βασιλέως και της κυβερνήσεως, η οποία συνίσταται εις την συνέχισιν του αγώνος δι’ όλων των υπολειπομένων δυνάμεων προς εξασφάλισιν των υπάτων εθνικών συμφερόντων. Υποχρεωμένοι προς τον σκοπόν τούτον να μεταβώμεν εις Κρήτην, δεν το πράττομεν ειμή ίνα ελευθέρως και από ελευθέρας ελληνικής γης δυνηθώμεν να συνεχίσωμεν τον κατά των εισβολέων αγώνα μέχρι της τελικής νίκης, ήτις και θα επιβρεβεύση πλήρως τας μεγάλας θυσίας του έθνους. Μην αποθαρρήσετε, Έλληνες, ουδέ κατά την οδυνηράν αυτήν στιγμήν της ιστορίας μας. Θα είμαι πάντοτε μεταξύ υμών. Το δίκαιον του αγώνος μας και ο Θεός να βοηθήσουν, όπως επιτύχωμεν δι’ όλων των μέσων την τελικήν νίκην, παρά τας δοκιμασίας τας θλίψεις, τους κινδύνους, τους οποίους από κοινού εδοκιμάσαμεν και θα δοκιμάσωμεν εν τω μεταξύ. Μείνατε πιστοί εις την ιδέαν μιας ηνωμένης, αδιαιρέτου, ελευθέρας Πατρίδος. Εντείνατε τας θελήσεις σας. Αντιτάξατε την ελληνικήν σας υπερηφάνειαν κατά της εχθρικής βίας και των εχθρικών δελεασμών. Θαρρείτε. Αι καλαί ημέραι θα επανέλθουν. Ζήτω το Έθνος.

 Εν Αθήναις, τη 23η Απριλίου 1941

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β΄ 

  

Η αναχώρηση του Βασιλέως και της κυβερνήσεως από την πρωτεύουσα έδωσε το έναυσμα για τη δράση πολλών κακοποιών στοιχείων, τα οποία εκμεταλλεύτηκαν το γενικό μούδιασμα των κατοίκων της, τη χαλάρωση της πειθαρχίας ακόμα και στους κόλπους των αστυνομικών οργάνων και τη διασάλευση της τάξεως. Κρούσματα κλοπών, ληστειών, διαρρήξεων και λεηλασιών καταστημάτων έκαναν την εμφάνισή τους σε όλη την πόλη, ενώ συμμορίες άρχισαν να λυμαίνονται ολόκληρες συνοικίες όπως το Θησείο και το Μεταξουργείο. Τα γεγονότα αυτά ώθησαν τον στρατιωτικό διοικητή Αθηνών Υποστράτηγο Χρήστο Καβράκο να εκδώσει την εξής ανακοίνωση :

To συμφέρον του Έθνους και του ατόμου επιβάλλει ίνα πάντες συντελέσωμεν εις την τήρησιν της τάξεως κατά τας εξαιρέτους αυτάς στιγμάς ας διέρχεται η Πατρίς μας. Η Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκησις και η Δημοσία Ασφάλεια έχουν λάβει πάντα τα μέτρα δια να τηρήσωσι την τάξιν και να περιφρουρήσουν την ζωήν, τιμήν και περιουσίαν των πολιτών πάσει θυσία και προς τούτο εδόθησαν εντολαί να γίνεται άμεσος χρήσις των όπλων κατά παντός τυχόν αποπειρωμένου εξ οιουδήποτε λόγου να διασαλεύση την τάξιν. Λόγω της προσωρινής δυσχερείας των συγκοινωνιών και μεταφορών προς τους τόπους διαμονής και καταγωγής, συνιστώμεν υπομονήν ολίγων ημερών, μεθ’ ας πάντες θα τακτοποιηθώσι τη μερίμνη μας άνευ ανωμαλιών. Μόνον ούτω εξυπηρετείται και το γενικόν και το ατομικόν συμφέρον.

10644581_10203756568372588_7974392057104235601_n
Οι Βρετανοί υποχωρούν στο Ναύπλιο

 Η ανακοίνωση αυτή γνωστοποιήθηκε την 24η Απριλίου κι ενώ στην πρωτεύουσα είχαν συρρεύσει χιλιάδες στρατιώτες από το μέτωπο, οι οποίοι αναζητούσαν εναγωνίως μέσο επιστροφής στις οικίες τους. Αντιθέτως, οι κάτοικοι της πρωτεύουσας δεν έδειχναν τάσης φυγής προς την επαρχία αλλά απλώς ανέμεναν τις εξελίξεις. Την 25η Απριλίου, οι Βρετανοί υποχώρησαν από τις Θερμοπύλες και πλέον ο δρόμος προς την Αθήνα ήταν ανοικτός για τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι, όμως, ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την ελληνική πρωτεύουσα καθώς πρώτιστος στόχος τους ήταν η εκμηδένιση των βρετανικών στρατευμάτων, τα οποία βρίσκονταν στη χώρα. Προς τούτο, την 26η Απριλίου, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές προσγειώθηκαν κοντά στην Κόρινθο. Οι Βρετανοί μόλις και μετά βίας πρόλαβαν να ανατινάξουν τη γέφυρα του Ισθμού και ο αρχηγός του βρετανικού εκστρατευτικού Σώματος στην Ελλάδα, Στρατηγός Wilson, επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο για τη Μέση Ανατολή λίγα μόλις λεπτά πριν από την άφιξη των πρώτων Γερμανών μοτοσικλετιστών στην περιοχή. Ταυτόχρονα, κατελήφθη η Πάτρα από γερμανικά στρατεύματα τα οποία διεκπεραιώθηκαν από την ακτή της Αιτωλοακαρνανίας. Σύντομα, οι ακτές της Αττικής και της Πελοποννήσου γέμισαν από Βρετανούς αλλά και ορισμένους Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι έψαχναν μέσο διαφυγής για τη Μέση Ανατολή. Τέλος, την 26η Απριλίου, οι Γερμανοί εισήλθαν στη Θήβα.

Το πρωΐ της Κυριακής 27ης Απριλίου, ελάχιστοι Αθηναίοι κυκλοφορούσαν στην πόλη. Ακόμα και οι εκκλησίες ήταν μισοάδειες. Το ραδιόφωνο μετέδιδε τη θεία λειτουργία (ήταν η Κυριακή του Θωμά). Ξαφνικά, η μετάδοση διακόπηκε για να μεταδοθεί μία έκτακτη ανακοίνωση του στρατιωτικού διοικητού Καβράκου: “Λόγω της επιτακτικής ανάγκης διατάσσω να διακοπή πάσα κίνησις εις τας οδούς των Αθηνών, του Πειραιώς και των Προαστίων. Να ώσι κλειστά άπαντα τα καταστήματα και οι κάτοικοι παραμείνουν εις τας εστίας των, οι αξιωματικοί και οι στρατιώται εις τους στρατώνας και οι αστυνομικοί εις τα Τμήματά των. Απαγορεύω την έκτακτο έκδοσιν εφημερίδων. Και επειδή η πόλις είναι ανοχύρωτος, ουδεμία αντίστασις θα προβληθή. Αξιώ να μην ακουσθή ούτε ένας πυροβολισμός. Οι παραβάτες θα συλλαμβάνωνται αμέσως και θα εγκλεισθώσι εις τας φυλακάς φρουρούμενοι ασφαλώς. Αναπληρωτήν μου κατά την απουσίαν μου ορίζω τον Συνταγματάρχην Πεζόπουλον”.

Η παράδοση των Αθηνών
Η παράδοση των Αθηνών

Στην πόλη επικρατούσε μία νεκρική σιγή, η οποία διεκόπη μόνον από την ανατίναξη μίας αποθήκης πυρομαχικών από τους τελευταίους εναπομείναντες Βρεταννούς στον Πειραιά. Στην Αθήνα, είχαν παραμείνει μόνον ο νομάρχης Κων. Πεζόπουλος, ο δήμαρχος Αμβρ. Πλυτάς και ο φρούραρχος εκ μέρους των αρχών. Αυτοί συγκρότησαν μία επιτροπή στην ποία συμμετείχαν οι ίδιοι, ο δήμαρχος Πειραιώς Μιχ. Μανούσος και ο γερμανομαθής Συνταγματάρχης Κων. Κανελλόπουλος. Η επιτροπή αυτή (στην οποία αρνήθηκε να συμμετάσχει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος) θα παρέδιδε την ανοχύρωτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους στους Γερμανούς. Οι σχετικές συνεννοήσεις έγιναν με τον στρατιωτικό ακόλουθο της γερμανικής πρεσβείας Αντισυνταγματάρχη φον Κλεμ Χόκενμπουργκ. Τα μέλη της επιτροπής περίμεναν από το πρωΐ στους Αμπελοκήπους, στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας. Γύρω στις 8 π.μ., έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα οχήματα και ο Καβράκος αναζήτησε τον επικεφαλής για να του παραδώσει την πόλη. Αυτός ήταν ο Αντισυνταγματάρχης Όττο φον Σέϊμπεν. Σταδιακά, οι Γερμανοί πλημμύρισαν την πρωτεύουσα, καταλαμβάνοντας το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο και άλλα δημόσια κτήρια. Εντούτοις, η επίσημη παράδοση της πόλεως δεν είχε γίνει ακόμα. Τελικώς, στις 10.15 π.μ., έφθασε στο προκαθορισμένο σημείο ο φον Σέϊμπεν, ο οποίος, συνοδευόμενος από τους επιτελείς του, κατευθύνθηκε προς τα μέλη της επιτροπής. Αφού τα χαιρέτησε στρατιωτικά, ανέμενε από τον στρατιωτικό ακόλουθο την παρουσίασή τους. Όλοι, κατακόκκινοι από τη συγκίνηση και την ταραχή, έκλειναν την κεφαλή και ανέμεναν την τυπική χειραψία. Ο Γερμανός αξιωματικός χαιρέτησε ναζιστικά και, επιδιώκοντας να «σπάσει τον πάγο», τους ερώτησε εάν υπήρχε κάποιο μέρος για να καθίσουν. Τα μέλη της επιτροπής ήταν αρκετά ταραγμένα για να απαντήσουν και ο φον Σέϊμπεν υπέδειξε από μόνος του το καφενείο «Παρθενών».Όλοι τους κατευθύνθηκαν προς τα εκεί υπό τα βλέμματα πολλών βουβών Αθηναίων. Ο Καβράκος κάπνιζε συνεχώς για να κρύψει τον εκνευρισμό του. Τελικώς, προσφώνησε τον Γερμανό αξιωματικό, ενώ ο εκτελών χρέη  διερμηνέα Κανελλόπουλος διάβασε το παρακάτω κείμενο στα γερμανικά :

            “Αι τοπικαί στρατιωτικαί και πολιτικαί αρχαί, αποτελούμεναι από τον Στρατηγό Καβράκο Χρήστο, ανώτερο στρατιωτικό διοικητή Αττικοβοιωτίας, τον Πεζόπουλον Κωνστντίνο, νομάρχην Αττικοβοιωτίας, τον Πλυτά Αμβρόσιον, δήμαρχον Αθηναίων, τον Μανούσκο Μιχαήλ, δήμαρχον Πειραιώς, δηλούν προς τον Διοικητήν των γερμανικών στρατευμάτων ότι : Αι πόλεις των Αθηνών και του Πειραιώς και ανοχύρωτοι είναι και ουδεμίαν προτίθενται να αντιτάξουν αντίστασιν εις την κατοχήν. Ελήφθησαν ήδη όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς διασφάλισιν της τάξεως εκ μέρους μας, μέχρι της εισόδου των Γερμανών”.

Ο Γερμανός αξιωματικός απάντησε στα γερμανικά εκθειάζοντας τον ελληνικό πολιτισμό και τόνισε με έμφαση : «Σας διαβεβαιώ ότι ο γερμανικός στρατός δεν έρχεται ως εχθρός αλλά ως φίλος φέρων την ειρήνην εις την Ελλάδα. Η μακρά φιλία η οποία μας συνδέει με την Ελλάδα θα αναζωπυρωθεί εντός ολίγων ημερών». Αμέσως μετά υπεγράφη το πρωτόκολλο παραδόσεως και ο Πλυτάς προσέφερε στον φον Σέϊμπεν συμβολικά το κλειδί της πόλεως. Ακολούθως, ο Γερμανός κάλεσε κοντά του τους διοικητές των μικροτέρων τμημάτων και τους υπέδειξε το προς τα πού θα εκινούντο μπροστά σε έναν χάρτη. Μετά, εκάλεσε τους δύο δημάρχους και τους ανέθεσε όλες τις εξουσίες στις πόλεις τους. Τέλος, έκλεισε ένα νέο ραντεβού με τον Πλυτά για τις 12 μ.μ.. Οι Γερμανοί μοτοσικλετιστές  άρχισαν να κατευθύνονται προς κατάληψη των αντικειμενικών τους στόχων. Καθ’ οδόν, οι περισσότεροι εξ αυτών χαιρετούσαν ναζιστικά οιονδήποτε πεζό συναντούσαν. Ασυναίσθητα ορισμένοι ανταπέδιδαν τον χαιρετισμό, ενώ κάποιοι άλλοι δεν έκρυβαν την αποδοκιμασία τους.

 Η έπαρση της ναζιστικής σημαίας στην Ακρόπολη
Η έπαρση της ναζιστικής σημαίας στην Ακρόπολη

 Κλείνοντας το άρθρο αυτό, θα γίνει μία σύντομη αναφορά στην έπαρση της ναζιστικής σημαίας στην Ακρόπολη. Στις 8.45 π.μ., ένα γερμανικό απόσπασμα με επικεφαλής τον Λοχαγό Π. Γιάκομπι (του 1ου Συντάγματος «Βρανδεμβούργο») και  τον  Υπολοχαγός Γκ. Έλσνιτς (της 6ης Ορεινής Μεραρχίας) έφθασαν στον ιερό βράχο. Αμέσως, αξίωσαν από τον φρουρό της σημαίας Κωνσταντίνο Κουκκίδη να υποστείλει την ελληνική σημαία διότι επρόκειτο να αντικατασταθεί από την ναζιστική. Ο Κουκκίδης, όμως, αρνήθηκε. Τότε, οι Γερμανοί διέταξαν δύο στρατιώτες τους να  το κάνουν. Πράγματι, οι δύο Γερμανοί υπέστειλαν την ελληνική σημαία, τη δίπλωσαν ευλαβικά και την παρέδωσαν στον Έλληνα φρουρό της. Τότε, φημολογείται[8] ότι ο τελευταίος, τρέμοντας από συγκίνηση, τυλίχτηκε με τη σημαία και έπεσε από το βορειοανατολικό άκρο της Ακροπόλεως, την ώρα ακριβώς της επάρσεως της γερμανικής σημαίας και ενώ το γερμανικό άγημα απέδιδε τις προσήκουσες τιμές.   Κατά τον τρόπο αυτό, έπεσε η αυλαία της εξάμηνης εποποιΐας του ελληνικού έθνους για την προάσπιση της ελευθερίας του. Έκτοτε, άρχισε μία νέα, δύσκολη περίοδος για όλους (σχεδόν) τους Έλληνες, αυτή της Κατοχής. Ως κατακλείδα του διπλού αυτού αφιερώματος στην εξάμηνη πολεμική προσπάθεια του ελληνικού κράτους έναντι των δυνάμεων του Άξονα, θα παρατεθούν τα λόγια του ιδίου του Χίτλερ σε διάλογό του με τον πρέσβη της Ουγγαρίας στο Βερολίνο, την 19η Απριλίου 1941 : «Οφείλω να πω ότι ο αγών της Ελλάδος είναι μία δυσάρεστη νότα εις την χαρά δια τις τόσες επιτυχίες μας… Εάν η Ελλάδα δεν είχε δεχθεί εις το έδαφός της τους Άγγλους, δεν θα πραγματοποιούσαμε την επίθεση εναντίον της. Τώρα, δυστυχώς, θα αφοπλίσουμε τους Έλληνες, αλλά δεν θα φέρουμε ούτε έναν αιχμάλωτο εις την Γερμανία. Οι Ιταλοί ουδέποτε θα νικούσαν τους Έλληνες».      

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Διεθνολόγος και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών      

 

 

Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα      

 

 

 Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  1. Κόκκινος Διον., Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος, τ. Δ΄. Αθήνα : Μέλισσα, 1970.
  2. Κοντογιαννίδης Τ. , Ήρωες και προδότες στην κατοχική Ελλάδα. Αθήνα : Πελασγός, 1998.
  3. Μαρκεζίνης Σπ., Σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδος, 1936–1944, τ. Α΄. Αθήναι : Πάπυρος, 1994.
  4. Παπάγος Αλεξ., Ο πόλεμος της Ελλάδος, 1940-41. Αθήνα : Ίδρυμα Γουλανδρή- Χορν, 1995.
  5. Η εκστρατεία των Γερμανών στα Βαλκάνια (Άνοιξη 1941). Αθήνα : Εκάτη, 1996.
  6. Παπαφλωράτος Ι., Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949), 2 τόμοι, Αθήνα: Σάκκουλας, 2014.

 

Παραπομπές

[1] Ο Αλέξανδρος Κορυζής γεννήθηκε στον Πόρο, το 1885. Η οικογένειά του ήταν μία από τις επιφανέστερες της νήσου. Το 1901, εισήχθη στη Νομική Σχολή, ενώ από το 1903 εργαζόταν παράλληλα στην Εθνική Τράπεζα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του 1905. Συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και τιμήθηκε για τη δράση του. Το 1914, ανέλαβε τη διοίκηση του τμήματος επιθεωρήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και εξελίχθηκε ραγδαία στην ιεραρχία. Διετέλεσε οικονομικός σύμβουλος του ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη, όπου ίδρυσε και οργάνωσε το υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης. Αργότερα, συνέβαλε στη δημιουργία του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού και της Αγροτικής Τραπέζης. Συνέταξε διάφορες μελέτες και το 1928 έγινε υποδιευθυντής της Εθνικής Τραπέζης. Το 1933, ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Οικονομικών στη βραχύβια «κυβέρνηση των Αντιστρατήγων» υπό τον Αλέξανδρο Οθωναίο. Αν και θεωρείτο μετριοπαθής βενιζελικός, δέχθηκε την πρόταση του Ιωάννη Μεταξά και ορκίστηκε υπουργός Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Το έργο του ως υπουργού είναι αξιομνημόνευτο. Τον Αύγουστο του 1939, εξελέγη διοικητής της  Εθνικής Τραπέζης. Τον Ιανουάριο του 1941, απεβίωσε ο Μεταξάς και ο υφυπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης πρότεινε τον Κορυζή για διάδοχό του. Ο Βασιλεύς Γεώργιος, αν και θεωρούσε τον Κορυζή έντιμο και ευρείας αποδοχής, αρχικώς δεν συμφώνησε με την επιλογή αυτή. Τελικώς, όμως, συγκατένευσε να κληθεί ο Κορυζής να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο τελευταίος αρνήθηκε κατηγορηματικά αλλά εκάμφθη προ της επιμονής του Μανιαδάκη. Συγχρόνως, ορκίστηκε και υπουργός Εξωτερικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθώς και Στρατιωτικών (Ναυτικών και Αεροπορίας) καλύπτοντας το σύνολο των υπουργείων, των οποίων προΐστατο ο Μεταξάς.

[2] Κοντογιαννίδης Τ. , Ήρωες και προδότες στην κατοχική Ελλάδα. Αθήνα : Πελασγός, 1998, σελ. 49.

[3] Σχετικά με το πρώτο πρωτόκολλο παραδόσεως των ελληνικών στρατευμάτων του αλβανικού μετώπου στους Γερμανούς βλέπε το προαναφερθέν άρθρο, το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος υπ’ αριθμ. 474 του Δεκεμβρίου 2007 υπό τον τίτλο «Η συνθηκολόγηση των ελληνικών στρατευμάτων με τους Γερμανοϊταλούς τον Απρίλιο του 1941»

[4] Σημειωτέον ότι ο Επίλαρχος Βλάχος είχε αποσταλεί ως κήρυκας και προς τους Γερμανούς.

[5] Ο Αντισυνταγματάρχης Μπαηλάκης κατάφερε να νοικιάσει το ανάκτορο «Μόνα Χάους» για λογαριασμό της βασιλικής οικογενείας της Ελλάδος.

[6]  Λίγο πριν τον θάνατό του, ο Κορυζής είχε προχωρήσει σε ανασχηματισμό της κυβερνήσεως, συγκροτώντας ένα ολιγομελές Υπουργικό Συμβούλιο.

[7] Εξαίρεση απετέλεσαν ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως Αντιναύαρχος Σακελλαρίου, ο υπουργός Μανιαδάκης, ο Στρατηγός Χέϋγουντ και ο ναυτικός ακόλουθος της βρεταννικής πρεσβείας Πλοίαρχος Τερλ, οι οποίοι έφυγαν από την περιοχή της Αργολίδος αεροπορικώς, την 27η Απριλίου.

[8] Ανεγράφη και στη βρεταννική εφημερίδα «Daily Mail» της 9ης Ιουνίου 1941.

Read More

assets_LARGE_t_942_44904928

Νίκος Μιχαηλίδης: Τα αδιέξοδα της Τουρκίας

Μετά και το πρόσφατο δημοψήφισμα στη γειτονική Τουρκία τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία ενός πολιτικού συστήματος στο οποίο θα ηγεμονεύουν εσαεί οι τουρκοσουνιτικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, περιθωριοποιώντας περαιτέρω τους μη συστημικούς Κούρδους και Αλεβίτες καθώς και όλες τις άλλες μειονοτικές ομάδες και φιλελεύθερες φωνές.Το νέο σύνταγμα θα είναι χειρότερο και από αυτό του δικτάτορα Κενάν Εβρέν των αρχών της δεκαετίας του 1980.

Η χώρα έχει εδώ και μήνες κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ενώ προετοιμάζεται πυρετωδώς για εκτεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή. Οι εκκαθαρίσεις στην τουρκική κρατική μηχανή συνεχίζονται εντατικά ενώ σύντομα θα επεκταθούν και στο εσωτερικό του κυβερνητικού κόμματος ΑΚΡ, μετά την επιστροφή του Ρ.Τ Ερντογάν στην ηγεσία του. Επίσης θα πρέπει να αναμένονται ριζικές ανακατατάξεις και στο τουρκικό ΥΠΕΞ.

Οι εξελίξεις στην Τουρκία το τελευταίο διάστημα δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία, ακόμη και στους πιο καλόπιστους στην Ελλάδα και στη Δύση γενικότερα, για τον χαρακτήρα του καθεστώτος και τις πραγματικές επιδιώξεις του στη Μέση Ανατολή, στη Μικρά Ασία και στην ανατολική Μεσόγειο.

Προσπαθώντας να περιγράψουμε συνοπτικά την κατάσταση, μπορούμε να πούμε τα εξής. Το τουρκικό «βαθύ κράτος» και οι πολιτικές του βιτρίνες–κόμματα, ισλαμικά και κεμαλικά, επιθυμούν και επιδιώκουν τα εξής:

α) Την αποτροπή δημιουργίας ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στη Βόρεια Συρία και στο Βόρειο Ιράκ. Για αυτό και υποστηρίζουν τηδιατήρηση της ενότητας αυτών των δύο χωρών. Διαφορετικά η μεγαλοϊδεατική τουρκική ηγεσία θεωρεί πως αυτά τα εδάφη θα πρέπει να περάσουν στη δικαιοδοσία της ως πρώην «οθωμανική επικράτεια». Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των τελευταίων μηνών και οι πρόσφατες τουρκικές αεροπορικές επιθέσεις κατά κουρδικών θέσεων καθώς και η μαζική συγκέντρωση στρατευμάτων στα σύνορα με Συρία και Ιράκ αποτελούν αδιάψευστες ενδείξεις αυτής της πολιτικής. Επίσης η σχετική προπαγανδιστική εκστρατεία των πλήρως ελεγχόμενων τουρκικών ΜΜΕ αποτελεί επιπλέον επιβεβαίωση των τουρκικών προθέσεων. Όμως περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή του τουρκικού κράτους στην περιοχή θα αποδυναμώσει περισσότερο τον κρατικό μηχανισμό και ιδιαίτερα τις ένοπλες δυνάμεις ενώ θα ενισχύσει το αντιπολεμικό κίνημα και τον διχασμό στο εσωτερικό.Επιπλέον υπάρχει ο κίνδυνος η Τουρκία να έρθει αντιμέτωπη με το Ιράν, ενώ οι κουρδικές ομάδες δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν την τουρκική πολιτική και θα συνεχίσουν να αγωνίζονται μέχρι τελικής δικαίωσης.

β) Η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει την καταστροφή όλων των μη ελεγχόμενων από το βαθύ κράτος κουρδικών πολιτικών δικτύων μέσα στην Τουρκία. Εδώ και μήνες χιλιάδες στελέχη του φιλελεύθερου και φιλοκουρδικού HDP βρίσκονται στη φυλακή μαζί με βουλευτές και τους δύο συμπροέδρους. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι σχεδόν αδύνατο το εν λόγω κόμμα να αναπτύξει επιτυχώς οποιαδήποτε αποτελεσματική πολιτική δραστηριότητα. Παράλληλα το τουρκικό βαθύ κράτος προωθεί την ανάδειξη νέων, ισλαμικών κουρδικών οργανώσεων, φίλα προσκείμενων στον Ρ.Τ Ερντογάν και στο ΑΚΡ. Στόχος είναι η πλήρης πολιτική περιθωριοποίηση του HDP και η αντικατάστασή του με τις ισλαμικές κουρδικές οργανώσεις. Αυτή η μυωπική πολιτική της τουρκικής ηγεσίας στενεύει τα περιθώρια διαλόγου και πολιτικής επίλυσης του προβλήματος, οδηγώντας περισσότερους νέους Κούρδους στη ριζοσπαστικοποίηση και στη χρήση βίας για την επίτευξη των πολιτικών τους στόχων. Έτσι το ΡΚΚ βγαίνει ακόμα πιο ενισχυμένο σε ανθρώπινο δυναμικό και σε νομιμοποίηση εντός της κουρδικής εθνότητας. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι τους τελευταίους μήνες οι εφημερίδες του δυτικού κόσμου στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν πάψει να χαρακτηρίζουν το ΡΚΚ τρομοκρατική οργάνωση. Το αναφέρουν είτε ως «Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν» ή ως «Κούρδοι ριζοσπάστες». Πρόκειται για σαφέστατη ένδειξη αυξάνουσας διεθνούς νομιμοποίησης της εν λόγω οργάνωσης. Επιπλέον ο αγώνας του ΡΚΚ εναντίον του ΙΣΙΣ του παρείχε μεγαλύτερη νομιμοποίηση, ενώ από την άλλη η ταύτιση της Τουρκίας στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης με την ισλαμική τρομοκρατία την κατέστησαν στόχο δριμείας κριτικής. Αντί το τουρκικό κράτος να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την κουρδική ηγεσία, επέλεξε τον δρόμο του πολέμου και της καταστροφής. Αυτός όμως είναι ένας αδιέξοδος δρόμος. Η δημογραφική, κοινωνική και πολιτική δυναμική του κουρδικού πληθυσμού αλλά και η διεθνής συγκυρία δεν ευνοούν «λύσεις»παρόμοιες με αυτές που επιβλήθηκαν στους Αρμένιους και στους Έλληνες της Μικράς Ασίας στις αρχές του 20ου αιώνα…

γ) Το τουρκικό κράτος επιδιώκει τον έλεγχο και την αντιστροφή του κοινωνικού ρεύματος που ζητά φιλελευθεροποίηση και εμπνέει εκατομμύρια νέους, κυρίως Αλεβίτες και Κούρδους, αλλά και πάρα πολλούς εκκοσμικευμένους Τούρκους πολίτες των δυτικών και νότιων παράλιων περιφερειών. Έτσι συνεχίζονται οι εκκαθαρίσεις στον ακαδημαϊκό χώρο και ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες, στις τέχνες, στη δημοσιογραφία και στους χώρους του κοινωνικοπολιτικού ακτιβισμούκαι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπου καλλιεργούνται δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες που εμπνέουν ιδιαίτερα μεγάλα στρώματα της νεολαίας. Δεν είναι τυχαίο ότι εντός του κυβερνητικού ΑΚΡ υπάρχει η εκτίμηση, μετά και το πρόσφατο δημοψήφισμα, ότι το ισλαμικό κόμμα έχει χάσει σημαντικό μέρος της υποστήριξής του από πολίτες νεαρής ηλικίας.Οι μαζικές πολιτικές διώξεις δημιουργούν χιλιάδες νέους αντικαθεστωτικούς εντός και εκτός Τουρκίας, τμήματα των οποίων ενδεχομένως να ριζοσπαστικοποιηθούν.

δ) Υπό εξέλιξη βρίσκεται η πλήρης εκκαθάριση του κρατικού και κομματικού μηχανισμού από στελέχη της επιρροής του διεθνούς δικτύου Φ.Γκιουλέν και η αντικατάσταση τους με εθνικιστές και ισλαμιστές προσκείμενους στον Ρ.Τ Ερντογάν. Επίσης το καθεστώς διαλύει όλα τα μη ελεγχόμενα κοινωνικά δίκτυα δραστηριότητας και επαφής με τον δυτικό κόσμο. Έτσι περιορίζει τις δυνατότητες ξένων κρατών να ασκούν επιρροή στο εσωτερικό της επικράτειάς του. Η Τουρκία γίνεταιπερισσότερο κλειστή ιδεολογικά, ισλαμοεθνικιστική και διεκδικητική. Παρόλα αυτά το δίκτυο Γκιουλέν είναι ακμαίο και δυναμικό στο εξωτερικό και ασκεί αντικαθεστωτική πολιτική στις πρωτεύουσες μεγάλων ξένων κρατών. Επίσης δεν είναι ακόμα βέβαιο πως θα αντιδράσει και τι ρόλο θα διαδραματίσει το επόμενο διάστημα, σε περίπτωση που η Τουρκία αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω.

ε) Η τουρκική κυβέρνηση επιθυμεί να καταστήσει τη χώρα διεθνές κέντρο μεταφοράς ενέργειας προς την Ευρώπη. Οι Τούρκοι ιθύνοντες εκτιμούν πως μια τέτοια κοσμογονική εξέλιξη θα μετατρέψει την Τουρκία σε υπερδύναμη και ισότιμο παίκτη με τα άλλα μεγάλα κράτη του διεθνούς συστήματος. Ελέγχοντας τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή προς τη Δύση, το τουρκικό καθεστώς θα μπορεί να απειλεί και να αυξάνει τις παράλογες διεκδικήσεις του. Η πρόσφατη πικρή εμπειρία με τις τουρκικές απειλές περί αποστολής εκατομμυρίων προσφύγων στην Ε.Ε αποτελεί μόνο μια μικρή ένδειξη του μαφιόζικου, τυχοδιωκτικού τρόπου σκέψης και δράσης πολλών τμημάτων της τουρκικής πολιτικής ελίτ και γραφειοκρατίας.Είναι σαφές ότι η ανάδειξη της Τουρκίας σε ρυθμιστή της ροής ενέργειας προς τον δυτικό κόσμο θα συνιστούσε αυτοκτονία για τις ευρωπαϊκές βιομηχανικές ελίτ και τα κράτη. Επιπλέον θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

στ) Η παρούσα κυβέρνηση αυτοπροβάλλεται ως προστάτης και ηγέτης όλων των μουσουλμάνων του κόσμου, αναπτύσσοντας έντονα αντιδυτική ρητορική και πρακτικές. Με αυτό τον τρόπο πιστεύει πως θα ενισχύσει τον διεθνή ρόλο της και θα διευρύνει τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών .Απευθυνόμενη σε ισλαμικά ακροατήρια κυρίως της Μέσης Ανατολής, μονίμως κατηγορεί τη Δύση για την υστέρηση των μουσουλμανικών κρατών και κοινωνιών. Καλλιεργεί την ταξικο-θρησκευτική συνείδηση του «φτωχού και καταπιεσμένου μουσουλμάνου». Αξίζει να σημειωθεί ότι η ρητορική της αυτή έχει αρκετά κοινά με την αντίστοιχη ρητορική της ευρωπαϊκής αριστεράς και τμημάτων της κεντροαριστεράς. Όμως ο αραβικός κόσμος δεν βλέπει την Τουρκία με αυτό το μάτι, αντίθετα είναι εξαιρετικά επιφυλακτικός απέναντί της και δεν πρόκειται να της επιστρέψει να ηγεμονεύσει στον σουνιτικό ισλαμικό κόσμο. Άλλωστε το Κοράνι γράφτηκε στα αραβικά και όχι στα τουρκικά…

ζ) Το τουρκικό κράτος επιδιώκει την περαιτέρω αλλοίωση των δημογραφικών ισορροπιών της χώρας υπέρ των συντηρητικών σουνιτών μουσουλμάνων. Για αυτό επιθυμεί και επιδιώκει διακαώς την απελευθέρωση της βίζας προκειμένου να εκκενώσει τη χώρα από τις κοινωνικές δυνάμεις που επιδιώκουν φιλελευθεροποίηση και ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, εξωθώντας τες σε νόμιμη μετανάστευση προς χώρες της Ε.Ε. Επιπλέον σχεδιάζει την πολιτογράφηση εκατοντάδων χιλιάδων σουνιτών Σύριων προσφύγων καθώς και προσφύγων από το Αφγανιστάν οι οποίοι είναι εγκλωβισμένοι στο Ιράν. Σχεδιάζει να τους εγκαταστήσει σε περιοχές όπου πλειοψηφούν αντισυστημικοί Κούρδοι και Αλεβίτες προκειμένου να αλλοιώσει τις δημογραφικές ισορροπίες, να αναδιαμορφώσει τις εκλογικές περιφέρειες και τα εκλογικά αποτελέσματα.Με λίγα λόγια το καθεστώς επιδιώκει τη δημιουργία μιας πιο σουνιτικής κα τουρκικής Ανατολίας. Όμως αυτή η πολιτική θα τροφοδοτήσει τα εσωτερικά κοινωνικά, εθνοτικά και θρησκευτικά ρήγματα και τις πρακτικές βίαιης εσωτερικής αντιπαράθεσης, ενισχύοντας τις αποσχιστικές τάσεις.

Θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη αν η τουρκική κυβέρνηση έκανε θεαματική στροφή και αποφάσιζε να απελευθερώσει τον ηγέτη του κουρδικού κινήματος Αμπντουλάχ Οτσαλάν και να διαπραγματευθεί μαζί του. Κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε τις μέχρι τώρα προβλέψεις και εκτιμήσεις και θα αναδιαμόρφωνε τις παραμέτρους του «προβλήματος Τουρκία»…

Ο κ. Νίκος Κ. Μιχαηλίδης είναι διδάκτορας ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου Princeton και διεξάγει επιτόπια έρευνα στην Τουρκία.
Ο κ. Νίκος Κ. Μιχαηλίδης είναι διδάκτορας ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου Princeton και διεξάγει επιτόπια έρευνα στην -Τουρκία.

Πηγή: Το ΒΗΜΑ

 

Read More

n-VIAROS-AUGOUSTINOS-KAPODISTRIAS-large570

Απεβίωσε ο Βιάρος Αυγουστίνος Καποδίστριας, απόγονος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας

Απεβίωσε στην Αθήνα το Σάββατο 29 Απριλίου, στις 5.30 μ.μ., ο Βιάρος-Αυγουστίνος Καποδίστριας, απόγονος της οικογένειας Καποδίστρια και τελευταίος σε μια διαδοχή αρρενοκρατίας.

Ο Βιάρος, όπως ήταν πιο γνωστός στους παλιούς Κερκυραίους, γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 28 Μαΐου 1933, και ήταν δισέγγονος του Γεωργίου Καποδίστρια, μικρότερου αδελφού του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. 

Ήταν επίτιμος Προέδρος του Δ.Σ. του Μουσείου Βιάρου-Αυγουστίνου Καποδίστρια, και πολύτιμος αρωγός στο έργο του Μουσείου.

Στο άγγελμα του θανάτου του, το Διοικητικό Συμβούλιο του Μουσείου Καποδίστρια – Κέντρου Καποδιστριακών Μελετών, αποφάσισε μεταξύ άλλων να κηρύξει τριήμερο πένθος και να αναρτηθούν μεσίστιες οι σημαίες των σωματείων-συνιδιοκτητών του Μουσείου (Αναγνωστικής Εταιρίας, Φιλαρμονικής Εταιρείας και Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών).  

Η κηδεία του θα γίνει σήμερα 3 Μαΐου στην Κέρκυρα.

Η HuffPost Greece είχε την τιμή και την τύχη, σχεδόν ένα μήνα πριν η ψυχή του ανοίξει πανιά για να συναντήσει τον Κυβερνήτη, λίγο πριν την αιωνιότητα, όπως είπε η κόρη του Ναταλία, να μιλήσει με τον Βιάρο Αυγουστίνο Καποδίστρια.  Oι απόγονοι του Καποδίστρια μιλούν για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας

Πηγή:HuffPost Greece

Read More

Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η διατάραξη της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά ανατράπηκε από τους συνταγματάρχες το μοιραίο πρωί της 21ης Απριλίου 1967

Αντώνης Κλάψης: Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου

Αντώνης Κλάψης

Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου

Στις 20 Δεκεμβρίου 1966 ο αρχηγός της ΕΡΕ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ανακοίνωσε την άρση της εμπιστοσύνης του κόμματός του προς την κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου, η οποία μοιραία οδηγήθηκε άμεσα σε παραίτηση. Η πρωτοβουλία του Κανελλόπουλου προέκυψε ως αποτέλεσμα της μυστικής συμφωνίας, στην οποία είχε καταλήξει λίγες ημέρες νωρίτερα, κατόπιν μεσολάβησης του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄, με τον ηγέτη της Ενωσης Κέντρου Γεώργιο Παπανδρέου. Η συμφωνία προέβλεπε τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης, η οποία, αφού ψήφιζε εκλογικό νόμο βασιζόμενο στην απλή αναλογική, θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές το αργότερο μέχρι το τέλος Μαΐου του 1967. Επιπλέον, ο Γ. Παπανδρέου δεσμευόταν ότι εάν στις εκλογές η Ενωση Κέντρου δεν κατόρθωνε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, δεν θα δεχόταν να στηριχθεί από την ΕΔΑ προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η διατάραξη της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά ανατράπηκε από τους συνταγματάρχες το μοιραίο πρωί της 21ης Απριλίου 1967
Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η διατάραξη της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά ανατράπηκε από τους συνταγματάρχες το μοιραίο πρωί της 21ης Απριλίου 1967

Η κατάρρευση της συμφωνίας ΕΡΕ – Ε.Κ.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1966 ορκίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η οποία στηρίχθηκε τόσο από την ΕΡΕ όσο και από την Ενωση Κέντρου. Η εξέλιξη αυτή έμοιαζε να ανοίγει τον δρόμο για την ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης, η οποία από τον Ιούλιο του 1965 και μετά είχε σοβαρά επιδεινωθεί. Ωστόσο, οι ελπίδες θα αποδεικνύονταν τελικά φρούδες, διότι η σύμπραξη ΕΡΕ και Ενωσης Κέντρου δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Στα τέλη Μαρτίου του 1967, με αφορμή διαφωνία επί τροπολογίας για την ασυλία των βουλευτών, η συνεργασία των δύο κομμάτων διακόπηκε και η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου δεν στάθηκε δυνατόν να ολοκληρώσει την αποστολή της και να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές.

Η πτώση της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου εγκαινίασε έναν νέο κύκλο διεργασιών, οι οποίες κατέληξαν στις 3 Απριλίου 1967 στον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας της ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον Κανελλόπουλο. Ο Κανελλόπουλος είχε ήδη από την επαύριον της συμφωνίας του με τον Γεώργιο Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1966 υπαινιχθεί με σαφήνεια το ενδεχόμενο να αναλάμβανε, εφόσον οι συνθήκες το απαιτούσαν, ο ίδιος την πρωθυπουργία. Ο αρχηγός της ΕΡΕ είχε τότε κάνει νύξη για την ύπαρξη «δεύτερης φάσης», υπονοώντας ακριβώς τον σχηματισμό κυβέρνησης του κόμματός του πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών. Οπως εξηγούσε, τις σκέψεις του περί ενδεχόμενης «δεύτερης φάσης» είχαν υπαγορεύσει δύο παράγοντες: Πρώτον, η πιθανότητα αποτυχίας της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου λόγω ασυμφωνίας στην πορεία ανάμεσα στην ΕΡΕ και στην Ενωση Κέντρου. Και δεύτερον (και σημαντικότερο), η αποτροπή ενδεχομένου συνταγματικής εκτροπής, η οποία –κατά τη γνώμη του Κανελλόπουλου– θα καθίστατο για πολλούς λόγους δυσχερέστερη εφόσον ο ίδιος βρισκόταν στην πρωθυπουργία.

Οι φόβοι και οι στόχοι του αρχηγού της ΕΡΕ

Ο αρχηγός της ΕΡΕ διαισθανόταν τους κινδύνους που ελλόχευαν για τη δημοκρατία. Τους φόβους του τους ανέλυε σε επιστολή που απηύθυνε στα μέσα Μαρτίου του 1967 (δηλαδή περίπου είκοσι ημέρες πριν αναλάβει την πρωθυπουργία) προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην επιστολή αυτή αναφερόταν εξίσου σε κύκλους που δεν επιθυμούσαν τις εκλογές και επιδίωκαν να ωθήσουν τον βασιλιά σε αντισυνταγματικές λύσεις, όσο και άλλους που επιχειρούσαν να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα στην κοινή γνώμη ώστε να αποδεχθεί ευκολότερα μία ενδεχόμενη συνταγματική εκτροπή. Ο Κανελλόπουλος, εξάλλου, είχε ήδη από τον Ιούλιο του 1966, κατά τη διάρκεια συνομιλίας του με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα Phillips Talbot, επισημάνει την ύπαρξη προσώπων στο περιβάλλον του βασιλιά Κωνσταντίνου (μεταξύ αυτών και στελέχη της ΕΡΕ), τα οποία τον ενθάρρυναν να προχωρήσει σε κάποια «εξωκοινοβουλευτική λύση». Ο αρχηγός της ΕΡΕ εκτιμούσε ότι μια τέτοια απόπειρα όχι μόνο ήταν επικίνδυνη, αλλά ότι σε τελική ανάλυση θα είχε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που επιδίωκαν οι εμπνευστές της, καθώς θα συνέτεινε στην ενίσχυση (και όχι στην αποδυνάμωση) της θέσης της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Ο Κανελλόπουλος πίστευε ότι από τη θέση του πρωθυπουργού θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ομαλή πορεία της χώρας προς εκλογές, αφενός λειτουργώντας ως ο εγγυητής της ομαλότητας και αφετέρου πείθοντας τον βασιλιά Κωνσταντίνο να μην πέσει στην παγίδα της εκτροπής. Αυτός ήταν ασφαλώς ο κυριότερος στόχος του Κανελλόπουλου όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, γεγονός που ο ίδιος κατέστησε απολύτως σαφές στο διάγγελμα που απηύθυνε αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του: « […] η κυβέρνησις», διακήρυττε, «θα εκπληρώση την αποστολήν της, η οποία θα είναι μονοσήμαντος: Θα οδηγήσωμεν την χώραν εις την ομαλότηταν».

Ο Κανελλόπουλος προφανώς ήλπιζε ότι, αναλαμβάνοντας στις αρχές Απριλίου του 1967 την πρωθυπουργία, θα είχε την ευκαιρία να υλοποιήσει την ατελέσφορη πρωτοβουλία που είχε αναλάβει στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1965 (πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Στεφανόπουλο), όταν είχε προτείνει τον σχηματισμό δικής του κυβέρνησης με αποκλειστική αποστολή τη διεξαγωγή αδιάβλητων εκλογών. Υπήρχε όμως μια καθοριστική διαφορά: το σχέδιο του 1965 βασιζόταν στη συναίνεση της Ενωσης Κέντρου για τον σχηματισμό κυβέρνησης της ΕΡΕ που θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές. Αντίθετα, τον Απρίλιο του 1967 ούτε είχε εξασφαλιστεί αυτή η συναίνεση (όπως και κανενός από τα υπόλοιπα κόμματα), ούτε είχε καν τεθεί ως προϋπόθεση από τον Κανελλόπουλο για την πραγματοποίηση του σχεδίου του. Με αυτά τα δεδομένα, η αδυναμία της κυβέρνησης Κανελλόπουλου να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή ήταν η μοιραία κατάληξη. Εν όψει αυτής της αδυναμίας, η νέα κυβέρνηση δεν εμφανίστηκε καν ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας και προκήρυξε εκλογές για τις 28 Μαΐου 1967.

Το ζήτημα του νέου εκλογικού νόμου

Με τον τρόπο που υλοποιήθηκε η «δεύτερη φάση» δεν πληρούσε μία βασική προϋπόθεση, η οποία, εάν τα πράγματα είχαν κυλήσει ομαλά, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα σχέδια του Κανελλόπουλου. Ενα από τα σημεία της συμφωνίας του αρχηγού της ΕΡΕ με τον Γ. Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1966 ήταν η ψήφιση νέου εκλογικού νόμου, έτσι ώστε οι επερχόμενες εκλογές να διεξάγονταν με το σύστημα της απλής αναλογικής. Ο Κανελλόπουλος είχε ήδη από τις αρχές του 1965 προσανατολιστεί προς αυτό το σύστημα προκειμένου να διευκολύνει την αυτόνομη εκλογική παρουσία πολιτικών προσωπικοτήτων που θα επέλεγαν να αποσκιρτήσουν από την Ενωση Κέντρου. Λίγους μήνες αργότερα, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο Κανελλόπουλος είχε και δημόσια εκδηλώσει την πρόθεσή του να δεχθεί την απλή αναλογική. Οπως εξηγούσε τον Μάρτιο του 1966 στους βουλευτές του κόμματός του, η απλή αναλογική θα ενίσχυε τις γραμμές των «αποστατών», οι οποίοι στο μεταξύ είχαν συμπήξει δικό τους κομματικό οργανισμό, το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κέντρο, διότι με αυτήν οι ελπίδες εκλογικής τους επιτυχίας θα ήταν αυξημένες, ενώ ταυτόχρονα θα μειώνονταν και οι πιθανότητες έμμεσης υποστήριξης της Ενωσης Κέντρου από την ΕΔΑ (όπως είχε συμβεί στις εκλογές του 1964). Με αυτόν τον τρόπο, η Ενωση Κέντρου θα έχανε κάποιο –έστω και μικρό– μέρος των δυνάμεών της, το οποίο ήταν πολύ πιθανό να της στερούσε την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Ωστόσο, η κατάρρευση της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου και η απροθυμία όλων των υπόλοιπων κοινοβουλευτικών κομμάτων τον Απρίλιο του 1967 να στηρίξουν μια κυβέρνηση της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον Κανελλόπουλο δεν επέτρεψε την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου. Κατά συνέπεια, οι εκλογές του Μαΐου θα διεξάγονταν με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής. Η αποτυχία αυτή, πάντως, κάθε άλλο παρά κλόνισε την αποφασιστικότητα του αρχηγού της ΕΡΕ να αποτρέψει κάθε ενδεχόμενο διατάραξης της δημοκρατικής ομαλότητας και να οδηγήσει, όπως διακήρυττε, τη χώρα σε εκλογές «με τους νόμους της Δημοκρατίας εν πλήρει και αυστηρά λειτουργία». Την εκπλήρωση αυτής της αποστολής, εξάλλου, ο ίδιος είχε προκαταβολικά φροντίσει να αποσυσχετίσει από την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης της Βουλής. Η επικράτηση του στρατιωτικού πραξικοπήματος που πραγματοποιήθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου 1967 δεν επέτρεψε στον Κανελλόπουλο να επιχειρήσει, έστω και με όρους δυσμενέστερους απ’ ό,τι θα το είχε πράξει το φθινόπωρο του 1965, την υπέρβαση της πολιτικής κρίσης μέσω της ομαλής διεξαγωγής των εκλογών. Η πρόθεσή του δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει την εκδήλωση της συνωμοσίας, η οποία στο μεταξύ εξυφαινόταν στα παρασκήνια από επίορκους αξιωματικούς. Η τραγική κατάληξη της Ιστορίας επιβεβαίωσε με τον πλέον επώδυνο τρόπο τις δηλώσεις που περίπου ενάμιση χρόνο νωρίτερα είχε κάνει ο Κανελλόπουλος: «Η αναποφασιστικότης των κομμάτων, η υπερβολική προσήλωσις εις τους κομματικούς εγωισμούς, τα προσωπικά ή κομματικά πείσματα, η αδικαιολόγητος υποτίμησις του υψηλόφρονος Ελληνικού Λαού, ως δήθεν ανικάνου να κατανοήση ανιδιοτελείς αποφάσεις, τας οποίας ακριβώς αι ηγεσίαι δεν είχον πάντοτε την ικανότητα να λαμβάνουν, όλα αυτά εστοίχισαν συχνότατα πολύ ακριβά εις την χώραν, ιδία εις τον κοινοβουλευτισμόν. Τα ελαττώματα αυτά είχον, κατά το έτος 1936, ως αποτέλεσμα την κατάλυσιν του ελευθέρου πολιτεύματος».

 

Ο Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
Ο Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Read More

17200255_831358750352673_1808088903_o

Άρθρο του Σπυρίδωνα Σφέτα για το ιστορικό υπόβαθρο της κρίσης στην ΠΓΔΜ, γραμμένo πριν 12 χρόνια.

Σπυρίδων Σφέτας  

Oι Αλβανοί της ΠΓΔΜ

 To ιστορικό υπόβαθρο του ζητήματος και η προοπτική της εθνοτικής συνύπαρξης

Σλαβομακεδόνων και Αλβανών μετά τη συμφωνία της Αχρίδας (13.8.2001)

Η παρουσία των Αλβανών στην πρώην Γιουγκοσλαβία συνιστούσε ίσως το κυριότερο εθνοτικό πρόβλημα στην πολυεθνική κοινωνία της χώρας αυτής. Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν στραμμένο, κυρίως μετά τις ταραχές του 1981, στο Κοσσυφοπέδιο, το οποίο θεωρούνταν ως πιθανή εστία ανάφλεξης στη Γιουγκοσλαβία, ελάχιστα ήταν γνωστά για τους Αλβανούς των Σκοπίων. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ το 1991, την αναζωπύρωση του Μακεδονικού Ζητήματος και την αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του νέου κράτους, το ζήτημα των Αλβανών των Σκοπίων συγκέντρωσε την προσοχή της ελληνικής και διεθνούς κοινής γνώμης. Βασική παράμετρο του Μακεδονικού Ζητήματος αποτελεί το ερώτημα κατά πόσο οι Αλβανοί μπορούν να ενταχθούν στην κρατική δομή της ΠΓΔΜ ή θα μεταβληθούν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης στην νότιο Βαλκανική, δεδομένης της γειτνίασης της χώρας αυτής με το Κοσσυφοπέδιο και του άμεσου ενδιαφέροντος της μετακομμουνιστικής Αλβανίας για τους ομοεθνείς στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Στο έδαφος της ΠΓΔΜ οι Αλβανοί δεν ήταν αυτόχθονες αλλά κατά βάση επήλυδες. Μαζικές αλβανικές εγκαταστάσεις από τη Βόρειο Αλβανία στην ΠΓΔΜ σημειώθηκαν κατά την περίοδο 1780-1840. Κύρια αποστολή των εξισλαμισμένων Αλβανών ήταν η διατήρηση της τάξης προς όφελος της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κατάπνιξη των εξεγέρσεων των χριστιανικών πληθυσμών. Με την εγκατάσταση τους οι Αλβανοί επιδόθηκαν όχι μόνο σε αγριότητες και διαρπαγή των γαιών του χριστιανικού πληθυσμού,  αλλά επέβαλαν και σε αρκετές περιπτώσεις το βίαιο εξισλαμισμό. Νέες μαζικές εγκαταστάσεις Αλβανών παρατηρήθηκαν μετά το 1878, όταν οι Σέρβοι, σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, προσάρτησαν τις πόλεις Νύσσα, Πιρότ, Βράνγιε, Λέσκοβατς, οπότε ο αλβανικός πληθυσμός τους προτίμησε να μεταναστεύσει παρά να παραμείνει υπό σερβική κυριαρχία.

Στόχος του αλβανικού εθνικού κινήματος στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν η αναγνώριση της αυτονομίας των βιλαετιών Ιωαννίνων, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Κοσόβου ως του «αλβανικού ιστορικού χώρου» από την Υψηλή Πύλη. Οι Αλβανοί, επωφελούμενοι από τις υψηλές θέσεις που κατείχαν στο οθωμανικό κράτος, οραματίζονταν ένα μεγάλο αλβανικό κράτος με αυθαίρετα κριτήρια. Καθώς ενιαίο αλβανικό κράτος δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν, ο όρος «Αλβανία» ήταν ασαφής. Συμπαγείς αλβανικοί πληθυσμοί υπήρχαν κυρίως στο βιλαέτι της Σκόδρας. Στο βιλαέτι των Ιωαννίνων υπήρχε ελληνικός πληθυσμός με οικονομική και πολιτιστική εμβέλεια, στα βιλαέτια Κοσόβου και του Μοναστηρίου σλαβικός πληθυσμός, διεκδικούμενος από Σέρβους και Βούλγαρους. Έλληνες και Σέρβοι γενικά που είχαν εθνικά κράτη και αγωνίζονταν για την εθνική τους ολοκλήρωση ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο για τους Αλβανούς. Μια ραγδαία κατάρρευση του οθωμανικού κράτους μπορούσε να αποβεί ολέθρια για τους Αλβανούς. Έτσι, η εξασθένιση του οθωμανικού κράτους κατά τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12, η πτώση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1912 και η ανάληψη της εξουσίας από τους Φιλελευθέρους, η διαφαινόμενη προσέγγιση των βαλκανικών κρατών συνετέλεσαν ώστε οι Αλβανοί να μετριάσουν τα αιτήματά τους προς τους Οθωμανούς. Παρά την επιτυχία που σημείωσε η μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 στο Κόσοβο, οι Αλβανοί υπαναχώρησαν από το πάγιο αίτημα της αυτονομίας των βιλαετιών και στο νέο υπόμνημα που υπέβαλε ο Χάσαν Πριστίνα στις 9 Αυγούστου 1912, γνωστό ως τα Δεκατέσσερα Σημεία του Χάσαν Πριστίνα, περιλαμβάνονταν γενικά αιτήματα για τη διατήρηση του άγραφου νόμου των Αλβανών, την εκπλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας μόνο σε περίοδο ειρήνης μόνο σε ευρωπαϊκά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το διορισμό Αλβανών ή ατόμων που να γνωρίζουν την αλβανική ως υπαλλήλων στα βιλαέτια του Κοσόβου, των Ιωαννίνων, της Σκόδρας και του Μοναστηρίου, την αναγνώριση της αλβανικής ως επίσημης, την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας, την ίδρυση αλβανικών σχολείων, τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, την αποκατάσταση υλικών ζημιών, την ίδρυση μεντρεσέδων με γλώσσα διδασκαλίας την αλβανική, την αυστηρή εφαρμογή του ιερού νόμου. Καθώς η Υψηλή Πύλη δεν απάντησε εντός 2 ημερών από την υποβολή του Υπομνήματος, οι Αλβανοί υπό την ηγεσία του Ίσα Μπολετίνι και του Μπαϊράμ Τσούρι κατέλαβαν στις 13 Αυγούστου 1912 τα Σκόπια, την πρωτεύουσα του βιλαετίου του Κοσόβου. Στις 18 Αυγούστου η Υψηλή Πύλη δέχτηκε κατά βάση τα αιτήματα των Αλβανών, αλλά με σημαντικές τροποποιήσεις και ασάφειες. Απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας των Αλβανών, εξαίρεσε το βιλαέτι της Σκόδρας από τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις και δεν αποσαφήνισε τον όρο «Αλβανία». Καθώς οι κύριοι εχθροί των Αλβανών δεν ήταν οι Οθωμανοί, αλλά τα γειτονικά βαλκανικά κράτη, οι Αλβανοί  δεν συμμετείχαν στις βαλκανικές συνεννοήσεις του 1912 και στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο πολέμησαν στο πλευρό των Οθωμανών. Η ίδρυση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους το 1913 ήταν αποτέλεσμα της δράσης της αυστριακής και ιταλικής διπλωματίας. Το βιλαέτι της Σκόδρας αποτέλεσε ένα τμήμα του αλβανικού κράτους, ενώ το Κόσοβο και οι δυτικές περιοχές της σημερινής ΠΓΔΜ, που είχαν απελευθερωθεί από το σερβικό στρατό και είχαν αλβανικό πληθυσμό, επιδικάσθηκαν στη Σερβία με την υποχρέωση των Σέρβων να αποσύρει τον στρατό της από την Αδριατική.

Το νομικό καθεστώς των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Από τη θρησκευτική μειονότητα του Μεσοπολέμου

στην εθνική μειονότητα της μεταπολεμικής περιόδου.

 

Στο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, όπου η Σερβία διαδραμάτιζε ηγεμονικό ρόλο, ζούσαν 441.000 Αλβανοί, σύμφωνα με τη στατιστική του 1921. Έχοντας ως βάση το γεγονός ότι από τους Αλβανούς έλλειπαν γενικά τα συνεκτικά στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του έθνους (φυλετικές, γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές) το Βελιγράδι δεν αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα, αλλά ως θρησκευτική – μουσουλμανική. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ως το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και λόγω της προνομιακής τους θέσης ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Το Βελιγράδι ασκούσε μια πολύπλευρη πολιτική εκσερβισμού στη σερβική Μακεδονία, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά από τις περισσότερο υποβαθμισμένες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας. Η σερβοκροατική επιβλήθηκε ως επίσημη γλώσσα, ιδρύθηκαν σέρβικα σχολεία και στα Σκόπια, που ήταν η έδρα του Τρίτου Σώματος Στρατού, το Βελιγράδι διατηρούσε τις περισσότερες χερσαίες στρατιωτικές του δυνάμεις. Έτσι οι Αλβανοί οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αναλφάβητοι αγρότες, κτηνοτρόφοι και εργάτες. Ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν τα παιδιά τους σε σερβικά σχολεία.

Τρεις ήταν οι βασικοί άξονες της αλβανικής πολιτικής του Βελιγραδίου: η αγροτική μεταρρύθμιση, συνδυασμένη με έναν εποικισμό Σέρβων, η εκτόπιση των Αλβανών και η αφομοίωσή τους μέσω της εκπαίδευσης. Οι σερβικές αρχές δήμευσαν και απαλλοτρίωσαν τα κτήματα των Αλβανών μεγαλογαιοκτημόνων και τη βακουφική γη των τζαμιών, διανέμοντάς τα σε Σέρβους εποίκους, σε μια συστηματική προσπάθεια να ενισχύσουν το σερβικό στοιχείο, κυρίως στη μεθόριο με την Αλβανία και σε κεντρικά σημεία. Παράλληλα, οι Αλβανοί ενθαρρύνονταν ή εξαναγκάζονταν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και Τουρκία. Καθώς οι Σέρβοι δεν αναγνώριζαν αλβανική εθνική μειονότητα, ούτε λειτουργούσαν αλβανικά σχολεία ούτε οι Αλβανοί είχαν πολιτικές οργανώσεις. Υπήρχε μονάχα η θρησκευτική μουσουλμανική οργάνωση «Τζεμιέτ», που εκπροσωπούσε τους Αλβανούς και τους Τούρκους. Για να δικαιολογήσουν την πολιτική του εκσερβισμού των Αλβανών, οι Σέρβοι προπαγάνδιζαν τη θέση ότι οι Αλβανοί Γκέκηδες του Κοσόβου και της σερβικής Μακεδονίας είναι εξισλαμισμένοι (εξαλβανισμένοι) σερβικοί  πληθυσμοί. Παρόλο που από τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν συχνές τέτοιες περιπτώσεις στο Κόσοβο, μια  γενίκευση είναι αβάσιμη. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ως το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους, οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Οι Σέρβοι ίδρυσαν μόνο σερβικά σχολεία, αλλά υπήρχε απροθυμία από την πλευρά των Αλβανών για φοίτηση. Στις θρησκευτικές σχολές, τους μεντρεσέδες, γλώσσα διδασκαλίας ήταν η σερβοκροατική. Μόλις η οργάνωση «Τζεμιέτ» έθεσε ζήτημα ίδρυσης αλβανικών σχολείων, διαλύθηκε από τις σερβικές αρχές το 1925.

Η πολιτική εκσερβισμού των Αλβανών ήταν καταδικασμένη  σε αποτυχία. Μην έχοντας σλαβική καταγωγή, μιλώντας μια γλώσσα ακατανόητη για τους σλαβικούς λαούς της Γιουγκοσλαβίας, όντας μουσουλμάνοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με χαρακτηριστικά παραδοσιακής φυλετικής οργάνωσης με βάση το Κανούν του Λεκ Ντουγκατζίν, οι Αλβανοί ήταν αδύνατο να εκσερβιστούν. Στερούμενοι μειονοτικών ζητημάτων ήταν αδύνατο να ενταχθούν στο γιουγκοσλαβικό κράτος. Σθεναρή αντίσταση στον εκσερβισμό δεν ήταν ωστόσο σε θέση να προβάλλουν. Μέχρι το 1925 περιορισμένη ένοπλη αντίσταση στην πολιτική του εκσερβισμού πρόβαλλε το Κομιτάτο του Κοσόβου, στέλνοντας μικρές ένοπλες ομάδες, ληστρικού χαρακτήρα στις περισσότερες περιπτώσεις τους λεγόμενους κατσάκι που στρέφονταν κατά των σερβικών αρχών. Το αλβανικό κράτος του Αχμέτ Ζώγου δεν άσκησε καμιά συστηματική αλυτρωτική πολιτική για τους Αλβανούς της Γιουγκοσλαβίας. Με δεδομένο τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, το κύριο ίσως επίτευγμα των Σέρβων ήταν η διατήρηση μιας σχετικής πληθυσμιακής ισορροπίας μεταξύ Αλβανών και Σέρβων στο Κόσοβο και τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για παράδειγμα το 1939 Αλβανοί, Αθίγγανοι και Τούρκοι στο Κόσοβο αποτελούσαν το 65% (422.827.000), ενώ οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι το 35%. Σέρβικο σχέδιο για την υποχρεωτική μετανάστευση 40000 μουσουλμάνων οικογενειών από τη Νότιο Σερβία προς την Τουρκία δεν υλοποιήθηκε  λόγω του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας στις 17 Απριλίου 1941 με βάση τη συμφωνία Ρίμπεντροπ – Τσιάνο της 24ης Απριλίου 1941 η ιταλική ζώνη κατοχής της σερβικής Μακεδονίας περιελάμβανε τις αλβανόφωνες περιοχές του Τετόβου, Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, Ντέμπαρ, τη λίμνη της Αχρίδας και ορισμένα χωριά των Πρεσπών. Το υπόλοιπο της σερβικής Μακεδονίας τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή. Το μεγαλύτερο μέρος του Κοσόβου (με εξαίρεση τη Μητροβίτσα και τα ορυχεία της Τρέπτσα που κατέλαβε η Γερμανία) καθώς και τμήματα του Μαυροβουνίου (Πλαβ, Γκούσινγιε, Ούλτσιν) καταλήφθηκαν από την Ιταλία. Η Βουλγαρία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη συνοριακή ζώνη ως οριστική και κατέβαλε προσπάθειες για την αναθεώρησή της, διεκδικώντας αλβανόφωνες περιοχές. Σημειώθηκαν συμπλοκές μεταξύ βουλγαρικού και ιταλικού στρατού. Στις 12 Αυγούστου 1941 οι ιταλικές ζώνες κατοχής του Κοσόβου, της σερβικής Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου προσαρτήθηκαν στην Αλβανία και μέχρι το φθινόπωρο του 1944 αποτέλεσαν τμήματα της Μεγάλης Αλβανίας. Με τη μεταβολή αυτή του καθεστώτος εγκαινιάστηκε και η επιχείρηση πλήρους αλβανοποίησης των περιοχών αυτών. Η αλβανική γλώσσα επιβλήθηκε ως επίσημη, η πολιτική διοίκηση, η αστυνομία και τα δικαστήρια στελεχώθηκαν από Αλβανούς που μεταφέρθηκαν από την Αλβανία, οι οδοί απέκτησαν αλβανικά ονόματα, τέθηκε σε ισχύ η αλβανική νομοθεσία και στα δημόσια κτίρια κυμάτιζε η αλβανική σημαία. Όλοι οι εξ αίματος Αλβανοί απέκτησαν αλβανική υπηκοότητα. Ιδρύθηκαν αλβανικά σχολεία με εκπαιδευτικό προσωπικό και εγχειρίδια από εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αλβανίας. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας συνίστατο κυρίως στην καλλιέργεια της μεγαλοαλβανικής εθνικής ιδεολογίας και στον εκθειασμό του φασιστικού ιδεώδους. Οι αλβανικές αρχές φρόντισαν επίσης για τη διατήρηση των αλβανικών ηθών και εθίμων. Έτσι, για παράδειγμα θεωρήθηκε ως απόδειξη εθνικής υπερηφάνειας και απελευθέρωσης να φορούν οι Αλβανοί τον παραδοσιακό λευκό σκούφο. Ο σλαβικός πληθυσμός υπήρξε θύμα εξαλβανισμού τόσο στο Κόσοβο όσο και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Πάνω από 100.000 Σέρβοι εγκατέλειψαν το Κόσοβο, ενώ οι Βουλγαρομακεδόνες από τις αλβανοκρατούμενες περιοχές μετέβησαν στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Αντισλαβική δράση ανέπτυξε αρχικά η αλβανική σοβινιστική οργάνωση «Μπάλι Κομπετάρ» που ιδρύθηκε το 1942 από τον Μιδάτ Φράσερι, γιο του Αβδούλ Φράσερι θεμελιωτή της Λίγκας της Πριζρένης το 1878. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), όταν η Γερμανία ανέλαβε την υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας της Αλβανίας, ιδρύθηκαν η Δεύτερη Λίγκα της Πριζρένης με παναλβανικά σχέδια και η επίλεκτη ταξιαρχία των SS Σκεντέρμπεη. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας οι Βούλγαροι, επικαλούμενοι το νόμο της 10ης Ιουνίου 1942 για τη βουλγαρική υπηκοότητα, άρχισαν να απελαύνουν Αλβανούς από την πόλη των Σκοπίων ως αντίποινα για την  τύχη του σλαβικού πληθυσμού στις δυτικές περιοχές. Οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και του Κοσόβου, θεωρώντας ότι απελευθερώθηκαν από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, δεν προσχώρησαν μαζικά στο γιουγκοσλαβικό αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Τον Οκτώβριο / Νοέμβριο του 1944 πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους στο Τέτοβο και Γκόστιβαρ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα. Το Κόσοβο εντάχθηκε ως αυτόνομη περιοχή εντός της Σερβίας, ενώ οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας θα συμβίωναν ως εθνική μειονότητα με τους αναγνωρισμένους ως κυρίαρχο έθνος Σλαβομακεδόνες εντός της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Οι Αλβανοί των Σκοπίων  απέκτησαν εκπαιδευτικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά, όπως και οι Κοσοβάροι, επιδίωκαν την ίδρυση μιας ομόσπονδης αλβανικής δημοκρατίας εντός της Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή την ισοτιμία τους με τους Σλάβους και όχι απλά το καθεστώς της μειονότητας. Οι ταραχές στο Κόσοβο το 1968 και το 1981 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στα Σκόπια. Ο αλβανικός πληθυσμός της ομόσπονδης γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας αυξήθηκε σημαντικά και λόγω του υψηλού δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και λόγω της εγκατάστασης εκεί Αλβανών από το Κόσοβο. Ενώ το 1961 οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ανέρχονταν σε 183.108 άτομα, το 1971 έφθασαν τις 279.871 και το 1981 τις 377.726. Μετά το 1981 οι  σχέσεις Αλβανών και Σλαβομακεδόνων χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη οξύτητα. Οι Αλβανοί οδηγήθηκαν σε αυτοπεριχαράκωση. Καθιερώθηκε ένα είδος “apartheid” που λειτουργούσε ως άγραφος νόμος. Μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό εκπροσώπησης των Αλβανών στα κρατικά και κομματικά όργανα, συρρικνώθηκαν τα εκπαιδευτικά τους δικαιώματα, οι αρχές των Σκοπίων έλαβαν μέτρα κατά υψηλού δείκτη γενετικότητας  των Αλβανών και το σύνταγμα του 1989 χαρακτήριζε τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ως «το εθνικό κράτος του μακεδονικού λαού».

 

 Από το καθεστώς της εθνικής μειονότητας

στον αγώνα για ισοτιμία με τους Σλαβομακεδόνες.

 

Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς και την ίδρυση των πολιτικών κομμάτων το αλβανικό ζήτημα εισήλθε σε νέα φάση. Δύο ήταν αρχικά τα βασικότερα αλβανικά κόμματα, το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας με ηγέτη τον Αβδουραχμάν Αλίτι (1990) και το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών (1997) με ηγέτη τον Άρμπεν Τζαφέρι. Καθιερώθηκε ως άγραφος νόμος η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση, οι Αλβανοί είχαν το δικαίωμα έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών, ίδρυσης ιδιωτικών ραδιοφώνων και τηλεοπτικών σταθμών. Αλλά το κύριο αίτημά τους ήταν η ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες και οι πολιτικοί τους αγώνες επικεντρώνονταν σε τρεις βασικούς άξονες: στην αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και του δικαιώματος ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, στην επαρκή εκπροσώπησή τους στις δημόσιες υπηρεσίες και το στρατό και στην αναγνώριση του αλβανικού Πανεπιστημίου στο Τέτοβο. Οι κυβερνήσεις των Σκοπίων μερικώς ικανοποίησαν ορισμένα αιτήματα των Αλβανών μετά το 1998, για παράδειγμα επιτράπηκε στους Αλβανούς βουλευτές να αγορεύουν στην αλβανική, σιωπηρά λειτουργούσε το αλβανικό Πανεπιστήμιο του Τετόβου, θέσεις αστυνομικών διευθυντών σε αλβανικές περιοχές (Τέτοβο) δόθηκαν σε Αλβανούς, επιτράπηκε η ανάρτηση της αλβανικής σημαίας, αλλά μόνο σε εθνικές γιορτές. Οι Αλβανοί, ωστόσο,  παρέμειναν ανικανοποίητοι. Παρά τις ανταγωνιστικές σχέσεις που ανέπτυξαν τα αλβανικά πολιτικά κόμματα στην εσωτερική τους πολιτική, όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα τόσο στο Κόσοβο όσο και στα Σκόπια έθεσαν δύο συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους: ανεξαρτησία του Κοσόβου και ομοσπονδοποίηση της ΠΓΔΜ. Η δυναμική που απέκτησε το αλβανικό ζήτημα μετά τις εξελίξεις στο Κόσοβο το 1998/99 επέδρασε καταλυτικά και στους Αλβανούς των Σκοπίων. Ο ένοπλος αγώνας κρίθηκε απαραίτητος για την ικανοποίηση των πολιτικών τους επιδιώξεων. Καρπός της ένοπλης σύγκρουσης του 2001 υπήρξε η συμφωνία της Αχρίδας. 

 Η συμφωνία της Αχρίδας

Ιστορική καμπή της εξέλιξης του αλβανικού ζητήματος στην ΠΓΔΜ.

 

H συμφωνία της Αχρίδας αποτελεί πράγματι μια ιστορική καμπή  στην  εξέλιξη  του ανεξάρτητου κράτους των Σκοπίων, καθώς οδήγησε στην αλλοίωση της εσωτερικής του φυσιογνωμίας. Η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών  στην ΠΓΔΜ το 2001 δεν έχει  ακόμα  διαλευκανθεί πλήρως,[1] ωστόσο δύο γεγονότα είναι αναμφισβήτητα: ότι η σύγκρουση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών το 2001 στην ΠΓΔΜ ήταν αντανάκλαση της δυναμικής του ζητήματος του Κοσόβου μετά το 1999 και ότι  αμερικανικοί παράγοντες ενεπλάκησαν στην κρίση για την προώθηση μιας πολιτικής συμφωνίας με την οποία οι Αλβανοί θα αναγορεύονταν σε συνταγματικό έθνος στην ΠΓΔΜ.  [2]  Η κυβέρνηση του Georgievski  αποτράπηκε να κηρύξει πόλεμο κατά των Αλβανών  ή να δεχτεί στρατιωτική βοήθεια από την Ουκρανία ώστε να μην κατανικήσει τους Αλβανούς αντάρτες και η αναμέτρηση να παραμείνει αμφίρροπη. Όπως και στο Κόσοβο, έτσι και στην ΠΓΔΜ συγκροτήθηκε ο λεγόμενος ‘’Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός’’ – Ushtria Çlirimtare Kombëtare- με πολιτικό εκπρόσωπο τον Ali Ahmeti. Ο ηλικίας τότε 43 ετών Ahmeti από το Κίτσεβο ήταν άγνωστος στην ΠΓΔΜ. Έλλειπε 20 χρόνια στην Ελβετία  και έζησε αρκετό χρονικό διάστημα στο Κόσοβο. Η πρώην σοσιαλιστική γιουγκοσλαβική  κυβέρνηση τον κατηγόρησε για υπόθαλψη αλβανικού σεπαρατισμού, όπως και τον θείο του Fezli Veliu. Συμμετείχε στην ίδρυση του UÇK (Ushtria Çlirimtare e Kosovës ) και με το ψευδώνυμο ‘’ Abazi ‘’ πολέμησε γενναία στο Κόσοβο το 1999. Ως πολιτικός εκπρόσωπος του  UÇK στην ΠΓΔΜ τόνιζε ότι  η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών αποσκοπούσε στη βελτίωση του νομικο-πολιτικού καθεστώτος  των Αλβανών στις δυτικές περιοχές της  ΠΓΔΜ, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την πλειοψηφία.[3] Με τη διαιτησία του Αμερικανού πρέσβη στα Σκόπια, James Pardew , και του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Francois Leotard, άρχισαν  οι ειρηνευτικές  διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυρίων σλαβομακεδονικών και αλβανικών κομμάτων. Στις 13 Αυγούστου 2001 (επέτειο της εισόδου των εξεγερμένων  Αλβανών στα Σκόπια το 1912)  υπογράφτηκε η συμφωνία   της Αχρίδας από τον Πρόεδρο της χώρας, Boris Trajkovski, τον ηγέτη της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης Branko Cervenkovski (Μπράνκο Τσερβενκόφσκυ), τον ηγέτη της  VMRO-DPMNE και Πρωθυπουργό  Ljupčo Georgievski, τον αρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών  Arben Xhafëri (Άρμπεν Τζαφέρι)  και τον αρχηγό του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας Imer Imeri, όπως και από τους Pardew και Leotrard. Η συμφωνία περιείχε συνολικά τα εξής σημεία: 1 ) αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος, στο οποίο αναφερόταν ότι η ‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ είναι το κράτος του μακεδονικού λαού, 2) χρήση της αλβανικής γλώσσας στο Κοινοβούλιο, 3) ισοτιμία της αλβανικής  γλώσσας στους δήμους όπου οι Αλβανοί αποτελούν το 20% , 4) ανάλογη με την πληθυσμιακή τους δύναμη εκπροσώπηση των Αλβανών στη διοίκηση και την αστυνομία, 5) χορήγηση περισσοτέρων αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση,  ένα είδος αποκέντρωσης,  6) ισοτιμία της  ‘’Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ‘’ με την Καθολική Εκκλησία και την Ισλαμική Ένωση, 7) χορήγηση οικονομικής βοήθειας από τη Συνδιάσκεψη των Δωρητριών Χωρών για την αποκατάσταση των ζημιών στη διάρκεια του πολέμου.

Η συμφωνία δεν υπογράφτηκε μετά από συναίνεση Αλβανών και Σλαβομακεδόνων, αλλά μετά από τις απειλές του ΝΑΤΟ ότι δεν θα αναμιχθεί στην ένοπλη σύρραξη, αν επαναληφθεί, και τις δηλώσεις των Αλβανών ότι θα ανακηρύξουν την ‘’Δημοκρατία της Ιλλυρίδας’’, δηλαδή την απόσχιση, αν δεν επιτευχθεί πολιτική συμφωνία. Το εθνοτικό χάσμα  Σλαβομακεδόνων  και Αλβανών διευρύνθηκε στη διάρκεια της σύρραξης, καθώς και οι δύο πλευρές θρήνησαν θύματα και πυρπόλησαν εκκλησίες και τζαμιά. Σλαβομακεδόνες κάτοικοι των δυτικών περιοχών της ΠΓΔΜ εγκατέλειψαν τις εστίες τους και εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στα Σκόπια. Η συμφωνία ήταν μια πολιτική νίκη των Αλβανών που αναγορεύτηκαν σε συνταγματικό έθνος, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μονάχα το δικαίωμα του veto. Οι Σλαβομακεδόνες παρέμειναν δύσπιστοι έναντι των Αλβανών. Υπό την σκέπη νατοϊκών δυνάμεων άρχισε στα τέλη Αυγούστου η επιχείρηση αφοπλισμού των Αλβανών ανταρτών (Essential Harvest Operation) και ολοκληρώθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ούτε ήταν γνωστός ο οπλισμός των Αλβανών  ούτε  είναι σίγουρο αν οι Αλβανοί παρέδωσαν τα προηγμένης τεχνολογίας όπλα τους . Η σλαβομακεδονική πλευρά είχε επίγνωση των πολιτικών επιπτώσεων  της συμφωνίας και, επικαλούμενη την ύπαρξη μουτζαχεντίν στις τάξεις των Αλβανών ανταρτών, τους οποίους στιγμάτισε ως ‘’τρομοκράτες’’,[4] προσπάθησε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 να την τροποποιήσει. Έτσι, ο Πρόεδρος της Βουλής, Stojan Antov, κωλυσιεργούσε στην έναρξη των διαδικασιών για την επικύρωση της συμφωνίας, αλλά μετά από πίεση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. τελικά  υποχώρησε. Δύο ήταν τα επίμαχα σημεία των συνταγματικών αλλαγών που οι Σλαβομακεδόνες ήθελαν να αποφύγουν: η αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος και η ισοτιμία της Ισλαμικής Ένωσης με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην πρώτη περίπτωση η όλη προβληματική συνίστατο στην αποφυγή του χαρακτηρισμού των Αλβανών ως ‘’λαού’’, δηλαδή ως κυρίαρχου έθνους. Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις  η τελική φόρμουλα που εισήχθηκε είναι: ‘’ Οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο μακεδονικός λαός,  και οι πολίτες που κατοικούν στα όριά της και αποτελούνται από τμήματα του αλβανικού λαού, του σερβικού λαού, του βλάχικου λαού, του βοσνιακού λαού.. ‘’  Για να αποφευχθεί η εξίσωση των όρων μακεδονικός και αλβανικός λαός προτιμήθηκε η φόρμουλα ‘’ τμήμα του αλβανικού λαού’’ με την ταυτόχρονη αναβάθμιση όλων των εθνοτικών ομάδων σε λαό. Τίποτα  ωστόσο δεν μεταβάλλει το πνεύμα της συμφωνίας, έστω και εάν η έκφραση’’ τμήμα του αλβανικού λαού ‘’ μπορεί κατά το δοκούν να ερμηνευτεί από τη σλαβομακεδονική πλευρά ως ‘’αλβανική μειονότητα’’. Παρά την αντίδραση της Ορθόδοξης  Εκκλησίας των Σκοπίων  τροποποιήθηκε και το άρθρο 19 του συντάγματος που προβλέπει ότι η ‘’Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία’’, η Ισλαμική Ένωση και οι άλλες εκκλησίες  είναι ανεξάρτητες από το κράτος και ισότιμες ενώπιον του νόμου. Μετά τις αλλαγές αυτές η συμφωνία της Αχρίδας επικυρώθηκε από τη Βουλή τα μεσάνυχτα της 17ης Νοεμβρίου 2001.  Με τις συνταγματικές αυτές τροποποιήσεις η ΠΓΔΜ απώλεσε και de-jure τη σλαβική εσωτερική της ταυτότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δυσαρεστημένη από την εξίσωσή της με την Ισλαμική Ένωση, απείλησε ακόμα και με αφορισμό τους Σλαβομακεδόνες βουλευτές   που ψήφισαν την αλλαγή του άρθρου 19 του συντάγματος. Η υπόθεση θυμίζει την περίπτωση του Κογκορδάτου του Milan Stojadinović στη Γιουγκοσλαβία το 1937. Σε μια κίνηση εξευμενισμού της εκκλησίας και καθησυχασμού της κοινής γνώμης  η κυβέρνηση  Georgievski δαπάνησε ένα τεράστιο ποσό για την κατασκευή ενός πελώριου, φωταγωγημένου τη νύχτα σταυρού, που συγκρίνεται με τον σταυρό των Ku-Klux-Klan στην Αμερική ως σύμβολο ζωής. Τον Σεπτέμβριο του 2002  ο σταυρός στήθηκε  σε έναν λόφο, ορατό από την αλβανική συνοικία, και εκπέμπει ένα πολιτικό μήνυμα προς τους Αλβανούς: η ΠΓΔΜ ανήκει στην ορθόδοξη σλαβική της πλειοψηφία. [5]

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2001 ο ‘’ Εθνικός Απελευθερωτικός  Στρατός’’ κήρυξε αυτοδιάλυση, καθώς είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία του αφοπλισμού του. Ωστόσο, ήταν διάχυτη η πεποίθηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους ότι η υπόθεση του αφοπλισμού ήταν ένα φιάσκο.  Για την ένταξη των πρώην αλβανών ανταρτών στην κοινωνία και τον ομαλό πολιτικό βίο, μετά από πίεση της διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση Georgievski συνέταξε νομοσχέδιο για τη χορήγηση αμνηστίας στους πρώην αλβανούς  αντάρτες που διέπραξαν αδικήματα από την 1.1.2001 μέχρι την 26η Σεπτεμβρίου 2001. Παρά τις αντιδράσεις Σλαβομακεδόνων πολιτών και τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις Ποινικολόγων και Διεθνολόγων, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με οριακή πλειοψηφία στις  7 Μαρτίου 2002 από τη Βουλή και έγινε νόμος του κράτους. Από την αμνηστία εξαιρέθηκαν μονάχα τα άτομα που ενέχονταν σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας  και του διεθνούς δικαίου ή εμπλέκονταν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών[6]. Μόνο μετά την ψήφιση του νόμου  κατέστη δυνατή η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στα Σκόπια από τη Συνδιάσκεψη των δωρητριών χωρών. Για τη διατήρηση της τάξης, μετά τον αφοπλισμό των αλβανών ανταρτών, οι νατοϊκές δυνάμεις της επιχείρησης Essensial Harvest  αντικαταστάθηκαν από νέες νατοϊκές δυνάμεις υπό γερμανική διοίκηση   (Amber Fox Operation) με το πρόσχημα της παροχής προστασίας στους εκπροσώπους του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης. Στη διάρκεια του 2003 οι νατοϊκές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη χώρα, στην οποία εγκαταστάθηκαν δυνάμεις του νεοδημιουργηθέντος Ευρωστρατού. Στις 15 Δεκεμβρίου 2003 ο Ευρωστρατός αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκές αστυνομικές δυνάμεις. Ισχυρή διεθνής στρατιωτική παρουσία δεν κρίθηκε πλέον απαραίτητη, διότι μια νέα πολεμική ανάφλεξη μετά τον αφοπλισμό των Αλβανών ανταρτών και  την επικύρωση της Συμφωνίας της Αχρίδας θεωρήθηκε απίθανη.

Τα γεγονότα του 2001 και η Συμφωνία της Αχρίδας ανέτρεψαν το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στην ΠΓΔΜ. H VMRO-DPMNE κατηγορήθηκε από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση ότι απέτυχε να  αποτρέψει την κρίση ή να τη διαχειριστεί κατά τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Δηλώσεις του Georgievski κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων για την ανάγκη ενός οριστικού διαζυγίου με τους Αλβανούς και της ανταλλαγής εδαφών στιγματίστηκαν από τον Cervenkovski ως σχέδιο του Πρωθυπουργού και του συμμετέχοντος στην κυβέρνηση αλβανικού κόμματος του Xhafëri για διαμελισμό της ΠΓΔΜ. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τα γεγονότα ενόψει και των βουλευτικών εκλογών του 2002. Η   μετάλλαξη της VMRO-DPMNE από εθνικιστικό κόμμα της αντιπολίτευσης σε  κυβερνητικό  κόμμα της ‘’θετικής ενέργειας’’, του ανοίγματος προς τους γείτονες και των παραχωρήσεων προς τους Αλβανούς , η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, η διαφθορά και σε τελευταία ανάλυση η ηθική ήττα του κόμματος το 2001 συνέβαλαν στην άνοδο της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης. Στον αλβανικό πολιτικό χώρο ο Ahmeti  ήταν ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του παιχνιδιού, καθώς μπορούσε να ισχυριστεί ότι με την ένοπλη αντίσταση σε λίγους μήνες εξασφάλισε στους Αλβανούς όσα  σε 10 χρόνια δεν κατάφεραν το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας. Μετά τη χορήγηση της αμνηστίας προσπάθησε να ενοποιήσει τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ιδρύοντας ένα ‘’Συντονιστικό Συμβούλιο των Αλβανών’’,  θεωρητικά με σκοπό την επιτάχυνση των προσπαθειών για την εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας, στην ουσία όμως για να ελέγχει τον αλβανικό πολιτικό χώρο. Καθώς οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ο Ahmeti ίδρυσε στις 5 Ιουνίου του 2002 στο Τέτοβο νέο πολιτικό κόμμα, ‘’τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση’’ (Bashkimi Demokratik për Integritët). To κόμμα στελεχώθηκε από πρώην οπλαρχηγούς του UÇK, στενούς συνεργάτες του Ahmeti, όπως τους  Gëzim Ostreni, Nazmi Beqiri, Fazli Veliu, Musa Xhaferi[7] και διακήρυξε ως πολιτικό πρόγραμμα την ειρηνική συμβίωση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία  με βάση τη συμφωνία της Αχρίδας.

Στις εκλογές της 15ης Σεπτεμβρίου 2002 ο συνασπισμός ‘’Μαζί για τη Μακεδονία’’ (Zaedno za Makedonija), του οποίου ηγήθηκε η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, κέρδισε το 40, 46%  των ψήφων και 59 έδρες (σε σύνολο 120 εδρών στη Βουλή), ο συνασπισμός της VMRO-DPMNE με το Φιλελεύθερο Κόμμα το 24,4% και 34 έδρες, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση το 11,85% των ψήφων και 16 έδρες, περιορίζοντας το ποσοστό όλων των άλλων αλβανικών κομμάτων στο 7,5 % και σε 9 έδρες. Οι εκλογές διεξήχθηκαν με την παρουσία  παρατηρητών του ΟΑΣΕ, χωρίς σοβαρά επεισόδια.[8]

Κατά τον άγραφο νόμο που ισχύει στην ΠΓΔΜ, η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση θεωρείται απαραίτητη για την σταθερότητα της χώρας. Παρά την προέλευσή της από τους αντάρτες του UÇK, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση ως το ισχυρότερο αλβανικό κόμμα δεν μπορούσε να αποκλειστεί από τις διαβουλεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, καθόσον το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών του Xhafëri ως άλλοτε πολιτικός εταίρος της  VMRO-DPMNE αποκλειόταν εκ προοιμίου, ενώ η αριθμητική δύναμη του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας ήταν  ευκαταφρόνητη. Έτσι,  τον Οκτώβριο του 2002 ο Cervenkovski συγκρότησε  με τον Ahmeti κυβέρνηση συναπισπισμού. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κράτησε τα σημαντικά Υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών και Εσωτερικών, ενώ η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση τα Υπουργεία Δικαιοσύνης, Μεταφορών, Παιδείας και Υγείας. Στις 31 Οκτωβρίου 2002 η κυβέρνηση Cervenkovski έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ο Ahmeti, τον οποίο σλαβομακεδονικοί εθνικιστικοί είχαν απειλήσει με δολοφονία, αν τολμούσε να εισέλθει στη Βουλή, για  ευνόητους λόγους δεν έλαβε χαρτοφυλάκιο . Ωστόσο, οι απειλές δεν πραγματοποιήθηκαν και μέχρι σήμερα ο Ahmeti κινείται ανενόχλητα στη χώρα. Οι επίλεκτες σλαβομακεδονικές αστυνομικές δυνάμεις,  οι επιλεγόμενοι  Λέοντες, που είχαν ειδικευτεί στον πόλεμο κατά ‘’Αλβανών τρομοκρατών’’, διαλύθηκαν τον Ιανουάριο του 2003.   

 Μετά την ήττα της η VMRO-DPMNE υπέστη ένα κύμα διώξεων από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση στο όνομα της ‘’κάθαρσης’’. Στην ουσία επρόκειτο για μια συστηματική προσπάθεια εξόντωσης της αντιπολίτευσης, που θυμίζει τα πολιτικά και κομματικά πάθη της Ελλάδας του ‘ 50 και ’60.  Τέθηκε ζήτημα ηγεσίας του κόμματος και  ως νέος αρχηγός εκλέχτηκε o Nikola Gruevski τον Μάιο του 2003 .O Georgievski ίδρυσε νέο κόμμα, τη VMRO-Narodna,  και έτσι η εσωτερική διάσπαση επισφραγίστηκε και τυπικά. Το ίδιο σκηνικό διαγράφτηκε και στον αλβανικό πολιτικό χώρο, όπου το κόμμα του Ahmeti, ως κόμμα εξουσίας και με την αίγλη της στρατιωτικής και πολιτικής νίκης στην κρίση του 2001, ουσιαστικά περιθωριοποίησε τα άλλα αλβανικά πολιτικά κόμματα, καθιστώντας τον άλλοτε ισχυρό άνδρα Arben Xhafëri έναν ήσσονος σημασίας πολιτικό αντίπαλο. Ως ηγέτες της αντιπολίτευσης τόσο o Gruevski όσο και ο Xhafëri ανέπτυξαν μια εθνικιστική ρητορική (σλαβομακεδονική και αλβανική αντίστοιχα)  για εσωτερική πολιτική κατανάλωση.

Βασική αποστολή της νέας κυβέρνησης- πέρα από τους σταθερούς στόχους της ένταξης στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.- ήταν η εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας.   Ωστόσο, οι Αλβανοί διαπραγματεύονταν πλέον από θέση ισχύος, θέτοντας σε ομηρία τη σλαβομακεδονική πλευρά και επισείοντας τον κίνδυνο επανάληψης των συγκρούσεων, αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους.  Έτσι, οι Αλβανοί όχι μονάχα ερμήνευσαν με τη δική τους λογική τους όρους της Συμφωνίας, αλλά έθεσαν και νέα αιτήματα, πέραν του πλαισίου της Συμφωνίας.  Καθώς το Υπουργείο Παιδείας δόθηκε σε Αλβανό, τον Ιούλιο του 2003 η κυβέρνηση αποφάσισε τη νομιμοποίηση  και την κρατικοποίηση του Πανεπιστημίου του Τετόβου. Η νομιμοποίηση δεν προβλεπόταν στη Συμφωνία της Αχρίδας, αλλά, κατά την αλβανική  λογική, απέρρεε από μια ελεύθερη ερμηνεία του νέου προοιμίου του συντάγματος.  Παρά τις επισημάνσεις Πανεπιστημιακών από τον σλαβομακεδονικό ακαδημαϊκό χώρο ότι το Πανεπιστήμιο του Τετόβου θα διαδραματίσει για την αλβανική υπόθεση το ρόλο του Πανεπιστημίου της Πρίστινας στη δεκαετία του ‘ 70 ως φυτώριο αλβανικού εθνικισμού το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 21 Ιανουαρίου 2004. Έτσι, στο Τέτοβο υπάρχουν σήμερα δύο Πανεπιστήμια, το κρατικό αλβανικό και το ιδιωτικό  ευρωπαϊκό, το South-East European University, γνωστό ως Πανεπιστήμιο του  Max van der Stoel. Τα δύο Πανεπιστήμια έχουν αναπτύξει ανταγωνιστικές σχέσεις.[9]

Τον Οκτώβριο του 2003 η κυβέρνηση μείωσε σε 10 από τα 15 έτη τον απαιτούμενο χρόνο παραμονής στην ΠΓΔΜ προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την υπηκοότητα.  Έτσι, ‘’νομιμοποιήθηκαν’’ ταχύτερα πολλοί Αλβανοί που είχαν διεισδύσει παράνομα στη χώρα μετά το 1991 . Μετά από καθυστέρηση ενός περίπου έτους δημοσιεύτηκαν την 1η Δεκεμβρίου του 2003 τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού που διεξήχθηκε στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου του 2002. Σε σύνολο 2.022,547 κατοίκων  οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν το 68, 8% και οι Αλβανοί το 25,1%. Παρόλο που οι Αλβανοί διατείνονταν ότι συνέθεταν  το 29% του πληθυσμού, δεν αμφισβήτησαν δημόσια τα αποτελέσματα, καθώς δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν επιπρόσθετα  προβλήματα κατά τη διαδικασία εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1994 οι Αλβανοί ήταν αυξημένοι κατά 68.000 και οι Σλαβομακεδόνες μονάχα κατά 2.000. Έτσι, άρχισε μια έντονη συζήτηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους για το αν η αύξηση του αριθμού των Αλβανών οφειλόταν στον υψηλό δείκτη γεννητικότητάς τους ή στην εγκατάσταση Κοσοβάρων και Αλβανών από τη Νότιο Σερβία. Η αισιόδοξη πλευρά υποστήριξε ότι απογράφτηκαν Αλβανοί από το Κόσοβο, χωρίς να έχουν αποκτήσει ακόμα τη ‘’μακεδονική’’ υπηκοότητα, ενώ οι Σλαβομακεδόνες που ζουν στο εξωτερικό αγνοήθηκαν. Η απαισιόδοξη πλευρά τόνισε  τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και προέβλεψε μελλοντικά σταδιακή ανατροπή της πληθυσμιακής ισορροπίας. Το ζήτημα αποσχόλησε σοβαρά και την Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών των Σκοπίων. Το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών της Ακαδημίας διοργάνωσε  στις 2 Ιουνίου 2005  επιστημονική ημερίδα με θέμα τις δημογραφικές μεταβολές στην ΠΓΔΜ υπό το φως των αποτελεσμάτων της απογραφής του 2002. Οι σύνεδροι απέδωσαν τις δημογραφικές μεταβολές  σε πολλούς παράγοντες: στον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, που υπερβαίνει το ποσοστό θνησιμότητας, στην υπογεννητικότητα των Σλαβομακεδόνων, που δεν εξισορροπεί το ποσοστό της θνησιμότητας, στη μετανάστευση  Σλαβομακεδόνων (και Αλβανών) στο εξωτερικό, στην εγκατάσταση Αλβανών από το Κόσοβο και τη Νότιο Σερβία στην ΠΓΔΜ, όπως και στις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν σε διάφορες εθνοτικές ομάδες, κυρίως στους Μουσουλμάνους Τορμπέσηδες, να δηλωθούν ως Αλβανοί.[10] Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν μετά από τριετή έρευνα στατιστικολόγων η σλαβομακεδονική πλευρά το 1990 κατέγραψε  35.401 γεννήσεις και 14.643 φυσικούς θανάτους, το 2000 29.308 γεννήσεις και 17.253 φυσικούς θανάτους και το 2002 27.761 γεννήσεις και 17.962 φυσικούς θανάτους. Δημογραφική έκρηξη παρατηρήθηκε κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα λόγω της εισροής Αλβανών. Για παράδειγμα τα Σκόπια το 1948 αριθμούσαν 110.623, το 1971  325.000 και το 2002  467.257  Αλβανούς κατοίκους. Το Γκόστιβαρ το 1948 είχε 12.585, το 1971 27.214 και το 2002 49.545 Αλβανούς κατοίκους. Το Κίτσεβο το 1948 είχε 8.761, το 1971 16.810 και το 2002 30.138 Αλβανούς κατοίκους. Το Κουμάνοβο το 1948 είχε 36.193 , το 1971 67.687 και το 2002 103.205 Αλβανούς  κατοίκους. Το Τέτοβο το 1948 είχε 21.598 , το 1971 43.565 και το 2002 70.841 Αλβανούς κατοίκους.[11] Η τελική διαπίστωση των συνέδρων ήταν ότι οι Αλβανοί είναι ένα νέο σχετικά έθνος, ενώ οι Σλαβομακεδόνες υπεισέρχονται στο στάδιο της δημογραφικής γήρανσης.  Κατά τη διάρκεια της ημερίδας προκάλεσαν σκεπτικισμό οι προτάσεις του Ilija Aceski, Καθηγητή Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε ως ‘’μέτρα κατά του φυλετικού διαχωρισμού.’’ Έμμεσα, αλλά σαφώς πρότεινε φορολογικές ελαφρύνσεις και κρατικές επιχορηγήσεις σε οικογένειες Σλαβομακεδόνων που ζουν σε περιοχές με αλβανική πλειοψηφία ώστε να έχουν κίνητρα να παραμείνουν εκεί. Αντίθετα, εισηγήθηκε την παύση των κρατικών επιδομάτων και της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε πολύτεκνες αλβανικές οικογένειες που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις  οικονομικές ανάγκες.[12] Ήταν μια απειλή προς τους Αλβανούς να μειώσουν τον δείκτη γεννητικότητάς τους. Οι προτάσεις του, που θύμιζαν την πολιτική του κομμουνιστικού καθεστώτος των Σκοπίων έναντι των Αλβανών  στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, σχολιάστηκαν δυσμενώς στον Τύπο ως αναχρονιστικές, προκάλεσαν την οργή των Αλβανών και δεν λήφθηκαν υπόψη από την κυβέρνηση.

Σχετικά με τη  συμμετοχή των Αλβανών στη δημόσια διοίκηση και το στρατό προβλέφθηκε το 20 % των υπαξιωματικών στο στρατό να αποτελείται από Αλβανούς, ενώ 400 δημόσιες θέσεις προορίστηκαν  για τους Αλβανούς. Το μεγάλο ωστόσο ζήτημα , που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, ήταν ο νόμος για την αναδιάταξη των δήμων. Η συμφωνία της Αχρίδας προέβλεπε ότι εντός ενός έτους από την ολοκλήρωση της απογραφής θα μεταβάλλονταν τα όρια των δήμων. Η μεταβολή θα γινόταν με βάση τα αποτελέσματα της απογραφής και τις διατάξεις του σχετικού νόμου για την τοπική αυτοδιοίκηση. Στην αναδιάταξη των δήμων θα συμμετείχαν οι τοπικές και κρατικές αρχές, όπως και η διεθνής  κοινότητα. Ο σχετικός νόμος για την τοπική αυτοδιοίκηση ψηφίστηκε  στις 24 Ιανουαρίου 2002 και προέβλεπε  γενικά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από την κεντρική εξουσία στους δήμους σε θέματα οικονομίας, υγείας, παιδείας, δημοτικής αστυνομίας στο πλαίσιο της αποκέντρωσης, αλλά τα κριτήρια που καθορίστηκαν  για τη συγκρότηση ενός δήμου ήταν γεωγραφικά, οικονομικά, επικοινωνιακά ή κριτήρια εσωτερικής υποδομής. Πουθενά δεν αναφέρθηκε εμφατικά ότι τα κριτήρια έπρεπε να ήταν εθνοτικά. Ο νόμος προέβλεπε  επίσης τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν τους δήμους, όπως και τη γνωμοδότηση του συνταγματικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με  αποτελέσματα  της απογραφής  δήμοι που ήταν υπερτροφικοί ή συρρικνωμένοι  θα έπρεπε να διχοτομηθούν ή να συνενωθούν με άλλους δήμους[13]. Ωστόσο, στο νομοσχέδιο που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2004 τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για την αναδιάταξη των δήμων ήταν αποκλειστικά εθνοτικά.  Προβλεπόταν, για παράδειγμα,  η ένταξη αλβανικών χωριών στο δήμο της Στρούγκας και του Κίτσεβο ώστε οι Αλβανοί να έχουν πληθυσμιακή υπεροχή και να εκλέγουν άνετα τους δημάρχους. Με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις  οι Αλβανοί θα αποτελούσαν στη Στρούγκα το 54,75% του πληθυσμού, ενώ οι Σλαβομακεδόνες το 34, 58%, στο Κίτσεβο οι Αλβανοί θα ανέρχονταν σε 31.000 και οι Σλαβομακεδόνες θα συρρικνώνονταν σε 21.000 κατοίκους  Για να μην αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας στην πόλη των Σκοπίων αρχικά η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει αναδιάταξη στο δήμο των Σκοπίων, που θα μπορούσε να ανεβάσει το ποσοστό των Αλβανών στο 20%.

 Η συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 2004, αλλά δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εσωτερικών  πολιτικών εξελίξεων στην ΠΓΔΜ μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Προέδρου Trajkovski στις 26 Φεβρουαρίου 2004. Η προσοχή του πολιτικού κόσμου στράφηκε στις επικείμενες  προεδρικές εκλογές, μετά την απόφαση του Πρωθυπουργού Cervenkovski να διεκδικήσει την Προεδρία. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 14 Απριλίου  2004 κανένας  υποψήφιος δεν κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά στον δεύτερο γύρο ο Cervenkovski με την αμέριστη υποστήριξη του κόμματος του Ahmeti κατήγαγε περιφανή νίκη έναντι του αντιπάλου του της VMRO-DPMNE  Šasko Kedev με 62%. Στις 13 Μαΐου 2004  o Cervenkovski ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος της χώρας. Στα τέλη Μαΐου σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον τραπεζίτη (Βλάχο στην καταγωγή)  Hari Kostov. Πολλοί υπολόγιζαν ότι ο νέος Πρωθυπουργός θα ανόρθωνε την παραπαίουσα οικονομία της χώρας και με σκωπτική διάθεση οι πολίτες συνέκριναν τον Kostov με τον Harry Potter. Το ζήτημα της αναδιάταξης των δήμων επανήλθε στην επικαιρότητα, αλλά λόγω της υποστήριξης που παρείχε ο Ahmeti στη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση για την εκλογή του Cervenkovski οι Αλβανοί επέβαλαν τους δικούς τους όρους στο νομοσχέδιο. Το πολιτικό μήνυμα του Ahmeti  προς τον  Kostov στις 14.8.2004  ήταν σαφές: αν ο Πρωθυπουργός δεν δεχτεί  το αλβανικό αίτημα για ‘’αλβανοποίηση’’ της Στρούγκας και του Κίτσεβο και  για την αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσα στα Σκόπια, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση[14]. Έτσι, η αναδιάταξη των δήμων στα Σκόπια, τη Στρούγκα και το Κίτσεβο  σχεδιάστηκε κυρίως με εθνοτικά κριτήρια μετά από ισχυρές αλβανικές πιέσεις. Συμφωνήθηκε στο δήμο των Σκοπίων  να συγχωνευτούν οι αλβανικές περιοχές του Κόντοβο και του Τσαΐρ ώστε οι Αλβανοί να υπερβούν το 20% του πληθυσμού και να αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας. Στον δήμο της Στρούγκας  να συγχωνευτούν  οι αγροτικές περιοχές της ενδοχώρας, πλην της Βεβτσάνης. Ο δήμος του Κίτσεβο να παραμείνει στα τωρινά όρια μέχρι το 2008 και κατόπιν να συγχωνευτούν οι περιοχές Οσλομόϊ, Ζάγιας, Ντρούγκοβο και Βρανεστίνιτσα. Το νομοσχέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στα Σκόπια και τη Στρούγκα, καθώς οι Σλαβομακεδόνες  δεν είχαν αμφιβολία ότι η νέα πραγματικότητα θα οδηγούσε στη de-facto διχοτόμηση της χώρας. Εκφράστηκαν φόβοι ότι οι Σλαβομακεδόνες θα μεταβάλλονταν σε μειονότητα στη χώρα τους και θα έχαναν τις θέσεις εργασίας στους δήμους που θα περιέρχονταν στους Αλβανούς . Με την υποκίνηση της αντιπολίτευσης άρχισαν να συγκεντρώνονται υπογραφές για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος . Παρά το τεταμένο κλίμα, στις 11 Αυγούστου 2004 η Βουλή με οριακή πλειοψηφία 61 ψήφων (σε σύνολο 120 βουλευτών) ψήφισε το νομοσχέδιο. Έξι Σλαβομακεδόνες βουλευτές του κυβερνώντος  συνασπισμού διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη γραμμή και καταψήφισαν το νομοσχέδιο. Η ψήφιση του νομοσχεδίου χαιρετίστηκε από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ως ένα θετικό βήμα για την ένταξη της ΠΓΔΜ  στους οργανισμούς αυτούς. Ωστόσο, οι δυναμικές κινητοποιήσεις της αντιπολίτευσης συνεχίστηκαν και συγκεντρώθηκαν 180.000 υπογραφές. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά στις αρχές Σεπτεμβρίου  να ορίσει την 7η Νοεμβρίου 2004 ως ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Οι Αλβανοί απείλησαν ότι σε περίπτωση επιτυχίας του δημοψηφίσματος θα διοργάνωναν αντιδημοψήφισμα  για  την απόσχισή τους από την ΠΓΔΜ.  Η κυβέρνηση  κάλεσε τους πολίτες σε αποχή, επισημαίνοντας ότι η τυχόν απόρριψη του νόμου θα έφραζε το δρόμο της ΠΓΔΜ  προς την Ε.Ε. Δεν δίστασε   να εκτοξεύσει ακόμα και απειλές στους πολίτες  (απώλεια εργασίας κλπ.). Έτσι, το μένος των Σλαβομακεδόνων πολιτών κατά του νέου νόμου άρχισε σταδιακά να υποχωρεί λόγου του αδιεξόδου. Στο φορτισμένο αυτό κλίμα η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από τις Ηνωμένες Πολιτείες με το συνταγματικό της όνομα ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ στις  4 Νοεμβρίου 2004 επέδρασε καταλυτικά στην αποτυχία του δημοψηφίσματος. Την ημέρα της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, στις 7  Νοεμβρίου 2004, στις κάλπες   προσήλθαν μονάχα 436.202 πολίτες ( ήταν απαραίτητη η συμμετοχή 854.769 ψηφοφόρων, δηλαδή το 50%,  για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα) . Από τους ψηφίσαντες  οι 409.886 καταψήφισαν το νόμο.

Η απόφαση της Αμερικής να αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ήδη στις  30 Ιουνίου 2003 η Αμερική είχε υπογράψει με την ΠΓΔΜ συμφωνία για τη μη έκδοση Αμερικανών στρατιωτών στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στην οποία η ΠΓΔΜ αναφέρθηκε ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Έκπληξη προκάλεσε στην Ελλάδα ο άκομψος τρόπος και η συγκεκριμένη χρονική στιγμή της αναγνώρισης, αλλά για την Αμερική υπήρχαν ορισμένοι παράγοντες που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. 1) η αναγνώριση θα απέτρεπε την καθολική συμμετοχή στο δημοψήφισμα και κατά συνέπεια ο νέος νόμος για την αποκέντρωση θα μπορούσε να τεθεί σε ισχύ. Είχε ασκηθεί από τα κυβερνητικά κόμματα και την αστυνομία τρομοκρατία για το μποϋκοτάζ του δημοψηφίσματος,  και η αναγνώριση έδωσε τη χαριστική βολή. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Αμερική δεν επιθυμούσε ταραχές στα Σκόπια, που αναπόφευκτα θα ξεσπούσαν, αν ο νόμος για την αποκέντρωση καταψηφιζόταν στο δημοψήφισμα.  Οι Αλβανοί θα προχωρούσαν σε αντιδημοψήφισμα για την απόσχιση και η χώρα θα προσέφευγε  σε πρόωρες εκλογές. H ατμόσφαιρα  ηλεκτρίστηκε   και από την πολιτική πλατφόρμα για την αυτοδιάθεση των Αλβανών που είχε επεξεργαστεί το ‘’Παγκόσμιο Συμβούλιο των Αλβανών’’ στη Δίβρα στις 27 Οκτωβρίου 2004[15]Επιστροφή της αντιπολίτευσης στην εξουσία δεν ήταν επιθυμητή από τους Αμερικανούς τη συγκεκριμένη περίοδο. 2) Σε σημαντική μερίδα των Σλαβομακεδόνων ήταν διάχυτη η πεποίθηση  ότι η Αμερική υπέθαλπε τον αλβανικό σεπαρατισμό. Η κρίση του 2001 είχε δημιουργήσει στα Σκόπια ένα αντιαμερικανικό και φιλορωσικό  κλίμα. Με την αναγνώριση η Αμερική προσπάθησε να  αντιστρέψει αυτό το κλίμα. 3) Η αναγνώριση ήταν και μια ανταμοιβή στην ΠΓΔΜ για τη συστράτευσή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Οι επίλεκτες αστυνομικές δυνάμεις, οι Λέοντες, σήμερα μάχονται στο Ιράκ. 4) Η ΠΓΔΜ είναι ένα αμερικανικό προτεκτοράτο. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2004, λίγες εβδομάδες μετά την αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική,   υπογράφτηκε η Συμφωνία μεταξύ Βουλγαρίας, ΠΓΔΜ  και Αλβανίας  για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς- Αυλώνας, έργο της αμερικανικής εταιρείας AMBO (Albanian-Macedonian –Bulgarian  Oil pipeline). Ο αγωγός αυτός είναι ανταγωνιστικός του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης, στην κατασκευή του οποίου συμμετέχουν και ρωσικές εταιρείες.  Η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αυλώνας δεν έχει αρχίσει ακόμα (λόγω της κυβερνητικής κρίσης στη Βουλγαρία το 2005 και των επικείμενων προεδρικών εκλογών,  της επιθυμίας της Αλβανίας να αντικατασταθεί η Αυλώνα ως τουριστικός χώρος με άλλο αλβανικό λιμάνι), αλλά η AMBO δεν έχει παραιτηθεί από το σχέδιο. Αντίθετα, η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης ίσως καταστεί προβληματική. Κωλυσιεργεί  το κόμμα του Axmed Dogan στη Βουλγαρία και ίσως ασκούνται και αμερικανικές πιέσεις στη βουλγαρική κυβέρνηση να ματαιώσει την κατασκευή του, δεδομένου ότι βασική αρχή της αμερικανικής πολιτικής είναι η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό πετρέλαιο.     

Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική δημιούργησε ένα κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών στα Σκόπια.[16]Ο Πρόεδρος Cervenkovski  και ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της χώρας  χαιρέτισαν το γενναίο βήμα της Αμερικής ως έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντος της Ουάσιγκτον για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ. [17] Η Αμερική χαρακτηρίστηκε ως στρατηγικός εταίρος της ΠΓΔΜ  που έχει συμφέροντα στη νευραλγική περιοχή των Βαλκανίων. Ο Vladimir Gligorov, γιος του πρώην  Προέδρου Kiro Gligorov και σύμβουλος του τωρινού Προέδρου Cervenkovski,   απέδωσε την απόφαση της Αμερικής σε 3 κυρίως λόγους: στην πρόθεση της Ουάσιγκτον να υπονομευτεί το δημοψήφισμα, στο ενδιαφέρον της Αμερικής για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ και στην ανάγκη ανταμοιβής της ΠΓΔΜ για τη συμμετοχή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας.[18] Από τον αλβανικό πολιτικό χώρο την αναγνώριση των Σκοπίων από την Αμερική επικρότησαν η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας.

Ωστόσο, οι πανηγυρισμοί επισκιάστηκαν σύντομα από την αιφνίδια παραίτηση της κυβέρνησης Kostov.  Η κωλυσιεργία των Αλβανών στο κυβερνητικό έργο, η εξάρτηση των Αλβανών υπουργών από τον Ahmeti, η εμπλοκή του Αλβανού υπουργού Agron Buxhaku (αλλά και Σλαβομακεδόνων  υπουργών ) σε οικονομικά σκάνδαλα προκάλεσαν κυβερνητική κρίση. Νέα κυβέρνηση σχημάτισε τον Δεκέμβριο ο Vlado Bučkovski (Βλάντο Μπουτσκόφσκυ), ο αρχηγός της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης, μετά την μεταπήδηση του Cervenkovski στην Προεδρία. Είναι γενικά πολιτικός χαμηλών τόνων,  ενδοτικός,  και απολαμβάνει της εύνοιας των Αμερικανών.   Η νέα κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την κρίση του Κόντοβο. Ένοπλες ομάδες Κοσοβάρων υπό τον κατηγορούμενο για εγκλήματα πολέμου Agim Krasniqi κατέλαβαν το χωριό Κόντοβο, κοντά στην πόλη των Σκοπίων, και απαίτησαν τη χορήγηση  αμνηστίας. Μόνο μετά από αργόσυρτες διαπραγματεύσεις με κυβερνητικούς εκπροσώπους  και την προσωπική παρέμβαση του Ahmeti  και του Πρωθυπουργού του Κοσόβου  Ramush Haradinaj η ομάδα αποσύρθηκε από το χωριό, αλλά παρέμεινε άγνωστος ο τόπος μεταφοράς του οπλισμού.

Στα τέλη του 2004 οι περισσότεροι νόμοι που σχετίζονταν με τη Συμφωνία της Αχρίδας είχαν ψηφιστεί. Αλλά η Συμφωνία της Αχρίδας ήταν ένα πλαίσιο με αρκετές ασάφειες στις διατάξεις της. Έτσι, άφηνε στους Αλβανούς περιθώρια περαιτέρω διεκδικήσεων. Καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας είχαν πολιτικά περιθωριοποιηθεί, έθεταν ριζοσπαστικά αιτήματα  σε μια επίδειξη υπέρμετρης εθνικοφροσύνης,  στην οποία τους Xhafëri και Abdurrahman Ηaliti  συναγωνιζόταν  και το κόμμα του Αhmeti,  αλλά με μια σκόπιμη διγλωσσία, ώστε να μην αμφισβητηθεί η νομιμοφροσύνη του.   Ενόψει των επικείμενων δημοτικών εκλογών το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας τόνισαν ότι θα αναλάβουν πρωτοβουλία για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να πραγματοποιηθεί η ‘’περιφερειοποίηση’’ της χώρας[19]. Αν και δεν αποσαφήνισαν τον όρο ‘’περιφερειοποίηση’’,  προφανώς εννοούσαν τη συνένωση των αλβανικών δήμων σε μια ευρεία περιφέρεια. Αμέσως ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, Rafis Aliti, δήλωσε ότι το κόμμα του θα στηρίξει την πρωτοβουλία. Αλλά, καθώς ο όρος ‘’περιφερειοποίηση’’ μπορούσε να ερμηνευτεί  ως de-facto απόσχιση, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση  ως σύνολο απέρριψε την πρόταση και χαρακτήρισε  τις δηλώσεις του Aliti ως προσωπικές.[20]

Το ότι η Συμφωνία της Αχρίδας δεν κατάφερε να εξαλείψει το εθνοτικό χάσμα Αλβανών και Σλαβομακεδόνων επισημάνθηκε  στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της International Crisis Group τον Φεβρουάριο του 2005. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού  ανέφερε στην έκθεσή της ότι,  παρόλο που η Συμφωνία της Αχρίδας συνιστά βελτίωση της θέσης των Αλβανών, με τις συγκρούσεις του 2001 καταστράφηκαν οι γέφυρες επικοινωνίας  και αυξήθηκε η αμοιβαία εχθρότητα και δυσπιστία. Οι πολιτικοί ηγέτες, οι διανοούμενοι, οι θρησκευτικοί αρχηγοί εμμένουν σε θέσεις που διαιωνίζουν το εθνοτικό μίσος, ενώ είναι ανύπαρκτες από τη βάση οι κινήσεις πολιτών.[21] Η International Crisis Group επισήμανε ότι η ΠΓΔΜ δεν είναι ώριμη για αποκέντρωση, ότι το  εθνοτικό χάσμα παραμένει αγεφύρωτο, ότι η κυβερνητική υποστήριξη της αποκέντρωσης είναι ρητορική παρά πρακτική, ότι η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση πρέπει να διαβεβαιώσει τους Σλαβομακεδόνες για την ισοτιμία τους με τους Αλβανούς στους αλβανικούς δήμους, ότι η κυβέρνηση επιβιώνει όχι λόγων εσωτερικής συνοχής και πολιτικής δύναμης, αλλά λόγω έλλειψης εναλλακτικής  λύσης[22]. Έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Αχρίδας από το International Center for Minority Studies and Intercultural Relations της Σόφιας διαπίστωσε το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων. Οι Σλαβομακεδόνες πολίτες διακατέχονταν από σκεπτικισμό, μοιρολατρία, απάθεια και αδιαφορία για το πολιτικό τους  μέλλον. Οι Αλβανοί, αντίθετα, από αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, πιστεύοντας ότι το μέλλον τούς ανήκει από κάθε άποψη- δημογραφική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική.[23]

   Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η βασιμότητα των απαισιόδοξων αυτών εκτιμήσεων. Μετά το 2001 νομιμοποιήθηκε το apartheid, τέθηκαν διαχωριστικές γραμμές, οι Αλβανοί διαγράφουν με μεθοδικότητα τις περιοχές που de-facto επιδιώκουν να ‘’αποσχίσουν’’ και δεν χαλιναγωγούνται από κανέναν εξωτερικό παράγοντα. Η πολυπολιτισμικότητα είναι στην ουσία νεκρό γράμμα.  Τα σύνορα μεταξύ Κοσόβου και ΠΓΔΜ είναι  διάτρητα και η επικοινωνία των Αλβανών σε όλα τα επίπεδα εφικτή. Οι Αλβανοί πολιτικοί δεν συμμετέχουν στις επίσημες γιορτές των Σλαβομακεδόνων, ούτε στην εθνική γιορτή της 2ης Αυγούστου, επετείου της εξέγερσης του Ίλιντεν (1903) και της ίδρυσης του κράτους των Σκοπίων (1944).     

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι  οι Σλαβομακεδόνες πολίτες δυσαρεστήθηκαν από την ενδοτική πολιτική της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης στην αντιμετώπιση του αλβανικού προβλήματος. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2005.  Παρά τις σοβαρές  παρατυπίες και τη νοθεία που σημειώθηκαν και στους δύο γύρους των δημοτικών εκλογών, η VMRO-DPMNE κέρδισε τους σημαντικότερους δήμους (Στίπ, Βέλες, Στρώμνιτσα, Ρέσνα, Κοτσάνη, Γευγελή, Κρίβα Παλάνκα,  Ντέλτσεβο, Βίνιτσα),  συμπεριλαμβανομένου και του δήμου των Σκοπίων, όπου ο ανεξάρτητος, αλλά υποστηριζόμενος από την αντιπολίτευση επιχειρηματίας Trifon Kostovski  εκτόπισε από τον πρώτο γύρο με μεγάλη διαφορά τον  Risto Penov. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κέρδισε συνολικά 36 δήμους, η VMRO-DPMNE  21 δήμους και η VMRO-Narodna Partija του Georgievski  3 δήμους.[24] Στον αλβανικό πολιτικό χώρο η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση συνέτριψε από τον πρώτο γύρο τον συνασπισμό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών με το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας, αλλά με εκτεταμένη νοθεία και τρομοκρατία. Οι Xhafëri και Haliti  απαίτησαν την ακύρωση του πρώτου γύρου των εκλογών. Καθώς το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό, τα δύο αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης  απείχαν από το δεύτερο γύρο των εκλογών. [25] Έτσι, ο Αhmeti μονοπώλησε  τη νίκη. Το κόμμα του κέρδισε 15 δήμους, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται οι δήμοι της Δίβρας, του Γκόστιβαρ, του Τετόβου, του Αρατσίνοβο και της επίμαχης Στρούγκας, όπου οι Σλαβομακεδόνες προτίμησαν να  μποϋκοτάρουν τις εκλογές παρά να προβούν σε μαζικές διαδηλώσεις. Η εκτίμηση των παρατηρητών του ΟΑΣΕ ήταν ότι οι εκλογές  διεξήχθηκαν σε ειρηνικό κλίμα, αλλά δεν ήταν αδιάβλητες. [26] Αντιδρώντας στην όλη εκλογική διαδικασία, ο Xhafëri κήρυξε αποχή του κόμματός του από τις εργασίες της Βουλής κατά τακτά χρονικά διαστήματα. 

Μετά τις δημοτικές εκλογές ένα άλλο ζήτημα που έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών ήταν αυτό των συμβόλων του κράτους. Παρερμηνεύοντας μια διάταξη της Συμφωνίας της Αχρίδας για τον καθορισμό των συμβόλων των εθνοτήτων, στελέχη της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, διακρίνοντας τα εθνικά από τα κρατικά σύμβολα, επισήμαναν την    ανάγκη αλλαγής της κρατικής σημαίας των Σκοπίων, του κρατικού ύμνου και καθορισμού νέας σημαίας για τους Σλαβομακεδόνες, θεωρώντας ωστόσο αυτονόητο ότι για τους Αλβανούς της ΠΓΔΜ ισχύει η σημαία του Σκεντέρμπεη, η σημαία του αλβανικού έθνους και κράτους.[27] Ταυτόχρονα, έχοντας ως βάση το νόμο για την ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας, απαίτησαν η αλβανική σημαία να αναρτάται σε κάθε περιοχή που οι Αλβανοί αποτελούν το 20%.  Την ίδια άποψη υποστήριξε και ο Xhafëri. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, ερμηνεύοντας κατά γράμμα τη σχετική διάταξη, αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αλλαγή της σημαίας, του εθνικού ύμνου και του εθνοσήμου της χώρας,[28] ενώ η VMRO απαίτησε οι Αλβανοί της ΠΓΔΜ να αναρτούν μια σημαία διαφορετική από αυτή του αλβανικού κράτους. Μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις τελικά καταρτίστηκε  ένα νομοσχέδιο που προέβλεπε η επίσημη αλβανική σημαία να αναρτάται στα δημαρχεία των δήμων, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία,  καθημερινά και για όλο το χρόνο,  δίπλα στην κρατική σημαία. Αν σε έναν μικρό δήμο οι Τούρκοι ή οι Αθίγγανοι αποτελούσαν την πλειοψηφία,  θα κυμάτιζε η τουρκική σημαία ή  μια συμβολική σημαία των Αθιγγάνων, δίπλα στην κρατική σημαία. [29] Με την αποχή της αντιπολίτευσης  το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 15 Ιουλίου 2005. [30] Η αλβανική σημαία  μπορεί πλέον  να αναρτάται  επίσημα σε 16 δήμους, αλλά αναγκαστικά δίπλα στην  επίσημη κρατική σημαία των Σκοπίων. Ωστόσο, οι Αλβανοί καταστρατηγούν  συχνά το νόμο και αναρτούν μονάχα την αλβανική σημαία. Προκλητική υπήρξε για παράδειγμα η στάση του κόμματος του Ahmeti  κατά τη διεξαγωγή του πρώτου του συνεδρίου τον Νοέμβριο του 2005. Στο συνεδριακό χώρο αναρτήθηκε μονάχα η αλβανική σημαία και ανακρούστηκε μόνο ο αλβανικός εθνικός ύμνος, με αποτέλεσμα οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί που είχαν προσκληθεί στο συνέδριο να εγκαταλείψουν προκλητικά την αίθουσα, χαρακτηρίζοντας αντισυνταγματική την όλη διαδικασία. [31] Με την επίσημη καθιέρωση των συμβόλων των διαφόρων εθνοτήτων αλλοιώθηκε και τυπικά η εθνική φυσιογνωμία της χώρας. Την 1η Ιουλίου 2004  τέθηκε επίσημα σε εφαρμογή ο νόμος για την αποκέντρωση, αλλά η αποκέντρωση προχωρεί με αργούς ρυθμούς λόγω έλλειψης κτιριακών εγκαταστάσεων, υπαλληλικού προσωπικού και οικονομικών πόρων.

 Κατά τις εκτιμήσεις Αλβανών πολιτικών αναλυτών η Συμφωνία της Αχρίδας  συνιστά επαναφορά του συντάγματος του 1974 με το οποίο οι Αλβανοί είχαν αναγνωριστεί ισότιμο συνταγματικό έθνος. Αλλά τότε υπήρχε ένα ενιαίο κράτος,  η Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία , στην οποία τα εσωτερικά σύνορα ήταν διοικητικά. Σε περίπτωση αποσχιστικών κινήσεων των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ήταν  τότε δεδομένη η βοήθεια των Σέρβων προς τους Σλαβομακεδόνες . Με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  και τη δημιουργία εθνικών κρατών οι Αλβανοί του Κοσόβου, της ΠΓΔΜ,  όπως  και οι Σέρβοι της Κράϊνας, μεταβλήθηκαν σε μειονότητα. Ωστόσο, οι  Αλβανοί στην ΠΓΔΜ δεν αυτοθεωρούνται μειονότητα. Αναγνωρίστηκαν ως συνταγματικό έθνος, αλλά μακροπρόθεσμα  επιδιώκουν την ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες, κινούνται προς την κατεύθυνση της ομοσπονδοποίησης της ΠΓΔΜ  και θέτουν νέα αιτήματα- αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και στο στρατό, θέσπιση της Αντιπροεδρίας, καθιέρωση της 13ης Αυγούστου ως εθνικής γιορτής, όπως και της 28ης Νοεμβρίου, ημέρας της ίδρυσης του αλβανικού κράτους to 1912. Στην πρόταση του Bučkovski να καθιερωθεί η 24η Μαΐου,  ημέρα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, ως εθνική γιορτή στην ΠΓΔΜ, οι Αλβανοί αντιπρότειναν και την καθιέρωση της 7ης Μαρτίου, επετείου της ίδρυσης του πρώτου αλβανικού σχολείου στην Κορυτσά το 1887 το οποίο, ως γνωστόν, είχε κλείσει σύντομα λόγω έλλειψης  μαθητών. (Οι οθωμανικές αρχές του Αβδούλ  Χαμίτ Β΄ είχαν επιτρέψει την ίδρυση  του σχολείου υπό τον όρο να μη φοιτούν μουσουλμάνοι Αλβανοί. Αλλά καθώς οι ορθόδοξοι Αλβανοί προτιμούσαν  τη φοίτηση σε ελληνικά σχολεία, στο πρώτο αλβανικό σχολείο φοιτούσαν   μουσουλμάνοι Αλβανοί, κάτι ασυμβίβαστο με  την πανισλαμική ιδεολογία του Αβδούλ Χαμίτ Β΄. Όταν το 1912/13 η Αυστροουγγαρία ίδρυσε το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος-οι Αλβανοί ποτέ  δεν είχαν ζητήσει ανεξαρτησία-δεν υπήρχε ούτε ένα αλβανικό σχολείο). Επωφελούμενοι από την αποκέντρωση, αποφάσισαν να ιδρύσουν στο Τέτοβο μνημείο για τα θύματα του Balli Kombëtar στη σύγκρουσή του με τους Σλαβομακεδόνες παρτιζάνους το Νοέμβριο του 1944. Στο Αρατσίνοβο έχουν ήδη ανεγείρει μνημείο για τα θύματα του UÇK κατά τις συγκρούσεις του 2001.[32] Στην πρόθεση των Σλαβομακεδόνων να ανεγείρουν το άγαλμα του Φιλίππου του Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αλβανοί απειλούν  με την ανέγερση του ανδριάντα του Σκεντέρμπεη στο Τσαΐρ και οι Τούρκοι του Ατατούρκ.[33] Στην Ισλαμική Ένωση (Bashkësia Islame)  έχουν διεισδύσει ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία  που χρησιμοποιούν την ασυλία της θρησκευτικής αυτής οργάνωσης για ‘’ξέπλυμα βρώμικου χρήματος’’.[34] Στην όλη υπόθεση ενεπλάκη και ο πρώην μουφτής των Σκοπίων Ζenu Berisha, ενώ ο αρχιμουφτής της Ισλαμικής Ένωσης, Ulema Arif Emini, λόγω των πιέσεων ισλαμικών κύκλων,   εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.[35]   Τον Αύγουστο του 2005 ο Krasniqi και η ομάδα του, συνδεδεμένοι με τους  φονταμενταλιστικούς αυτούς κύκλους,  κατέλαβαν πάλι το Αρατσίνοβο, όπου λειτουργεί σχολή ισλαμικών σπουδών για τους Αλβανούς, και απαίτησαν τελεσιγραφικά τη χορήγηση αμνηστίας.  Φοβούμενος μια ένοπλη σύγκρουση με τις  ένοπλες αλβανικές ομάδες ο Πρωθυπουργός της χώρας αμνήστευσε τον Krasniqi κατά έναν σκανδαλώδη τρόπο.

Ένα μεγάλο μέρος των Αλβανών του Κοσόβου και της ΠΓΔΜ ζει στο πνεύμα της ύστερης οθωμανικής περιόδου και οραματίζεται την αναβίωση του Βιλαετίου του Κοσόβου με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Οι Αλβανοί, των οποίων η εθνική ταυτότητα    είναι αδιαφιλονίκητη, γνωρίζουν τις εγγενείς αδυναμίες των Σλαβομακεδόνων-ευάλωτη και αμφισβητούμενη ταυτότητα από τα γειτονικά κράτη, ατολμία και αναποφασιστικότητα της αστυνομίας και του στρατού να συγκρουστεί  μετωπικά με τους Αλβανούς, ηττοπάθεια και συμβιβαστική διάθεση της πολιτικής ηγεσίας. Η σλαβομακεδονική πλευρά ικανοποιεί πολλά αιτήματα των Αλβανών και, το σπουδαιότερο, διαχωρίζει πλέον το αλβανικό ζήτημα της ΠΓΔΜ από το πρόβλημα του Κοσόβου. Η σημερινή κυβέρνηση, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν,  δεν θεωρεί ότι ένα  ανεξάρτητο Κόσοβο συνιστά απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής, εφόσον εκεί επικρατήσουν δημοκρατικοί θεσμοί και επέλθει συμφωνία μεταξύ της ΠΓΔΜ και των Κοσοβάρων για την οριστική οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ. Την ίδια άποψη εκφράζουν και οι Αλβανοί πολιτικοί ηγέτες του Κοσόβου. Ο νέος Πρόεδρος  του Κοσόβου, Fatmir Sejdiu, εκτιμά ότι μετά την ανεξαρτητοποίηση της πρώην αυτής σερβικής επαρχίας θα διευθετηθεί και η οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ, το μόνο ζήτημα που εκκρεμεί  στις σχέσεις  Σκοπίων και Πρίστινας.  Ο Hasim Thaçi δεν θεωρεί ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο θα επηρεάσει την ΠΓΔΜ, η οποία οδεύει προς τον ‘’εξευρωπαϊσμό.’’       

Τα αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης, δυσαρεστημένα από την περιθωριοποίησή τους, επικρίνουν τον Ahmeti για  τον τρόπο εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Ο Xhafëri ετοιμάζει την έκδοση της ‘’Λευκής Βίβλου των γεγονότων του 2001’’ για να αποδείξει ότι η κρίση του 2001 σκηνοθετήθηκε από τους Cervenkovski  και Ahmeti  απλά για να ανέλθουν  στην εξουσία και όχι για τη βελτίωση της θέσης των Αλβανών[36]. Η Συμφωνία της Αχρίδας, πάντα κατά την αλβανική αντιπολίτευση, εφαρμόζεται κατά κωμικό τρόπο. Για παράδειγμα στη Βουλή, όταν ένας Αλβανός βουλευτής αγορεύει απλά με την κομματική του ιδιότητα, μπορεί να χρησιμοποιεί την αλβανική γλώσσα, ενώ ως υπεύθυνος μιας μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής πρέπει να αγορεύει στη σλαβομακεδονική. Όλα τα επίσημα έγγραφα (κυβερνητικά, προεδρικά  υπουργικά, κοινοβουλευτικά κλπ.) συντάσσονται μονάχα στη σλαβομακεδονική. Στους  δημόσιους οργανισμούς απασχολείται μονάχα το 11% των Αλβανών και όχι το 25%, ανάλογα με την πληθυσμιακή δύναμη των Αλβανών, ενώ στο στρατό, στο δικαστικό σώμα, στην αστυνομία, στην κρατική ασφάλεια το ποσοστό των Αλβανών ανέρχεται μονάχα σε 4-5%.[37] Παρά την οικονομική αποκέντρωση,  οι σημαντικοί τομείς της δημόσιας οικονομίας ελέγχονται από την κεντρική εξουσία, ενώ φαινόμενα διαφθοράς κυριαρχούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.[38]

Η κριτική του Xhafëri στον Ahmeti  πρέπει να αποδοθεί και σε λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και κομματικής εκμετάλλευσης. Ο Αλβανός ηγέτης της αντιπολίτευσης στην ουσία απαιτεί την ομοσπονδοποίηση της χώρας. Αυτή η εθνικιστική ρητορική της αντιπολίτευσης εξαναγκάζει τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση να διολισθαίνει σε ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά με μια προσχηματική διγλωσσία. Ο απώτερος στόχος των Αλβανών είναι κοινός-ομοσπονδοποίηση  και απόσχιση, αν ευνοήσουν οι διεθνείς συγκυρίες. Και τα κυβερνητικά κόμματα κατηγορούν τη VMRO-DPMNE και το κόμμα του Xhafëri ότι στην κρίση του 2001 επιδίωξαν τη διάλυση του κράτους. Αλλά και   ο Ahmeti , όντας στην αντιπολίτευση μετά τις εκλογές της 5ης Ιουλίου 2005,, καταφεύγει στην προηγούμενη εθνικιστική ρητορική του  Xhafëri. Απαιτεί από την κυβέρνηση    Gruevski, στην οποία συμμετέχει το κόμμα του Xhafëri, την αναγνώριση της αλβανικής γλώσσας ως επίσημης σε όλα τα επίπεδα, τη συνταξιοδότηση των οικογενειών των μαχητών του UÇK που έπεσαν στο πεδίο της μάχης  και τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις του αλβανικού κόμματος που αναδεικνύεται πρώτο στις εκλογές. Για ένα περίπου χρόνο το κόμμα του Ahmeti  απείχε από τις εργασίες της Βουλής σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη συμμετοχή  του στην κυβέρνηση  Gruevski

   Η αλβανοφοβία των Σλαβομακεδόνων, αλλά και η ανάγκη προβολής μιας ‘’ευρωπαϊκής’’ εικόνας προς τα έξω,  εκφράστηκε και στην πολιτικοποιημένη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία, όπου προβάλλονται οι δήθεν κοινοί απελευθερωτικοί αγώνες των Σλαβομακεδόνων  και των Αλβανών στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα.[39] Ιστορικά πρόκειται για μια πολύ περιορισμένης εμβέλειας προπαγανδιστική δράση Βουλγαρομακεδόνων και Αλβανών για την προώθηση μεταρρυθμίσεων στα βιλαέτια των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην εξέγερση του Ίλιντεν (1903)  οι Αλβανοί δεν συμμετείχαν, παρά μονάχα ως λαθρέμποροι όπλων, ενώ και κατά τη μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 οι Βουλγαρομακεδόνες κομιτατζήδες δεν συνεργάστηκαν με τους Αλβανούς.[40]  Στα σχολικά εγχειρίδια προστέθηκαν πολλά γεγονότα της αλβανικής ιστορίας, αλλά εντελώς περιγραφικά και ενημερωτικά, ενώ τα επίμαχα ζητήματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι δυτικές περιοχές της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εντάχθηκαν στη ‘’Μεγάλη Αλβανία’, αναφέρονται περιθωριακά. Περισσότερο καταδικάζεται η πολιτική της φασιστικής Ιταλίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, ενώ οι Μπαλίστες δεν κατονομάζονται.[41] Ιδιαίτερα εξαίρονται τα πολιτιστικά επιτεύγματα των Αλβανών στη Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία [42]ενώ αποσιωπάται πλήρως το αλβανικό ζήτημα.  Επειδή οι μνήμες των ένοπλων συγκρούσεων του 2001 είναι ακόμα νωπές στις νέες γενιές και δηλητηριάζουν τις  σχέσεις  Αλβανών και Σλαβομακεδόνων μαθητών, η Επιτροπή του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διευθέτησης Κρίσεων χρηματοδότησε την έκδοση μιας μπροσούρας με τίτλο ‘’Η κατανόηση της σύγχρονης ιστορίας’’, με σκοπό τη ‘’λύση των παρεξηγήσεων’’.   Στη συγγραφή της συμμετείχαν 25 καθηγητές από 24 σλαβομακεδονικά και αλβανικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται για καρπό ιστορικής έρευνας. Ούτε αναζητήθηκαν τα αίτια της σύγκρουσης ούτε κατονομάσθηκαν πρόσωπα και γεγονότα ούτε αποδόθηκαν ευθύνες σε κάποια πλευρά.. Απλά  αναφέρθηκε ότι συγκρούστηκε ο UÇK με τις δυνάμεις  ασφαλείας των Σκοπίων και ότι ένα μέρος του αλβανικού πληθυσμού υποστήριξε τον UÇK, ενώ ένα μέρος των Σλαβομακεδόνων τις δυνάμεις ασφαλείας. Ιστορικοί και στρατιωτικοί αναλυτές των Σκοπίων χαρακτήρισαν τη μπροσούρα περισσότερο  ως ψυχολογικό βάλσαμο παρά ως  ιστορική μελέτη.[43] Διαφορετική είναι η άποψη του Αλβανού Ιστορικού Muzafer Bislimi, δημάρχου του  Aračinovo και επιστημονικού συνεργάτη του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας των Σκοπίων. Κατά τη γνώμη  του το ευρωπαϊκό μοντέλο απαιτεί να μην υπάρχουν στα  σχολικά εγχειρίδια πολλές λεπτομέρειες και απαριθμήσεις για να διευκολύνονται οι μαθητές. Η  ανάλυση και η διαφώτιση των γεγονότων είναι έργο της επιστήμης.[44] Με άλλα λόγια,  σε περιοχές όπου υπάρχουν εθνοτικά προβλήματα, στους μαθητές δεν πρέπει να καλλιεργείται  ένα προβληματισμός ούτε να θίγονται στα σχολικά  εγχειρίδια ζητήματα σχετικά με τη βαριά κληρονομιά του παρελθόντος.

  Αναμφίβολα, οι Σλαβομακεδόνες έχουν επίγνωση του αλβανικού κινδύνου. Καθώς το κράτος δεν έχει εσωτερική συνοχή, αναζητούν σανίδα σωτηρίας στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να ενταχθούν πριν από το 2008, ενώ με την κρίση που διέρχεται η Ευρώπη δεν μπορεί να προβλεφθεί το χρονικό πλαίσιο της  ένταξης της ΠΓΔΜ  στην Ε.Ε.  Λόγω των παραχωρήσεων των Σλαβομακεδόνων προς τους Αλβανούς, αλλά και της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από την Αμερική ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’, η κυβέρνηση των Σκοπίων παραμένει αδιάλλακτη στην επίλυση του    ζητήματος της ονομασίας που εκκρεμεί στις σχέσεις ΠΓΔΜ και Ελλάδας. Οι Σλαβομακεδόνες βλέπουν  μια συμβιβαστική λύση στο όνομα ( Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας, Δημοκρατία της ΜακεδονίαςΣκόπια) ως αμφισβήτηση της εθνικής τους ταυτότητας. Καθώς η εσωτερική φυσιογνωμία του κράτους έχει αλλοιωθεί, απορρίπτουν μια επιπλέον αλλοίωση και της εξωτερικής του φυσιογνωμίας. Η Ελλάδα δεν επιθυμεί να μεταβάλει την ταυτότητα του σλαβικού πληθυσμού της ΠΓΔΜ. Επιδιώκει να οροθετήσει τον ελληνισμό από τον σλαβισμό στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας.  Στην ουσία πρόκειται για την εξεύρεση  μιας σύνθετης ονομασίας εντός των Ηνωμένων Εθνών.  Μέχρι σήμερα η διαμεσολαβητική προσπάθεια του Nimitz  εξυπηρέτησε την αμερικανική πολιτική. Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική προκάλεσε πικρία στην Ελλάδα και ενίσχυσε την αδιαλλαξία των Σκοπίων. Παρά τις διαβεβαιώσεις  της Ουάσιγκτον ότι θα σεβαστεί την απόφαση του ΟΗΕ επί της ουσίας δεν άλλαξε τίποτα. Για τους Αλβανούς το ζήτημα του ονόματος δεν είναι ουσιαστικό και παραμένουν μάλλον  ουδέτεροι στη διένεξη της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ. Ωστόσο, ιδιαίτερα κατηγορηματικός είναι ο Xhafëri, ο οποίος, έχοντας μια φιλοσοφική και ιστορική κατάρτιση,  απορρίπτει τον ‘’μακεδονισμό’’ ως ιστορική έννοια και τον θεωρεί πολιτική σύμβαση. Αναγνωρίζει ότι στη διεθνή ιστορική επιστήμη η Ελλάδα είναι δικαιωμένη και φοβάται μήπως υπό την  επιρροή του ελληνικού λόμπυ στο εξωτερικό  τα Σκόπια  χάσουν τη μάχη με την Ελλάδα για το όνομα, μήπως η Ελλάδα επιβάλει τη διάκριση Αρχαίων και Νέων Μακεδόνων και τελικά καθιερωθεί ο όρος ’’ Σλαβομακεδονία’’  πράγμα που δεν συμφέρει τους Αλβανούς.[45] Στο εσωτερικό της χώρας οι Αλβανοί χρησιμοποιούν τον όρο ‘’Σλαβομακεδόνες’’ αντί για ‘’Μακεδόνες’’ για τους Σλάβους κατοίκους της ΠΓΔΜ,  αλλά οι ίδιοι ως  μη Σλάβοι  δεν επιθυμούν το κράτος διεθνώς να ονομάζεται ‘’Δημοκρατία της Σλαβομακεδονίας’’.

  Μετά από αμερικανικές πιέσεις προς τους Ευρωπαίους, η ΠΓΔΜ έλαβε τελικά το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στη σύνοδο του Δεκεμβρίου του 2005, αλλά παραμένει άγνωστο πότε θα λάβει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Θα  ισχύει περαιτέρω η επωνυμία  FYROM  εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένεται η  επίλυση  του ζητήματος της ονομασίας κατά τη διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ.  Μια τέτοια όμως τροπή των πραγμάτων ενέχει τον κίνδυνο της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς η Ευρώπη δεν έχει συνοχή και διέρχεται εσωτερική κρίση. Ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης για το όνομα ή το βαθμό της εξωτερικής προστασίας και βοήθειας προς την ΠΓΔΜ, το κράτος αυτό θα παραμείνει  χωρίς εσωτερική συνοχή, προσωρινό αμερικανικό προτεκτοράτο. Αν το Κόσοβο ανεξαρτητοποιηθεί,  όπως επιδιώκουν όλοι οι Αλβανοί,  το  αλβανικό πρόβλημα στην ΠΓΔΜ θα οξυνθεί περισσότερο και από την Ευρώπη δεν πρέπει να αναμένονται μαγικές λύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρώπη δεν έχει συγκεκριμένη βαλκανική πολιτική-πέρα από τα γνωστές διακηρύξεις για τα κριτήρια ένταξης- και άγεται από την Αμερική, βρισκόμενη προ τετελεσμένων γεγονότων. Το ζήτημα του Κοσόβου είναι για τους Αλβανούς ζήτημα δημιουργίας ενός νέου ομοιογενούς βιώσιμου αλβανικού κράτους (με την ενσωμάτωση και της κοιλάδας του Πρέσεβο),    ικανού να παίξει κάποιο ρόλο στη νέα βαλκανική πραγματικότητα. Η ανεξαρτησία του Κοσόβου ή η διχοτόμηση του Κοσόβου θα επιδράσει καταλυτικά στην ΠΓΔΜ και  οι     εσωτερικές  αντιθέσεις του κρατιδίου  ίσως οξυνθούν.   Πολιτειολόγοι  και διεθνολόγοι της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρω-Βαλκανικού Ινστιτούτου της χώρας πρότειναν τη συνηθισμένη συνταγή για την ‘’απόσβεση του παρελθόντος: εκδημοκρατισμό της κοινωνίας,  έγκαιρη διάγνωση των προβλημάτων, εγκαινίαση του διαλόγου μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων.[46] Αλλά η διάγνωση ήταν σαφής και έγκαιρη: Η δυναμική που απέκτησε ο αλβανικός παράγοντας μετά το 1999 σαφώς δεν θα περιοριζόταν στο Κόσοβο, αλλά θα διαχεόταν και στην ΠΓΔΜ και στο Μαυροβούνιο, όπου οι Αλβανοί στήριξαν τον Τζουκάνοβιτς και τώρα ίσως θέσουν ζήτημα εδαφικής αυτονομίας (Ούλτσιν, Πλαβ, Γκούσινγιε). [47]

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Μowrer εισήγαγε τον όρο’’ βαλκανιοποίηση της Ευρώπης.’’ [48] Ξεκινώντας από την ίδρυση των ‘’προβληματικών’’ βαλκανικών κρατών με την προϊούσα συρρίκνωση και διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Mowrer  εννοούσε τα ανομοιογενή,  μικρά και μη βιώσιμα   κράτη που αναδύθηκαν μετά τη διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας και τον ακρωτηριασμό της Γερμανίας. Τα κράτη αυτά βρίσκονταν σε εχθρικές σχέσεις με τους γείτονές τους και   θα μεταβάλλονταν σε θύματα των μηχανορραφιών των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι,  η ίδια η Ευρώπη είχε μετατραπεί σε μια πυριτιδαποθήκη, εκτιμούσε ο Αμερικανός δημοσιογράφος. Τα κράτη που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία , δεν ήταν μικρά. Είχαν βέβαια προβλήματα εσωτερικής εμπέδωσης, αλλά ήταν κυρίως η ιταλική επεκτατική πολιτική και ο γερμανικός αναθεωρητισμός που οδήγησαν στην κατάρρευση της Ευρώπης του Μεσοπολέμου. Ειδικά η ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας το 1918 και η επανασύστασή της το 1945 σε ομοσπονδιακή βάση είχε την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Σέρβοι πολιτικοί εκτιμούσαν ότι λόγω της θέσης των Βαλκανίων μεταξύ Ανατολής και Δύσης μεταπολεμικά δεν θα έπρεπε θα ισχύσει η αρχή της ισορροπίας μεταξύ μικρών κρατών που θα εξέφραζαν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και θα μετέτρεπαν τα Βαλκάνια σε εστία νέου πολέμου. Η δημιουργία ενός ισχυρού νοτιοσλαβικού κράτους κρίθηκε ως βασικός παράγοντας για την ειρήνη στα Βαλκάνια. Άλλωστε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε επίσημα και ο όρος ‘’Νοτιοανατολική Ευρώπη’’.  Για την επανασύσταση  της Γιουγκοσλαβίας είχαν ήδη συμφωνήσει το 1941 οι Άγγλοι και οι Σοβιετικοί. Μια πραγματική ‘’βαλκανιοποίηση’’ συντελείται  σήμερα ως σύνδρομο της παγκοσμιοποίησης.  Η Γιουγκοσλαβία δεν άντεξε τη δοκιμασία της Ιστορίας , αλλά, αν  η απόσχιση της Σλοβενίας δεν δημιούργησε προβλήματα στους Σέρβους ή σε τελική ανάλυση οι Κροάτες μπορούσαν να επικαλεστούν το ιστορικό και κρατικό δίκαιο για την ανεξαρτητοποίηση της Κροατίας, η περίπτωση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου  αποτελεί παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου για μια σειρά γνωστών λόγων. Και αν ακόμα de-jure ισχύσει ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο δεν θα έχει το δικαίωμα της ένωσης με την Αλβανία ή με τμήματα άλλου κράτους, στην πράξη σήμερα οι Αλβανοί έχουν δημιουργήσει ομοιογενείς αλβανικές περιοχές και αισθάνονται ως μια ενότητα, παρά τις διαφορές τους.   Μια ευρωπαϊκή λύση του ζητήματος του Κοσόβου θα ήταν η εφαρμογή του μοντέλου του Νοτίου Τυρόλου.  Η  περαιτέρω αποδυνάμωση της Σερβίας μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς,   η εφαρμογή στην ουσία  της αυστριακής πολιτικής των αρχών του 20ού αιώνα ‘’ Serbien muss sterbien’’ από τη σύγχρονη υπερδύναμη ,  δεν αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη σταθερότητα της περιοχής. Μετά την ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου και  του Κοσόβου ίσως οι  Μουσουλμάνοι στο Σαντζάκι και οι Ούγγροι της Βοϊβοδίνας θέσουν ζήτημα αυτονομίας, ενώ οι Βόσνιοι Σέρβοι θα φανούν απρόθυμοι να ενταχθούν στους θεσμούς του δυσλειτουργικού κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και θα προχωρήσουν στη διοργάνωση δημοψηφίσματος.. Παραμένει ανοικτό το ερώτημα  αν πιθανή  ένταξη των  βαλκανικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα σημάνει αναγκαστικά και την ‘’αποβαλκανιοποίησή’’ τους, αν σε ένα υπερκρατικό, υπερεθνικό συλλογικό μόρφωμα λόγω της ισχύος της διαπλεκόμενης οικονομίας  τα σύνορα θα καταστούν συμβολικά και οι εθνοτικές συγκρούσεις θα αμβλυνθούν. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον της Ευρώπης και το χρονοδιάγραμμα  της συνολικής ένταξης των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι σήμερα η Ευρώπη παραμένει μια οικονομική ζώνη, χωρίς σύνταγμα, χωρίς προσδιορισμένη ταυτότητα και χωρίς την ανάλογη πολιτική  βαρύτητα στη διεθνή σκηνή.  Στην παγκοσμιοποιημένη  οικονομία οι ανταγωνισμοί είναι ισχυροί, η κοινωνική ισορροπία κινδυνεύει να ανατραπεί και με την ιδιωτικοποίηση των πάντων χάνεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του ευρωπαϊκού κράτους ως παράγοντα εξισορρόπησης του δημοσίου και του ιδιωτικού συμφέροντος. Με άλλα λόγια, ο  ‘’εκσυγχρονισμός ‘’ των Βαλκανίων μετά το 1989 δεν έχει επιφέρει την αναμενόμενη ευημερία ώστε να ατονήσουν τα εθνικά ζητήματα. Ανεξάρτητα από το μέλλον των Βαλκανίων στην Ευρώπη, ο  βαλκανικός χώρος δεν θα πάψει να αποτελεί  την οικονομική περιφέρεια της Ευρώπης και ως ζωτικός χώρος ένα νέο   πεδίο ανταγωνισμών των  Μεγάλων Δυνάμεων που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα, όταν ευνοούν την ίδρυση νέων κρατών ή αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα.                                                                                                       

Η εκτίμηση Ρώσων ειδικών για τα Βαλκάνια είναι ότι με τον κατακερματισμό  της Γιουγκοσλαβίας και κυρίως την αναβάθμιση του αλβανικού παράγοντα πρόκειται στην ουσία για τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών δεδομένων, ευνοϊκών για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης η εξασθένιση της Σερβίας και η απομόνωση της Ρωσίας είναι οι βασικοί στόχοι των Αμερικανών και η επέκταση  του ΝΑΤΟ προς ανατολάς ερμηνεύεται με αυτή την παράμετρο από Ρώσους στρατιωτικούς αναλυτές. Παρά τη σταυροφορία της Αμερικής κατά του ‘’Ισλάμ’’, στο βαλκανικό χώρο  οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν  το ισλαμικό χαρτί κατά των Ορθόδοξων Σλάβων και έτσι προλειαίνουν το έδαφος για τη διείσδυση της Τουρκίας. Η Ευρώπη επικρίνεται από τη Ρωσία λόγω της αδυναμίας της να  αντιληφθεί τη νέα γεωπολιτική σκακιέρα και της έλλειψης πολιτικών ηγετών με οράματα και διορατικότητα.  Καθώς σήμερα έχει μεταβληθεί ριζικά η μορφή του πολέμου και οι χερσαίες στρατιωτικές  επιχειρήσεις έχουν δευτερεύουσα σημασία,  η αποκατάσταση ‘’της παλιάς ισορροπίας του τρόμου’’ είναι εφικτή με  την απόκτηση της σύγχρονης  τεχνολογίας του ‘’ηλεκτρονικού και πληροφορικού πολέμου’’. Έτσι εξηγείται από τους Ρώσους η επιδίωξη αρκετών κρατών να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται πυρετωδώς η Ρωσία, ταυτόχρονα με την οικονομική της ανασυγκρότηση η οποία σήμερα πραγματοποιείται με ταχύτατους ρυθμούς .  Οι Ρώσοι εκτιμούν ότι προς το παρόν  πρέπει να διατηρήσουν οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με τα Βαλκάνια και αργότερα να ασκήσουν πολιτική επιρροή. [49]

Θεωρώντας το ζήτημα του Κοσόβου καταλύτη για μια σειρά αποσταθεροποιητικών  εξελίξεων η Ρωσία τάσσεται κατά μιας βεβιασμένης και προαποφασισμένης  λύσης, υπερτονίζοντας το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια.[50] Σε περίπτωση παραβίασης του διεθνούς δικαίου και ανεξαρτησίας του Κοσόβου ο Πούτιν απειλεί με την απόσχιση της Υπερδνειστερίας, της Αμπχαζίας, της Νότιας Οσετίας κλπ. [51] Κανένας ίσως δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις, αλλά σημασία έχει ίσως ένα πράγμα- ότι τα ψυχροπολεμικά αντανακλαστικά έχουν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, αλλά με τους σύγχρονους όρους.                                 

Σπυρίδων Σφέτας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.
Σπυρίδων Σφέτας είναι  Καθηγητής Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.

 

Παραπομπές

[1] Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ali Ahmeti, πρωταγωνιστής των γεγονότων του 2001, δήλωσε ότι θα αποκαλύψει τα έγγραφα για τη σύρραξη του 2001 όταν η ΠΓΔΜ ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Κατά την κρίση του, μια πρόωρη αποκάλυψη θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση και θα επιδρούσε αρνητικά στη μελλοντική πορεία της χώρας. Βλ. Utrinski Vesnik (εφημ.Σκοπίων), 11-12.2.2006.     

 

[2] Για τα γεγονότα του 2001 και την εμπλοκή  εξωτερικών παραγόντων βλ. Sp.Sfetas, ‘’Krizata v Skopje. Ohridskoto sporazumenie i posledovatelnoto razvitie (Mart 2001-Juli 2002)’’,  Makedonski Pegled 4 (2002),  σ. 41-56. Για την κρίση στo Kόσοβο και τη διάχυσή της στην ΠΓΔΜ βλ. Sv. Škariќ , Pravoto, Silata i Mirot. Makedonija i Kosovo, Σκόπια  2002. Για τις ιστορικές διαστάσεις  του αλβανικού προβλήματος στην ΠΓΔΜ βλ. Σπυρίδων Σφέτας-Κυριάκος Κεντρωτής, Οι Αλβανοί των Σκοπίων, Θέματα εθνοτικής συνύπαρξης , Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη  1995. Επίσης βλ. M.Stamova, Albanskijat Văpros na Balkanite (1945-1981), Veliko Tărnovo 2005.

[3]  Βλ. V. Latifi, Macedonian unfinished crisis: Challenges in the Process of Democratization and Stabilization, Σκόπια 2003, σ. 152-153.

[4] Για τις  σχέσεις του UÇK με τη διεθνή τρομοκρατία βλ. I.Babanovski, ONA teroristička paravojska vo Makedonija, Σκόπια 2002. Ωστόσο, η εγκυρότητα των πληροφοριών του δημοσιογράφου δεν μπορεί πάντα να αποδειχτεί.    

[5] βλ.Cl.Nicolet, ‘’Makedonien am Scheideweg zwischen Einheit und Spaltung ‘’,   Südosteuropa Mitteilungen  5-6 (2002),  σ.59

[6]  βλ. Kl. Schrameyer, ’’ Das makedonische Amnestiegesetz vom 7.März 2002’’,  Südosteuropa Mitteilungen 3 (2002), σ.67-70.  

[7] βλ. V.Latifi, ό,π., σ. 155.

[8] Βλ. D.Lega, ‘’Parlamentswahlen und Regierungsbildung in Makedonien’’, Südosteuropa, 4-5(2002), σ. 202. 

[9] βλ. Latifi, ό.,  σ.217-222.

[10] βλ.Dnevnik, (εφ. Σκοπίων),  3.6.2005.

[11] βλ. Utrinski Vesnik (εφ.των Σκοπίων), 3.6.2005.

[12] βλ. http: //www, Radio Free Europe/Radio Liberty, Balkan Report , 19.6.2005-Macedonia: A political pact to regulate demography ?

[13] βλ. Kl.Schrameyer, ’’ Makedonien: das neue Gesetz  über die territoriale Organisation und das Referendum vom 7. November 2004’’,  Südosteuropa Mitteilungen 1(2005),σ.16.  

[14] βλ.Kl.Schrameyer,  ό., σ.17.

[15] Dnevnik, 29.10.2004.

[16]  Nova Makedonija (εφ. των  Σκοπίων) ,  5.11.2004.  

[17] Nova Makedonija, 6+7. 2004.

[18]  Nedeljni Telegraf  (σερβ.εφημ..),  10.11.2004.

[19]  Dnevnik, 9.2.2005.

[20] Utrinski Vesnik, 11.5.2005.

[21] Utrinski Vesnik, 15.2.2005.

[22] Utrinski Vesnik, 25.2.2005.

[23] βλ. A. Zhelyazkova, ‘’Macedonia in April 2003. Diagnosis: Cancer with galloping metastasis’’, στο συλλογικό έργο Problems of multiethnicity in the Western Balkans, edited by Antonina Zhelyazkova, International Center for Minority Studies and Intercultural Relations, Σόφια 2004, σ. 188-206.   

[24] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[25] Utrinski Vesnik 28.3.2005.

[26] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[27] Dnevnik, 16/17.4.2005.

[28] Dnevnik, 19.4.2005.

[29] Utrinski Vesnik, 28-29.5.2005.

[30] Dnevnik, 16.7.2005.

[31] Dnevnik, 23.11.2005.

[32]  Dnevnik, 2.7.2005.

[33] Utrinski Vesnik, 1.11.2005.

[34] Dnevnik, 9.8.2005. 

[35]  ‘’Tensionet përfshinjë Bashkësinë Islame në republikën fqinjë. Një mjekër për Maqedoninë,’’ Klan (αλβ.περ.), 6.8.2005.

[36]  βλ. ‘’Dritëhije e Ohrit në Librin e bardhë’’, Shqip( μην.αλβ.περ.) 39(2005), σ.26-28.

[37] Αυτόθι.

[38] Αυτόθι.

[39] βλ. K.Todorova, Makedonsko-albanski vrski 1878-1903,   Σκόπια 2002.

[40] Για την αλβανική εξέγερση του 1912 βλ. τη νέα τεκμηριωμένη με αυστριακές, σερβικές,  βουλγαρικές και αλβανικές πηγές μελέτη του Razim Abduli, Albanskoto Osloboditelnoto Dviženie 19111912, Tom II, Σκόπια 2003, σ. 159-467. Πρόκειται για έκδοση του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας, στο οποίο  μετά τη συμφωνία της Αχρίδας απασχολούνται Αλβανοί και Τούρκοι Ιστορικοί.    

[41] βλ.Istorija za Οsmo Οdelenie ( συλλογικό έργο των V. Velkovski, H.Sejdi, Ar.Aljademi, D.Risteska, G. Pavlovski), Skopje 2005, σ. 96-97 και 106.  Στο αντίστοιχο αλβανικό εγχειρίδιο προστέθηκαν πολλά γεγονότα της ‘’σλαβομακεδονικής ιστορίας’’, αλλά και εδώ τα επίμαχα ζητήματα αποσιωπούνται. Αναφέρεται μονάχα ότι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ιδρύθηκε η ‘’Μεγάλη Αλβανία’’ ως ιταλικό προτεκτοράτο,  οι Αλβανοί στις κατακτηθείσες περιοχές για πρώτη φορά απέκτησαν σχολεία στη μητρική τους γλώσσα,  ανέλαβαν την διοίκηση και ότι στα ονόματα των μη Αλβανών δόθηκε αλβανική κατάληξη. Γίνεται λόγος για  ‘’γενοκτονία’’ και την εκδίωξη των Τσάμηδων από την Ελλάδα. Οι ταραχές του 1981 στο Κόσοβο και τα Σκόπια παρουσιάζονται ως κινήσεις των Αλβανών για περισσότερα δικαιώματα και για εκδημοκρατισμό της κοινωνίας βλ. Historia për Klasën VII (επιμ. έκδ. Jovo Stefanovski),  Σκόπια 2005, σ. 80,  88, 120, 122.                     

[42] βλ. Istorija za Osmo Odelenie,  ό, π.,  σ. 130-131.  

[43] βλ. Dnevnik, 13.1.2006. 

[44] βλ. Večer(εφημ.Σκοπίων), 14+15.1.2006.

[45] ‘’Makedonija ќe ja zagubi bitkata za imeto so Grcija!», Dnevnik, 22-24.4.2005. Σε τηλεοπτική αναμέτρηση μεταξύ του Ahmeti και του  Xhafëri για το μέλλον της χώρας , ο πρώτος δήλωσε  ότι θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ πατρίδα του , όπως τη θεωρούσαν και οι πρόγονοί του. Απαντώντας ο Xhafëri  δήλωσε ότι δεν θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ ως δική του πατρίδα , αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των Αλβανών και , όσον αφορά τους προγόνους του,  δήλωσε ειρωνικά ότι  αυτοί σίγουρα δεν αισθάνονταν τη ‘’Μακεδονία’’ ως πατρίδα τους, διότι  τότε Μακεδονία  δεν υπήρχε.  βλ. Dnevnik, 3.3.2006.        

[46] βλ. Spravuvanje so konfliktnoto minalo. Zašto i kako da se stori toa? (επιμ. έκδοσης Biljana Bankovska) , Εuro Balkan Press, Σκόπια 2006.

[47]  Mέχρι σήμερα οι Αλβανοί του Μαυροβουνίου (50.000, 7,2% του πληθυσμού του Μαυροβουνίου) έχουν εξασφαλίσει το δικαίωμα ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, της χρήσης της αλβανικής γλώσσας ως πρώτης επίσημης, όπου αποτελούν την πλειοψηφία, και ως δεύτερης επίσημης, όπου αποτελούν μειονότητα,  4 έδρες στη Βουλή σε κομματική βάση και 4 έδρες σε εθνική βάση. Έτσι, με 8 έδρες μπορούν να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις, ενισχύοντας πάντοτες τις ‘’αντισερβικές πολιτικές δυνάμεις’’ του Μαυροβουνίου. Στην Παιδαγωγική Σχολή 100 Αλβανοί φοιτητές σπουδάζουν την  αλβανική γλώσσα, η κρατική τηλεόραση εκπέμπει καθημερινά ειδήσεις στην αλβανική, υπάρχουν δύο ιδιωτικές αλβανικές τηλεοράσεις και εφημερίδες, ενώ αναμένονται επενδύσεις Αλβανών της διασποράς στο Μαυροβούνιο. βλ. ‘’ Shqiptarët në shtetin më të ri të Europës, Shqip, 47( 2006), σ. 1214.    

[48]  P.S. Mowrer,  Balkanized Europe. A Study in Political Analysis and Reconstruction, Νέα Υόρκη 1921.    

[49] Για τα ζητήματα αυτά που στη Ρωσία ερμηνεύονται ως διδάγματα της γιουγκοσλαβικής  κρίσης βλ. Al. Manačinskij, Jugoslavija. Prigovor Vynesen, Κίεβο 2005.   Μετά από μια περίοδο περιπέτειας και αναζήτησης  προσανατολισμού η Ρωσία υπό την Προεδρία του Πούτιν έχει διαμορφώσει ορισμένους άξονες της εσωτερικής της και της εξωτερικής της πολιτικής.  1) Η διευθυνόμενη δημοκρατία. Το κράτος πρέπει να παραμένει  ισχυρό και  αλώβητο είτε από τη φιλελεύθερη οικονομία είτε από υπέρμετρους δημοκρατικούς θεσμούς . Είναι χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Πούτιν.’’ Στη χώρα μας το κράτος, οι θεσμοί του και οι  δομές του έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στη ζωή του λαού μας. Το ισχυρό κράτος δεν είναι ανωμαλία για τον Ρώσο, δεν είναι κάτι που πρέπει να καταπολεμήσει,  αλλά, αντίθετα, είναι πηγή  και εγγύηση της τάξης, η πρωτοβουλία και η ισχυρή κινητήριος δύναμη για οποιαδήποτε αλλαγή. Μάθαμε να εκτιμάμε τα αγαθά της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι από την φανερή εξασθένιση της κρατικής εξουσίας. Η κοινωνία απαιτεί την αποκατάσταση του κράτους ως διευθυντικού και ρυθμιστικού παράγοντα στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό με βάση τις παραδόσεις και τη σημερινή κατάσταση της χώρας ’’, 2) το δόγμα των προληπτικών πληγμάτων  και η χρήση πυρηνικών για αποτροπή επίθεσης, αν τα άλλα μέσα αποδειχτούν αναποτελεσματικά. 3) η δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου . Η Ρωσία κινείται  σε έναν ασιατικό και σε ένα ευρωπαϊκό άξονα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια στενή στρατιωτική και οικονομική συνεργασία με την Κίνα, την Ινδία και το Ιράν για τη μείωση της αμερικανικής επιρροής στην Κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή . Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. βλ. P.Dimitrova,’’ Rusija meždu iztoka i zapada. Vănšnopolitičeski strategii na praga na XXI vek.’’ , στο συλλογικό έργο   Problemăt Iztok- Zapad. Prevăplăštenija v novo i naj’- novoto vreme. (επιμ. έκδοσης  T.Stoilova, V.Atanasova, R.Čukova) ,  Institut po Istorija ,  Σόφια 2005, σ. 257-263.  Στην εξαγωγή του αμερικανικού μοντέλου της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας ο Πούτιν απαντά ότι η ελεύθερη οικονομία, όπως εφαρμόζεται,  δεν επιφέρει αναγκαστικά ευημερία, αλλά μάλλον οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ  η παρακολούθηση ακόμα και της ιδιωτικής  ζωής των ‘’επικίνδυνων’’ πολιτών   με τη σύγχρονη τεχνολογία της Δύσης συνιστά αυτοκτονία της ίδιας της δυτικής δημοκρατίας.                      

[50] βλ. τις δηλώσεις του πρέσβη της Ρωσίας στο Βελιγράδι  Al. Aleksejev,» Balkan  je naša interesna sfera. Nezavisnost Kosova bila bi presedan!» , Nedeljni Telegraf, 7.6.2006.

[51] βλ. Nin (σερβ. περ.) , 13.7.2006.

  

Read More

18

Σωτήρης Ριζάς: Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Πενήντα χρόνια μετά

Σωτήρης Ριζάς

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

Πενήντα χρόνια μετά

 

 

Το ιστορικό πλαίσιο

 

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 εντάσσεται στο πλαίσιο που δημιουργούν δύο σημαντικά στοιχεία στη μετεμφυλιακή ελληνική πολιτική:

Το πρώτο συνίσταται στην κρίση του μετεμφυλιακού κράτους, των πολιτικών δομών και πρακτικών οι οποίες επικρατούν από το τέλος της δεκαετίας του ’40 και αμφισβητούνται ανοιχτά από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Το δεύτερο είναι ο υφέρπων αντικοινοβουλευτισμός του σώματος των αξιωματικών. Η ροπή αυτή είναι μόνιμο χαρακτηριστικό του σώματος ήδη από τη Μεσοπολεμική περίοδο αλλά αποκτά ένα ορισμένο ιδεολογικό περιεχόμενο στη μετεμφυλιακή περίοδο. Ο κοινοβουλευτισμός δεν αμφισβητείται ανοιχτά αλλά αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, ιδίως ως προς την ικανότητά του να αναχαιτίσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Την αφοσίωση των αξιωματικών, ιδίως αυτών που εντάχθηκαν στον Ιερό Δεσμό Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) το 1944-1951, κερδίζει αρχικά ένας ισχυρός στρατιωτικός, ο στρατάρχης Παπάγος και στη συνέχεια, μετά το θάνατό του τον Οκτώβριο του 1955, το στέμμα ως μόνιμος θεσμικός παράγων. Η αφοσίωση προς το θρόνο ήταν εν τούτοις περισσότερο χλιαρή από όσο υπέθεταν πολιτικοί παράγοντες και ξένες δυνάμεις την εποχή εκείνη. Πολιτικοί με ισχυρή προσωπικότητα όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχαν επίσης κάποια επιρροή στο στρατό αλλά όχι μόνιμη ή αδιαμφισβήτητη. Το 1959-60 φαίνεται ότι διέθετε κάποια απήχηση και ο στρατηγός Γρίβας μετά τον τερματισμό του αγώνα της ΕΟΚΑ αλλά η προσπάθειά του να οργανώσει υποστηρικτές του εξουδετερώθηκε γρήγορα από την κυβέρνηση Καραμανλή. Ορισμένοι από τους εμπλεκόμενους θα βρίσκονταν αναμεμιγμένοι στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ το 1965, ένδειξη της ύπαρξης ενός έμψυχου δυναμικού που απέβλεπε στην αναδιάταξη των ενδοστρατιωτικών ισορροπιών.

Ένας πρόσθετος παράγων επηρεάζει τη στάση του στρατού και αυτός είναι η ενδο-στρατιωτική διαφοροποίηση μεταξύ ανώτατων και μέσων-κατώτερων αξιωματικών. Αυτή η διαφοροποίηση συντελείται το 1955-56 όταν η παλαιά ηγεσία του ΙΔΕΑ, εν όψει του βιολογικού τέλους του Παπάγου, συντάσσεται με το στέμμα. Οι αξιωματικοί χαμηλότερων βαθμών αποξενώνονται καθώς η ανοδική κινητικότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη και οι αποδοχές τους παραμένουν χαμηλές. Από αυτή τη μερίδα δυσαρεστημένων αξιωματικών προέρχεται η ηγετική ομάδα του πραξικοπήματος του 1967.

Αυτό που σφραγίζει τις εξελίξεις και οδηγεί στη δικτατορία είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο συμπλέκονται οι δύο παράγοντες που περιγράφονται στην αρχή του κειμένου. Είναι η οξεία και μακρόσυρτη πολιτική κρίση του 1965 η οποία παραμένει ανεπίλυτη όταν διαλύεται η Βουλή στις 14 Απριλίου και προκηρύσσονται εκλογές για τις 28 Μαΐου 1967.

Το μετεμφυλιακό σύστημα εξουσίας

 

Αλέξανδρος Παπάγος
Αλέξανδρος Παπάγος.

Ποιες ήταν οι δομές του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος οι οποίες και προκαλούσαν τη δυσλειτουργία του; Ήταν η ενισχυμένη παρουσία των δύο εξωκοινοβουλευτικών κέντρων εξουσίας, του στέμματος και του στρατού. Το πολιτικό τους βάρος συνιστούσε παρέκκλιση από τις προδιαγραφές ενός ορθόδοξου κοινοβουλευτικού καθεστώτος επίκεντρο του οποίου αποτελούν το κοινοβούλιο και η εξαρτώμενη από αυτό κυβέρνηση. Το στέμμα διέθετε μακρά παρεμβατική παράδοση στην ελληνική πολιτική ακόμα και μετά την εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής, της «εθνικής κυριαρχίας», στο σύνταγμα του 1864 ή την αποδοχή της αρχής της δεδηλωμένης, δηλαδή της εξάρτησης της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής το 1875. Αυτό που η ελληνική πολιτειακή θεωρία αποκαλούσε βασιλευομένη δημοκρατία ήταν στην πραγματικότητα μια συνταγματική μοναρχία η οποία λειτουργούσε πολύ πιο αστάθμητα σε σχέση με τις συνταγματικές μοναρχίες της δυτικής Ευρώπης που είχαν ενσωματώσει πλήρως την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση. Η πολιτική κρίση του Ιουλίου του 1965 ήταν συνεπώς το τελευταίο μείζον επεισόδιο σε μια μακρά ιστορική παράδοση κατά την οποία το στέμμα επεδίωκε να διατηρήσει ορισμένα πεδία μακριά από την εξουσία των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση το διακύβευμα ήταν ο στρατός εν ονόματι της μη πολιτικοποίησης και της πιθανής διάβρωσής του από φιλοκομμουνιστικά  ή ουδετερόφιλα στοιχεία στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Ο στρατός συνιστούσε το δεύτερο εξωκοινοβουλευτικό κέντρο εξουσίας με επιρροή ασύμβατη προς τις προδιαγραφές ενός κοινοβουλευτικού συστήματος. Δεν συνιστούσε ένα κατά κυριολεξία αυτόνομο πόλο. Αυτό συνέβη για ένα μικρό μόνο διάστημα κατά την περίοδο Ιανουαρίου 1949-Μαΐου 1951, δηλαδή στην τελευταία φάση του εμφυλίου πολέμου και την πρώτη μετεμφυλιακή όταν ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος διοικούσε ακώλυτα από την πολιτική εξουσία τις ένοπλες δυνάμεις. Η θεσμική αυτή παρέκκλιση τερματίστηκε με την παραίτηση του Παπάγου το Μάιο του 1951 αλλά θα παρέμεναν μετά την επικράτησή του στις εκλογές του Νοεμβρίου 1952 στοιχεία που αναδείκνυαν το στρατό σε ένα χωριστό πεδίο και μηχανισμό από το υπόλοιπο κράτος. Ο πολιτικός προσανατολισμός του σώματος των αξιωματικών ήταν κυρίως συντηρητικός. Τα παλαιά δίκτυα του ΙΔΕΑ ο οποίος εγγυάτο τον αντικομμουνιστικό προσανατολισμό των ενόπλων δυνάμεων παρέμεναν ενεργά αν και η οργάνωση τυπικά πρέπει να είχε διαλυθεί με την επικράτηση του Παπάγου το 1952. Υπήρχε όπως προαναφέρθηκε μια προσήλωση στο στέμμα αν και όχι τόσο βαθιά όσο πιστευόταν στα ανάκτορα. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αν και αυτό το στοιχείο επισημαινόταν στις εκθέσεις των Αμερικανών και Βρετανών στρατιωτικών ακολούθων οι τελευταίοι δεν εξήγαγαν από αυτή τη διαπίστωση τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα, δηλαδή ότι σε ενδεχόμενη κρίση ο στρατός δε θα παρέμενε κατ’ ανάγκη αφοσιωμένος στο θρόνο. Πέραν της μάλλον χλιαρής αφοσίωσης στο στέμμα και του υφέρποντος αντικοινοβουλευτισμού οι πολιτικές επιρροές στο στρατό ήταν ποικίλες. Ο Καραμανλής διέθετε αρκετούς υποστηρικτές καθώς ήταν ισχυρή προσωπικότητα, αναμφισβήτητος ηγέτης της Δεξιάς έως το 1963 και εγνωσμένος αντικομμουνιστής.

Η διαφοροποίηση εντός του σώματος των αξιωματικών είναι για μεγάλο διάστημα ανεπαίσθητη. Το 1957-58 ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού αντιστράτηγος Νικολόπουλος εντόπισε μια ομάδα κατώτερων αξιωματικών που ενεργούσε αυτόνομα, μεταξύ αυτών πρωταίτιοι του πραξικοπήματος του 1967, αλλά η εισήγησή του για εκκαθάρισή της δεν γίνεται δεκτή. Αντίθετα, αποστρατεύεται ο ίδιος. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι της απόφασης της κυβέρνησης Καραμανλή η οποία ήταν αρκετά ισχυρή για να εκκαθαρίσει μια αντιπειθαρχική κίνηση αυτής της μορφής. Μπορεί να υποτεθεί ότι οι αιτιάσεις του αρχηγού του ΓΕΣ δε θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση Καραμανλή βάσιμες ή ότι εν πάση περιπτώσει θεωρήθηκαν υπερβολικές εν όψει και της όξυνσης του αντικομμουνιστικού κλίματος μετά την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το Μάιο του 1958. 

  Προεκλογική αφίσα του 1961.
Προεκλογική αφίσα του 1961.

Η αυτονόμηση πάντως μιας μερίδας στρατιωτικών και η αποστασιοποίησή τους από τον κοινοβουλευτικό συντηρητισμό φαίνεται να έχουν ως αφετηρία την πολιτική κρίση που ξέσπασε μετά την καταγγελία των εκλογών του Οκτωβρίου του 1961 ως διαβλητών και της ανάληψης του ανένδοτου αγώνα από την Ένωση Κέντρου υπό το Γεώργιο Παπανδρέου. Από την άνοιξη του 1963 καταγράφονται σε αρχειακές πηγές κινήσεις του απόστρατου πλέον αρχηγού του ΓΕΣ αντιστρατήγου Καρδαμάκη με την υποστήριξη και πάλι ορισμένων κατόπιν πρωταιτίων του πραξικοπήματος του 1967 αλλά αυτές δεν απέδωσαν κάτι συγκεκριμένο. Το ζήτημα του στρατού και των ισορροπιών με την πολιτική εξουσία θα τίθετο εκ των πραγμάτων το Νοέμβριο του 1963 με την αιφνίδια επικράτηση της Ένωσης  Κέντρου στις εκλογές. Η κυβέρνηση μειοψηφίας της Ένωσης Κέντρου υπό τον Παπανδρέου δεν έθεσε το θέμα στο βασιλιά καθώς επεδίωκε την ταχεία εκκαθάριση της πολιτικής κατάστασης υπέρ της. Στις αρχές του 1964 όμως, όταν η επίτευξη κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας από την  Ένωση Κέντρου ήταν αναμενόμενη, οι αντιδράσεις εντός του στρατού ήταν εντεινόμενες και κατευνάστηκαν με παρεμβάσεις του στέμματος και του αμερικανικού παράγοντα. 

Ο τρίτος παράγων του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος ήταν το κοινοβούλιο και τα κόμματα. Όπως προαναφέρθηκε λειτουργούσαν με περιορισμούς τους οποίους έθεταν τα εξωκοινοβουλευτικά κέντρα εξουσίας και ένα νομικό πλαίσιο εκτάκτων μέτρων που απέκλειε ή δυσχέραινε τη συμμετοχή των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου. Επρόκειτο για τη θέση σε παρανομία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, τη διατήρηση του θεσμού της εκτόπισης, της αρμοδιότητας των στρατοδικείων για την εκδίκαση αδικημάτων του νόμου περί κατασκοπείας και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Η κοινοβουλευτική ζωή εξελισσόταν επηρεαζόμενη από ποικίλες παρεμβάσεις, συχνά με τη χρήση των προνομίων του στέμματος, ιδίως της διάλυσης της Βουλής και του διορισμού πρωθυπουργού. Παρά ταύτα όμως η κοινοβουλευτική και εκλογική πολιτική δεν ήταν πάντοτε στερημένη περιεχομένου και νομιμοποιητικής αξίας και εξέφραζε πραγματικές ροπές και πολιτικά ρεύματα. Ήταν όμως κατά κάποιο τρόπο επιτηρούμενη. Βασικό στοιχείο της ήταν η αντικομμουνιστική αξιοπιστία. Δεν ήταν μόνο η κομμουνιστική Αριστερά η οποία είχε τεθεί υπό περιορισμό. Ήταν και η λεγόμενη Κεντροαριστερά ή Αριστερά του Κέντρου η οποία δεν ήταν αξιόπιστη από την οπτική του αντικομμουνισμού, της εθνικοφροσύνης. Η πολιτική της αμνηστίας της Εθνικής Προοδευτικής Ένωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ) του Νικολάου Πλαστήρα και εν συνεχεία η πολιτική συνεργασιών του Γεωργίου Καρτάλη με την Αριστερά συνιστούσαν «συνοδοιπορία» η οποία ήταν «εθνικώς ύποπτη» και καταδικαστέα.

Υπήρχε ένας ακόμα παράγων ο οποίος αν και εξωτερικός προς το πολιτικό σύστημα ήταν καθοριστικός για την επιβίωσή του. Επρόκειτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρέμβαση τους το Μάρτιο του 1947 με το δόγμα Truman ήταν αποφασιστική για την έκβαση του εμφυλίου πολέμου υπέρ των αστικών δυνάμεων. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου και για ένα βραχύ διάστημα ο αμερικανικός παράγων, χρησιμοποιώντας το εργαλείο της βοήθειας, θα υποστήριζε κεντρώα σχήματα σε μια προσπάθεια χαλάρωσης της πόλωσης και προώθησης μιας προσεκτικής πολιτικής φιλελευθεροποίησης. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίχθηκε κυβέρνηση συνασπισμού του Κέντρου υπό το στρατηγό Πλαστήρα, υποστηρικτή της αμνηστίας για τους ηττημένους του εμφυλίου. Η πολιτική αυτή εγκαταλείφθηκε σύντομα υπό το βάρος του πολέμου της Κορέας τον Ιούνιο του 1950 και της μετάπτωσης, σε παγκόσμια κλίμακα, στις στρατιωτικές όψεις της πολιτικής της ανάσχεσης του κομμουνισμού. Στο πλαίσιο αυτό η αμερικανική πολιτική στρεφόταν στην υποστήριξη  συντηρητικών πολιτικών σχηματισμών υψηλότερης αντικομμουνιστικής αξιοπιστίας σε σχέση με τα κόμματα του Κέντρου ή της Κεντροαριστεράς. Έτσι η Ουάσιγκτον θα υποστήριζε απροκάλυπτα κατά το 1952 την εκλογική επικράτηση του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου ηγέτη ενός ανανεωμένου κόμματος της Δεξιάς, του Ελληνικού Συναγερμού, και από τον Οκτώβριο του 1955, μετά το θάνατο του Παπάγου, θα υπεστήριζε την επιλογή του βασιλιά Παύλου για την πρωθυπουργία, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Η σταθερότητα της μακράς συντηρητικής διακυβέρνησης (1952-1963) ήταν όμως επισφαλής λόγω του Κυπριακού το οποίο έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις της Ελλάδας με τους Αμερικανούς και Βρετανούς συμμάχους της και ενίσχυσε ουδετερόφιλες τάσεις της κοινής γνώμης κατά τη δεκαετία του 1950. Η αμερικανική παρέμβαση υπέρ της Δεξιάς το 1952, η συμβίωση των ΗΠΑ με τις συντηρητικές κυβερνήσεις και η μη υποστήριξη της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα εν όψει των Βρετανικών και Τουρκικών αντιδράσεων ενίσχυσαν και κατέστησαν μόνιμο στοιχείο της ελληνικής πολιτικής τον αντιαμερικανισμό. Σταδιακά, εκτός της Αριστεράς, μόνιμοι επικριτές της Αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα θα γίνονταν η Αριστερά του Κέντρου υπό το Γεώργιο Καρτάλη και περιστασιακά αλλά συχνά και πιο μετριοπαθείς ομάδες και πολιτικοί του Κέντρου, όπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ακόμα και ένας σημαντικός πολιτικός συντηρητικής προέλευσης όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Μετά την εκλογική επιτυχία της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), νόμιμης έκφρασης του παράνομου ΚΚΕ το Μάιο του 1958 οι Αμερικανοί  υπεστήριξαν επίμονα την ενοποίηση των δυνάμεων του Κέντρου σε μια προσπάθεια απομόνωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς και προβολής μιας ενδο-αστικής εναλλακτικής λύσης για την πολιτική και κοινωνική δυσαρέσκεια. Ο αμερικανικός παράγων παρακολουθούσε επικριτικά τον ανένδοτο αγώνα της Ένωσης Κέντρου μετά τις εκλογές του 1961 καθώς οι Αμερικανοί πίστευαν ότι η διαρκής αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση υπονόμευε τα θεμέλια του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι το έργο της κυβέρνησης Καραμανλή εκτιμάτο και ο ίδιος θεωρείτο ισχυρός πολιτικός η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη από την άνοιξη του 1963 και μετά να συνεργαστεί με μια κυβέρνηση Κέντρου αν αυτή απέφευγε οποιαδήποτε συνεργασία με την Αριστερά.

 

 Το πολιτικό άνοιγμα: Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου

 

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου εισήγαγε με ομολογουμένως απρογραμμάτιστο τρόπο μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση καθώς και μια εκτεταμένη πολιτική αναδιανομής στην οικονομία με το διπλασιασμό των γεωργικών επιδοτήσεων και την αύξηση των μισθών. Αυτή απέβλεπε στην αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου το οποίο είχε στηριχθεί στις χαμηλές αμοιβές και αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων σε ρυθμό χαμηλότερο από το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας. Στόχος ήταν η διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς μέσω της αύξησης της αγοραστικής δύναμης ενώ δεν έλειπαν ασφαλώς οι εκλογικές σκοπιμότητες καθώς η ηγεσία της Ένωσης Κέντρου απέβλεπε σε νέες εκλογές.  Στο πεδίο των πολιτικών ελευθεριών αν και η κυβέρνηση δεν επεδίωξε τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ χαλάρωσε την ατμόσφαιρα πολιτικών ελέγχων και απελευθέρωσε περί τους 900 φυλακισμένους κομμουνιστές. Υπολείπονταν πλέον μόνο 100 οι οποίοι είχαν καταδικαστεί με βάση το νόμο περί κατασκοπείας. Στην εξωτερική πολιτική επεδίωξε επίσης την αποκατάσταση φιλικών σχέσεων με το Ανατολικό μπλοκ στο πλαίσιο της ύφεσης μεταξύ των δύο συνασπισμών και την προώθηση των οικονομικών σχέσεων, ιδίως την απορρόφηση ελληνικών γεωργικών προϊόντων.

 Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου υποδέχεται το βασιλικό ζεύγος στην είσοδο της Μητρόπολης των Αθηνών.
Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου υποδέχεται το βασιλικό ζεύγος στην είσοδο της Μητρόπολης των Αθηνών.

Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του Κέντρου δε θα προκαλούσε πιθανότατα κραδασμούς στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες αν δε μεσολαβούσε η νέα κρίση του Κυριακού το 1963-64 καθώς οι βασικές παραδοχές της γεωπολιτικούς ανάλυσης του Παπανδρέου ήταν ατλαντικές. Οι Αμερικανοί ήταν καχύποπτοι έναντι της πολιτικής αδέσμευτης ανεξαρτησίας του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου ο οποίος είχε την υποστήριξη του Τρίτου κόσμου, του Ανατολικού μπλοκ και του ισχυρού κομμουνιστικού κόμματος της Κύπρου, του Ανορθωτικού Κόμματος Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ). Προκειμένου να τεθεί η Κύπρος υπό τον έλεγχο της Ατλαντικής Συμμαχίας η Ουάσιγκτον ευνοούσε μια ελληνοτουρκική συμφωνία που θα απέτρεπε και το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικών κρίσεων οι οποίες υπονόμευαν τη συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Τη διάσταση μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον προκάλεσε η απροθυμία του Γεωργίου Παπανδρέου να επιχειρήσει τον εξαναγκασμό των Ελληνοκυπρίων και του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην αποδοχή του σχεδίου Acheson, μιας λύσης που θα προέβλεπε την ένωση του μεγαλύτερου μέρους της Κύπρου με την Ελλάδα έναντι εδαφικού ανταλλάγματος για την Τουρκία. Την απόρριψη οποιουδήποτε ανταλλάγματος υποστήριξε ο γιος του πρωθυπουργού Ανδρέας Παπανδρέου εντάσσοντάς την σε ένα νέο πλαίσιο μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής η οποία θα έθετε σε απόλυτη προτεραιότητα τα εθνικά συμφέροντα έναντι των ατλαντικών. Λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας οι αλλαγές αυτές δεν συνιστούσαν αλλαγή καθεστώτος. Ήταν όμως κάτι περισσότερο από μια απλή εναλλαγή στην εξουσία. Η δυναμική των αλλαγών προκαλούσε την αντίδραση των εξωκοινοβουλευτικών κέντρων εξουσίας που ανησυχούσαν από μια μετατόπιση του πολιτικού βάρους προς το κοινοβούλιο.

 

   Τα “Ιουλιανά” του 1965.
Τα “Ιουλιανά” του 1965.

 Ήδη από τον Ιανουάριο του 1965 τα ανάκτορα αναζητούσαν μια εναλλακτική κυβέρνηση την οποία θα σχημάτιζαν διαφωνούντες της Ένωσης Κέντρου με την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ΕΡΕ και του κόμματος των Προοδευτικών. Το Φεβρουάριο ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος δήλωνε δημόσια ότι το κόμμα του θα υποστήριζε τέτοια λύση.

Όταν το Μάιο του 1965 αποκαλύφθηκε η ύπαρξη μιας ομάδας αξιωματικών η οποία υποτίθεται ότι συνδεόταν με τον Ανδρέα Παπανδρέου η υπόθεση εξελίχθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση του στέμματος με την κυβέρνηση του Κέντρου που απαιτούσε πλέον τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων.

Οι διαφωνίες σχετικά με το στρατό άγγιζαν θεμελιώδεις παραδοχές του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος. Το στέμμα όπως και η κοινοβουλευτική συντηρητική αντιπολίτευση θεωρούσαν ότι η απώλεια του ελέγχου των ενόπλων δυνάμεων συνιστούσε οριστική απώλεια της ιδιάζουσας επιρροής για το θρόνο και της προοπτικής επανόδου στην εξουσία για την ΕΡΕ. Η τελευταία παρέμενε αμήχανη ενώπιον της αντοχής της λαϊκής απήχησης του Κέντρου και καθώς δεν μπορούσε να ελπίζει σε ταχεία εκλογική ανάκαμψη υποστήριζε τα σενάρια διάσπασης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Ένωσης Κέντρου. Η συντηρητική μερίδα του Κέντρου διαφωνούσε με την οικονομική πολιτική αναδιανομής όπως και με την απόρριψη του αμερικανικού σχεδίου Acheson  για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έναντι εδαφικής αποζημίωσης της Τουρκίας. Περισσότερο όλων όμως ήταν ανήσυχη από την άνοδο της πολιτικής επιρροής του Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος έθετε σοβαρή υποψηφιότητα για τη διαδοχή ως φορέας μιας περισσότερο ριζοσπαστικής αντίληψης του Κέντρου. Από το φθινόπωρο του 1965 και εξής η Ουάσιγκτον κατέληγε ότι δεν ήταν επιθυμητή η επιστροφή της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι είχε ισχυροποιηθεί στο εσωτερικό της η κεντροαριστερά υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος επέκρινε σφοδρά την εξάρτηση της Ελλάδας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιτίθετο στο στέμμα και το στρατό, τους θεσμούς δηλαδή που υποστήριζαν τη διατήρηση στενών ελληνο-αμερικανικών σχέσεων.

Το φθινόπωρο του 1965 η κρίση μόνο προσωρινά διευθετήθηκε με το σχηματισμό της τρίτης κυβέρνησης των αποστατών της Ένωσης Κέντρου με την εξασφάλιση οριακής πλειοψηφίας στη Βουλή με τη συνδρομή της ΕΡΕ και του κόμματος των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη. Το ζήτημα όμως της έλλειψης νομιμοποίησης παρέμενε καθώς ήταν προφανές ότι οι αποστάτες δεν είχαν εξασφαλίσει αξιόλογο λαϊκό έρεισμα αφού οι υποστηρικτές της Ένωσης Κέντρου και της Αριστεράς κινητοποιήθηκαν εναντίον αυτού που θεωρούσαν ως απαράδεκτη απόπειρα χειραγώγησης του Κοινοβουλίου και της λαϊκής θέλησης.

Εξομάλυνση ή εκτροπή;

 

Από το Σεπτέμβριο του 1966 το στέμμα θα αναζητούσε μια συμβιβαστική λύση με το Γεώργιο Παπανδρέου. Στα ανάκτορα κατανοείτο ότι η Ένωση Κέντρου διατηρούσε την απήχησή της σε αντίθεση με την κυβέρνηση αποστατών. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1966 είχε απομακρυνθεί από τη θέση του αρχηγού του πολιτικού γραφείου ο Κωνσταντίνος Χοϊδάς ο οποίος είχε ταυτιστεί με την πολιτική της σύγκρουσης με το Γεώργιο Παπανδρέου και είχε αντικατασταθεί από το διπλωμάτη Δημήτριο Μπίτσιο που αποκατέστησε διαύλους επικοινωνίας με το Κέντρο. Το περίγραμμα του συμβιβασμού ήταν βέβαια ετεροβαρές. Ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου έπρεπε να αναλάβει την υποχρέωση να παύσουν οι επιθέσεις εναντίον του θρόνου. Πέραν αυτού θα ψηφιζόταν η απλή αναλογική σε μια εμφανή προσπάθεια να δυσχερανθεί η εξασφάλιση απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από την Ένωση Κέντρου ενώ οι εκλογές οι οποίες προβλέπονταν για το τέλος Μαΐου του 1967 θα διεξάγονταν από υπηρεσιακή κυβέρνηση. Στη σύνθεση της θα είχε βαρύνοντα λόγο το στέμμα. Το γεγονός ότι ο Παπανδρέου δέχθηκε να συζητήσει σε τέτοια βάση και να καταλήξει σε συμφωνία με αυτούς τους όρους ερμηνεύεται από την πεποίθηση που είχε σχηματίσει ο έμπειρος πολιτικός ότι η εκλογική επικράτηση του Κέντρου ήταν βέβαιη και ότι συνεπώς αυτό που προείχε ήταν η διεξαγωγή της εκλογικής αναμέτρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ανησυχούσε ο Παπανδρέου, η διάσταση με το στέμμα θα μπορούσε να εξωθήσει το θρόνο σε στρατιωτική επέμβαση. Ήταν χαρακτηριστικό πάντως ότι και ο Παπανδρέου, όπως και όλοι οι ενδιαφερόμενοι παράγοντες, διαμόρφωναν την πολιτική τους στη βάση της παραδοχής ότι οι ένοπλες δυνάμεις ελέγχονταν από το στέμμα και ότι η επιβολή δικτατορίας  ήταν θέμα που αναγόταν σε απόφαση του βασιλιά. Ο τελευταίος προειδοποιούσε με έμμεσο τρόπο τους ενδιαφερομένους για τη σχετική του δυνατότητα η οποία θα αποδεικνυόταν πάντως πλασματική. Έτσι στις αρχές Οκτωβρίου 1966 ένας γνώριμος της αθηναϊκής σκηνής, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Cyrus Sulzberger, προειδοποιούσε με άρθρο του στους New York Times ότι ο βασιλιάς ενδεχομένως να κατέφευγε σε εξωκοινοβουλευτική λύση αν δε βρισκόταν ένας συμβιβασμός στην πολιτική διαμάχη. Παράλληλα με τις συζητήσεις με τον Παπανδρέου τα ανάκτορα βρίσκονταν σε επαφή και την ηγετική ομάδα της ΕΡΕ. Η τελευταία θα καλείτο να αποτελέσει την «εφεδρική» λύση σε περίπτωση που επιτυγχανόταν μεν συμβιβασμός αλλά αυτός τελικά κατέρρεε και το στέμμα θα είχε να αντιμετωπίσει μαζική κινητοποίηση εναντίον των επιλογών του. Στο πλαίσιο  αυτό εξεταζόταν και η επιβολή κατάστασης πολιορκίας. Αυτός ήταν ο καμβάς της λεγόμενης εκτροπής από το σύνταγμα.

     Προφητική γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη τον Ιανουάριο του 1967.
Προφητική γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη τον Ιανουάριο του 1967.

 

Ο συμβιβασμός φάνηκε να επιτυγχάνεται στις 18 Δεκεμβρίου 1966 με τη συμφωνία μεταξύ Παπανδρέου, Κανελλόπουλου και στέμματος. Η ψήφιση της απλής αναλογικής, ο σχηματισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον απολαμβάνοντα την εμπιστοσύνη του θρόνου Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η ψήφιση της απλής αναλογικής και η διεξαγωγή των εκλογών στις 28 Μαΐου 1967 συνιστούσαν τα βασικά σημεία της συμφωνίας. Θα προέκυπτε όμως ένα βασικό ζήτημα που θα καθιστούσε τελικά ατελέσφορο το συμβιβασμό. Αυτό αφορούσε το ρόλο του Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτός ήταν αρχηγός μιας δυναμικής και ισχυρής κεντροαριστεράς της Ένωσης Κέντρου η οποία εν ονόματι του λαού επιτίθετο σε μια «ολιγαρχία» που συμπεριλάμβανε το στέμμα, το στρατό, τη συντηρητική παράταξη και την επιχειρηματική τάξη. Ο Ανδρέας  είχε κρατηθεί μακριά από τη διαπραγμάτευση από τον πατέρα του Γεώργιο Παπανδρέου ακριβώς διότι αντιτίθετο στην έννοια του συμβιβασμού και πίστευε ότι η μαζική κινητοποίηση ήταν επαρκής πολιτική συνθήκη για την αποτροπή στρατιωτικής επέμβασης και τη διεξαγωγή των εκλογών. Τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι αν και δεν διέθεταν την επιρροή του παρελθόντος ήταν αρκετά καλά πληροφορημένοι, πίστευαν ότι η στρατιωτική επέμβαση ήταν υπόθεση του βασιλιά και των στρατηγών. Όπως προαναφέρθηκε, οι εκθέσεις των στρατιωτικών ακολούθων που επεσήμαιναν τη μάλλον χαλαρή αφοσίωση των αξιωματικών στο στέμμα δε λαμβάνονταν υπόψη ως προς τις πολιτικές τους συνέπειες. Ο Βρετανός πρεσβευτής θα ομολογούσε ευθύς μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ότι η πρεσβεία του είχε λάβει πληροφορίες τον Ιανουάριο του 1967 για κίνηση συνταγματαρχών. Οι Αμερικανοί είχαν επίσης πληροφορηθεί την ύπαρξη ομάδας συνταγματαρχών και κατώτερων βαθμών αξιωματικών ήδη από τους τελευταίους μήνες του 1966. Η πληροφόρησή τους για τις κινήσεις της ομάδας διακόπηκε όμως τον Ιανουάριο του 1967 και με εξαίρεση τον αναλυτή του State Department για τις Ελληνικές υποθέσεις Χαρίλαο Λαγουδάκη φαίνεται ότι δεν αναζητήθηκαν άλλες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξή της.

Kanellopoulos
Παναγιώτης Κανελλόπουλος

Το στέμμα, η συντηρητική παράταξη και η ηγεσία του στρατού που παρέμενε πιστή στο θρόνο αλλά όχι κατ’ ανάγκη στον κοινοβουλευτισμό είχαν εμπλακεί σε ένα φαύλο κύκλο στη δημιουργία του οποίου είχαν κατά πολύ συμβάλει. Καλλιεργώντας την κινδυνολογία και ανήσυχοι από την προοπτική της επικράτησης της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές η οποία ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη είχαν προκαλέσει βαθιές ανησυχίες σε μεγάλη μερίδα της κοινωνικής βάσης της συντηρητικής παράταξης και του σώματος των αξιωματικών. Αν και αυτοί συνιστούσαν τη μειοψηφία αποτελούσαν εν τούτοις μια κρίσιμη μάζα ως προς τη δημιουργία συνθηκών για την ανάληψη του εγχειρήματος στρατιωτικής επέμβασης. Τόσο το στέμμα όμως όσο και η ηγεσία της συντηρητικής παράταξης στην πλειοψηφία της κατανοούσαν ότι ένα πραξικόπημα στην Ευρώπη της δεκαετίας του ΄60 αλλά και στο ελληνικό πολιτικό πλαίσιο θα ήταν μια στρατηγική υψηλού κινδύνου με αβέβαιη έκβαση και κυρίως εντελώς αβέβαιη έξοδο από αυτό. Η μοναρχία θα επιβαρυνόταν ιστορικά με άλλη μία εκτροπή από το σύνταγμα όπως είχε συμβεί με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Από την πλευρά εξάλλου της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης θα ήταν πράγματι πολιτικά και ιστορικά παράδοξο να επιχειρηθεί επιβολή δικτατορίας ή έστω καθεστώτος εκτάκτων εξουσιών, όπως κατ’ ευφημισμό θα μπορούσε να αποκληθεί, από μια κοινοβουλευτική παράταξη.

Τα ανάκτορα και η ΕΡΕ θα οδηγούνταν στο σχηματισμό μονοκομματικής συντηρητικής κυβέρνησης στις 3 Απριλίου και, παρά την αποτυχία της τελευταίας να βρει συμμάχους στη Βουλή, στη διάλυση της τελευταίας και στην προκήρυξη εκλογών στις 14 Απριλίου. Οι εκλογές επρόκειτο να διεξαχθούν στις 28 Μαΐου με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής. Καθώς η Βουλή δεν είχε ψηφίσει τελικά αναλογικό σύστημα η επικράτηση της Ένωση Κέντρου θα ήταν πλήρης.

Την κατάσταση «ιστορικού δισταγμού» αποτύπωνε η αναβλητικότητα στο ζήτημα της λεγόμενης εκτροπής από το σύνταγμα. Ο βασιλιάς φερόταν σύμφωνα με αμερικανικές πηγές να εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής εκτάκτων μέτρων αλλά τοποθετούσε τη λήψη της απόφασης στα μέσα Μαΐου. Ταυτόχρονα πηγές προερχόμενες από την τότε κυβέρνηση ισχυρίζονταν ότι έκτακτα μέτρα θα επιβάλλονταν μόνο σε περίπτωση διασάλευσης της τάξης από τις προσκείμενες στον Ανδρέα Παπανδρέου δυνάμεις ακόμα και τη μέρα διεξαγωγής των εκλογών ή ευθύς μετά.

Τον ιστορικό αυτό δισταγμό δε συμμερίζονταν η ηγετική τριανδρία, ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος, ο ταξίαρχος Παττακός και ο συνταγματάρχης Μακαρέζος, της ομάδας των συνταγματαρχών καθώς και οι υποστηρικτές τους. Επρόκειτο, όπως θα σημείωνε λίγους μήνες μετά ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα, για ένα «νέο είδος πολιτικού Έλληνα» ο οποίος ήταν αγροτικής ή πληβειακής καταγωγής αλλά είχε κάποια ικανότητα στην επιδίωξη και διαχείριση εξουσίας. Ήταν αντικομμουνιστές αλλά τους διακατείχε ταυτόχρονα και κάποια αποστροφή προς την πολιτική, επιχειρηματική και πνευματική ελίτ καθώς και στον κύκλο των ανακτόρων. Ήταν ένα «κατεστημένο» του οποίου τη «σάρωση», σύμφωνα με το Μακαρέζο, αναλάμβαναν οι συνταγματάρχες.

Makarezos-Pattakos-Papadopoulos
Η τριανδρία της χούντας: Μακαρέζος, Παττακός, Παπαδόπουλος.

Συνοψίζοντας, το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ήταν συνέπεια κυρίως της αδυναμίας του στέμματος και της κοινοβουλευτικής συντηρητικής παράταξης να αντιληφθούν ότι το καθεστώς των ελέγχων και περιορισμών της μετεμφυλιακής εποχής ήταν παρωχημένο. Επίσης, παρά το γεγονός ότι οι ρίζες της κρίσης ήταν ελληνικές ο αμερικανικός παράγων έπαιξε κάποιο αρνητικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Η αμερικανική πολιτική μεταβλήθηκε κατά τη μετάβαση από τη διοίκηση Kennedy (1961-1963) στη διοίκηση Johnson (1963-1969). Ενώ από την πρώτη  αναζητήθηκαν εναλλακτικά σχήματα προς το συντηρητισμό ως εκφραστές των αιτημάτων κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής,  από τη δεύτερη αποδόθηκε προτεραιότητα στα συμφέροντα ασφαλείας και όχι στην ενίσχυση της διαδικασίας πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής. Η διαδικασία εκσυγχρονισμού θεωρήθηκε ότι ήταν παράγων πολιτικής αστάθειας σε χώρες με έλλειψη συνεργατικής πολιτικής κουλτούρας και κατ’ ακολουθία ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις θα μπορούσαν να είναι στοιχεία εκσυγχρονισμού και κυρίως σταθεροποίησης υπό το πρίσμα των αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων.  Δεν πρέπει τέλος να παραβλέπεται ότι η πολιτική κρίση και το αδιέξοδο του Απριλίου του 1967 δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της ιδεολογικής και πολιτικής ακαμψίας του στέμματος και της συντηρητικής παράταξης αλλά και της αναλυτικής και στρατηγικής αδυναμίας της κεντροαριστεράς υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου να διαγνώσει τα όρια της πολιτικής ανοχής αλλά και τις ρήξεις εντός του συντηρητικού μπλοκ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου πίστευε ότι το κλειδί των εξελίξεων στο στρατό κατείχε ο βασιλιάς και ότι αυτός θα υποχρεωνόταν σε αποδοχή της εκλογικής νίκης της Ένωσης Κέντρου υπό την πίεση της μαζικής κινητοποίησης που ενθάρρυνε η κεντροαριστερά του κόμματος. Η τακτική αυτή όμως ενέτεινε την πόλωση και τη φοβία του συντηρητικού στρατοπέδου με συνέπεια την ενίσχυση εν τέλει των δυνατοτήτων της ομάδας των συνταγματαρχών οι οποίοι ήταν απαλλαγμένοι από τους δισταγμούς του μετεμφυλιακού κατεστημένου.

93C1EBE8B8356E175B011E52F883DDAE
Ο Σωτήρης Ριζάς είναι Διευθυντής ερευνών στο Κέντρο  Έρευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών  

 

Μηχανή του Χρόνου

Το παρακράτος των Συνταγματαρχών

 

Βιβλιογραφία

 

Jean Meynaud, Πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα, τόμος Α΄, Μπάυρον, Αθήαν 1965

Νίκος Μουζέλης, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημι-περιφέρεια, Θεμέλιο, Αθήνα 1987

Ηλίας Νικολακόπουλος, Καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές 1946-1967, Πατάκης, Αθήνα 2001

Αλέξης Παπαχελάς, Ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, Εστία, Αθήνα 1997

Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Κοινοβουλευτισμός και δικτατορία, Καστανιώτης, Αθήνα 2008

Δημήτρης Χαραλάμπης, Στρατός και πολιτική εξουσία, Εξάντας, Αθήνα 1985

Read More